ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Από τον πολιτικό «μεσαίωνα» στην εκδημοκρατικοποίηση

Καθοριστικές καμπές στην ιστορία των βουλευτικών εκλογών οδήγησαν στην ανάπτυξη της πολιτικής κουλτούρας των Κυπρίων και στην αναδιαμόρφωση του κομματικού σκηνικού

Η διαμόρφωση σύγχρονων πολιτικών ιδανικών στην κυπριακή κοινωνία μετά το αιματοκύλισμα του 1974 ήταν επιβαλλόμενη μεν υπόθεση, επίπονη δε και χρονοβόρα. Τα πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς που καθιερώθηκαν πριν από τη γένεση ακόμη της Κυπριακής Δημοκρατίας κι ευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό για τις δραματικές εξελίξεις που οδήγησαν στο πραξικόπημα κι έπειτα στην τουρκική εισβολή, δεν ήταν δυνατόν να καταρρεύσουν αμέσως παρά τον σκληρό τρόπο που δοκιμάστηκαν. Μέσα στο θολό τοπίο της ανθρώπινης εξαθλίωσης κι αβεβαιότητας, με καταρρακωμένες τις δομές της κυπριακής κοινωνίας, δεδομένου του χαμηλού πολιτικού υπόβαθρου των Κυπρίων και του διχασμού ανάμεσα στους μακαριακούς και τους γριβικούς, απαιτήθηκαν τουλάχιστον δέκα χρόνια για να γίνουν κάποια στοιχειώδη βήματα εκδημοκρατικοποίησης. Ωστόσο, όπως θα δούμε, η καθοδήγηση των πολιτικών δρώμενων από φορείς της εξουσίας, η προσωπολατρία κι ο φανατισμός εξακολούθησαν να δεσπόζουν στο πολιτικό γίγνεσθαι του τόπου μέχρι και τις βουλευτικές του ‘91.

Με σημείο αναφοράς τις βουλευτικές εκλογές από το ‘81 έως και σήμερα, ο πολιτικός αναλυτής Χριστόφορος Χριστοφόρου μας μίλησε για τις καμπές των τελευταίων 30 χρόνων, οι οποίες οδήγησαν από το τεταμένο κι ασταθές πολιτικό περιβάλλον στην ομαλή κομματική και εκλογική ζωή.

Μετά τον Μακάριο

Οι εκλογές του 1981 θεωρούνται σταθμός, σύμφωνα με τον κ. Χριστοφόρου: «Ήταν οι πρώτες εκλογές μετά τον θάνατο του Μακαρίου, ο οποίος όριζε όχι μόνο πότε θα γίνονταν εκλογές αλλά και τις συμμαχίες. Από τη στιγμή που η παντοδύναμη παρουσία του Μακαρίου εξέλειπε, οι αρμοδιότητες και ο ρόλος των εξουσιών άρχισε να ξεκαθαρίζει. Χρειάστηκε, ωστόσο, σχεδόν μία δεκαετία μετά και σημαντικές μεταρρυθμίσεις για να βρουν τα πράγματα το δρόμο τους. Καθοριστικής σημασίας γεγονός τη μεταβατική αυτή περίοδο ήταν η σύγκρουση του Προέδρου Κυπριανού με το ΔΗΣΥ και με το ΑΚΕΛ στα μέσα της δεκαετίας του ’80». Σύγκρουση που οδήγησε στις πρόωρες εκλογές της 8ης Δεκεμβρίου 1985.

Ο εκσυγχρονισμός ξεκίνησε, όταν το 1981 ίσχυσε για πρώτη φορά το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής. Αντικατέστησε το πλειοψηφικό που προϋπήρχε και το οποίο στις βουλευτικές του ‘76 δεν επέτρεψε στον συνασπισμό Δημοκρατικού Συναγερμού - Δημοκρατικού Εθνικού Κόμματος να εισέλθει στη Βουλή παρά το ότι εξασφάλισε ένα ποσοστό της τάξης του 27,6% έναντι του δεύτερου συνασπισμού. Εκ των υστέρων όλοι οι πολιτικοί ηγέτες παραδέχτηκαν ότι αυτό που συνέβη το 1976 δεν ήταν τίποτε άλλο από προσβολή της δημοκρατίας.

Πρόωρες εκλογές το '85

«Από το 1981 και μετά το κάθε κόμμα άρχισε να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις (σ.σ. στη βάση της ενισχυμένης αναλογικής) και αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται η δύναμη της κάθε παράταξης», σημείωσε ο κ. Χριστοφόρου. Τα κόμματα που συμμετείχαν τότε στις εκλογές ήταν ο ΔΗΣΥ, ο οποίος κατάφερε να εισέλθει για πρώτη φορά στη Βουλή με 12 έδρες, το ΑΚΕΛ επίσης με 12 έδρες, το ΔΗΚΟ με οκτώ έδρες, η ΕΔΕΚ με τρεις, ενώ η Νέα Δημοκρατική Παράταξη και το ΠΑΜΕ δεν εξασφάλισαν παρουσία στο κοινοβούλιο. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Γεώργιος Λαδάς, επικεφαλής του ψηφοδελτίου του ΔΗΚΟ, καθώς ο Σπύρος Κυπριανού είχε εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο του 1978 κι επανεξελέγη το ‘83 με τη στήριξη του ΑΚΕΛ. Η συνεργασία, ωστόσο, των δύο κομμάτων διαλύθηκε λόγω ασυμφωνίας στους χειρισμούς για το κυπριακό τον Δεκέμβριο του 1984. Μοναχικός καβαλάρης πλέον ο Σπύρος Κυπριανού πιέστηκε για δημοκρατικές αλλαγές, όπως για παράδειγμα αυτήν στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Χριστοφόρου: «Είχε προωθηθεί νομοθεσία η οποία επέβαλλε την ισομερή και ισότιμη παρουσία των κομμάτων στο μοναδικό τότε κανάλι, το κρατικό ΡΙΚ. Μπορεί να πει κανείς πως ήταν αυταρχικό, σε κάποιο βαθμό, μέτρο, αλλά ήταν ένα αναγκαίο φάρμακο σε μία κατάσταση όπου τα πάντα ελέγχονταν από την εκτελεστική εξουσία». Η πίεση ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ οδήγησε και στις πρόωρες, κατά εννέα μήνες, βουλευτικές εκλογές του ‘85. Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποφάσισε τότε πριν την αυτοδιάλυσή της να αυξήσει τον αριθμό των βουλευτικών εδρών από 50 σε 80 εκ των οποίων οι 56 αναλογούσαν στην ε/κ κοινότητα. Έλαβαν ο ΔΗΣΥ 19 έδρες, το ΔΗΚΟ 16, το ΑΚΕΛ 14 έδρες και η ΕΔΕΚ έξι. Πρόεδρος του Κοινοβουλίου εξελέγη ο Βάσος Λυσσαρίδης με στήριξη και του ΔΗΚΟ.


Η καθοριστική αναμέτρηση του 1991


Το 1991, με παράταση της θητείας της Βουλής του ‘85 κατά ένα χρόνο, συστάθηκε η νέα Βουλή. Ήταν τότε που το στοιχείο του διαχωρισμού μεταξύ Μακαριακών και Αντιμακαριακών αρχίζει να καταλαγιάζει, ενδεχομένως και λόγω του γεγονότος ότι ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν προερχόταν από το πολιτικό κατεστημένο. Ο κ. Χριστοφόρου σημείωσε ως παραδοξότητα τη θεσμοθέτηση ορισμένων πρακτικών εκ μέρους του Γιώργου Βασιλείου για την ενίσχυση των κομμάτων. Για παράδειγμα τη χρηματοδότησή τους από τα κρατικά ταμεία και τη συμμετοχή τους με λίστες ονομάτων στα δ.σ. των ημικρατικών. Εκτιμάται ότι προχώρησε σε αυτές τις ενέργειες ώστε αφενός να μπορεί να τα έχει καλά με τα κόμματα και να περνάει τις πολιτικές του μέσα από τη Βουλή και αφετέρου να μπορεί απερίσπαστος να ασχολείται με το Κυπριακό.

Οι βουλευτικές εκλογές του ‘91 ήταν καθοριστικές και για άλλον ένα λόγο. Το ΑΚΕΛ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του θανάτου του Εζεκία Παπαϊωάννου πέρασε την κρίση του, η οποία ωστόσο το άφησε ενισχυμένο παρά το ότι σημαντικά στελέχη του, είτε καθαιρέθηκαν είτε αποχώρησαν από το κόμμα.

«Η νέα ηγεσία δράττεται της ευκαιρίας για να κάνει μία ευρεία ανανέωση του κόμματος. Το ΑΚΕΛ αποπειράται επιτυχώς να διευρύνει τον ιδεολογικό του χώρο με την εισαγωγή του όρου Νέες Δυνάμεις ώστε να μπορεί να αντλήσει υποψηφίους και ψηφοφόρους από άλλες δεξαμενές». Το εγχείρημα πέτυχε και το κόμμα αύξησε τα ποσοστά και τις έδρες του στη Βουλή, ενώ το ΑΔΗΣΟΚ που αποτελείτο από βουλευτές οι οποίοι αποσκίρτησαν, με ποσοστό 2,4% δεν κατάφερε να εισέλθει στο Κοινοβούλιο. Ο ΔΗΣΥ με τη συνεργασία Νίκου Ρολάνδη είχε λάβει 20 έδρες, το ΑΚΕΛ 18 έδρες, το ΔΗΚΟ 11 και η ΕΔΕΚ επτά έδρες. Πρόεδρος της Βουλής το ’91 εξελέγη ο Αλέξης Γαλανός με τις θετικές ψήφους ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ.

Η καθιέρωση από το ΑΚΕΛ των Νέων Δυνάμεων υιοθετήθηκε, και από τα άλλα κόμματα, τα οποία για να διευρύνουν τα ποσοστά τους άρχισαν τότε να τοποθετούν στα ψηφοδέλτιά τους αριστίνδην υποψηφίους.

1996: Απλή αναλογική

Το ‘96 οι αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό ήταν θεαματικές. Εφαρμόστηκε το νέο εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, σχεδόν από «λάθος» αφού τελευταία στιγμή, το ΔΗΚΟ, το οποίο ήταν σφόδρα εναντίον της αποφάσισε να την υποστηρίξει. Το νέο εκλογικό σύστημα, στη βάση του οποίου το 1/56 των έγκυρων ψήφων ή το 1.79% εξασφαλίζει βουλευτή, ενεθάρρυνε τη συμμετοχή περισσότερων κομμάτων στις εκλογές και δημιούργησε τις προϋποθέσεις να εισέλθει το κόμμα του τέως προέδρου Βασιλείου, ο οποίος το ’93 έδωσε τη σκυτάλη στον Γλαύκο Κληρίδη, με δύο έδρες στη Βουλή. Νέοι Ορίζοντες και Οικολόγοι, παρά την εδραίωση της πολυφωνίας, έπρεπε να περιμένουν άλλη μία πενταετία για να μπουν στο Κοινοβούλιο. Πρόεδρος της Βουλής του ‘96 εξελέγη ο Σπύρος Κυπριανού.

2001 -2006: H εδραίωση της πολυφωνίας και το δημοψήφισμα

Το 2001, λόγω της υιοθέτησης της απλής αναλογικής την προηγούμενη πενταετία, αλλά και της εδραίωσης του πλουραλισμού, σχηματίστηκε μία βουλή των οκτώ κομμάτων, εκ των οποίων τα τέσσερα (ΝΕΟ, ΕΔΗ, ΑΔΗΚ και Οικολόγοι) μονοεδρικά. Πρόεδρος της Βουλής ο Δημήτρης Χριστόφιας. Το 2006 το κύριο χαρακτηριστικό των εκλογών ήταν κατά τον κ. Χριστοφόρου, η προσπάθεια των δύο μεγάλων κομμάτων να απορροφήσουν τους κραδασμούς του δημοψηφίσματος του 2004. Το καταφέρνουν με ποσοστά που ξεπερνούν το 30% παρότι διασπάστηκαν. «Το παράδοξο του 2006 είναι ότι το ΑΚΕΛ τελικά αντιμετώπισε μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ ότι ο Δημοκρατικός Συναγερμός παρόλο που ο ΔΗΣΥ είχε διασπαστεί σε πιο μεγάλο βαθμό», επισημαίνει ο κ. Χριστοφόρου. ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ εξασφάλισαν σε αυτή την αναμέτρηση από 18 έδρες, το ΔΗΚΟ 11, η ΕΔΕΚ πέντε και το ΕΥΡΩΚΟ τρεις έδρες.  Πρόεδρος του Σώματος επανεξελέγη ο Δημήτρης Χριστόφιας, αξίωμα που διατήρησε μέχρι την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Τον διαδέχτηκε ο Μάριος Καρογιάν για το υπόλοιπο της βουλευτικής περιόδου. Χαρακτηριστικό των εκλογών του 2011, επισημαίνει ο κ. Χριστοφόρου, είναι η ενίσχυση του διπολισμού. Το κέντρο και το ΔΗΚΟ ειδικότερα, λόγω των σημαντικών εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, αλλά και λόγω της εξασθένισης της συνεργασίας με το ΑΚΕΛ, μοιάζει να χάνει το ρυθμιστικό ρόλο στο κέντρο κάτι που αναμένεται να ενισχύει τα ποσοστά των μεγάλων κομμάτων.

Οι βουλευτικές βγάζουν Πρόεδρο

Από τις βουλευτικές εκλογές του 1991, λόγω των ισορροπιών που διαμορφώθηκαν στον κομματικό χάρτη, άρχισε και η παράδοση με βάση την οποία οι συμμαχίες για την εκλογή του Προέδρου της Βουλής, επηρεάζουν τις δημαρχιακές εκλογές και κατά πάσα πιθανότητα οδηγούν και στις υποψηφιότητες για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Όπως ανέφερε ο Χριστόφορος Χριστοφόρου, αυτό ξεκίνησε το ‘91, όταν ο ΔΗΣΥ με δική του απόφαση, χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα στήριξε τον υποψήφιο του ΔΗΚΟ κ. Αλέξη Γαλανό για την προεδρία της Βουλής κι ακολούθως επεδίωξε τη συνεργασία. «Παρότι το ΔΗΚΟ δεν δεσμεύτηκε, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών αναγκάστηκε και εξέλεξε τον Κληρίδη. Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε και το 2003 από το ΑΚΕΛ με τη υποστήριξη Τάσσου Παπαδόπουλου για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Είχε προηγηθεί η συνεργασία ΔΗΚΟ-ΑΚΕΛ η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στην προεδρία της Βουλής. Με την ανάληψη της Προεδρίας της Δημοκρατίας από τον κ. Χριστόφια, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ συνεργάστηκαν για την εκλογή του κ. Μάριου Καρογιάν στην προεδρία της Βουλής.

www.kathimerini.com.cy