Kathimerini.gr
Πέτρος Παπακωνσταντίνου
Καταιγιστικό, ασυνάρτητο και τραβηγμένο από τα μαλλιά πολιτικό θρίλερ του Netflix θυμίζουν πλέον οι εξελίξεις στο Ουκρανικό. Ο παρατηρητής χάνει τον λογαριασμό με τις χαοτικές κινήσεις του εκκρεμούς ανάμεσα στην επώαση μιας αμερικανορωσικής Γιάλτας και στην κλιμάκωση του πολέμου σε ανοιχτή σύγκρουση ΝΑΤΟ – Ρωσίας. Η σύγχυση κορυφώθηκε με το πολύκροτο σχέδιο Τραμπ, για το οποίο πολλοί είπαν ότι θα μπορούσε να έχει γραφτεί στο Κρεμλίνο, αλλά ελάχιστοι αιφνιδιάστηκαν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε σαφή την πρόθεσή του να έρθει σε συμφωνία με τον Πούτιν ήδη από τις 12 Φεβρουαρίου, τρεις εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του, όταν τηλεφώνησε στον Ρώσο πρόεδρο για να τον βγάλει από τη διπλωματική καραντίνα της Δύσης. Ακολούθησε το πρωτοφανές πολιτικό λιντσάρισμα του Ζελένσκι από τον Τραμπ και τον αντιπρόεδρό του, Τζέι Ντι Βανς, στο Οβάλ Γραφείο, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, στις 28 Φεβρουαρίου.
Οι εξελίξεις αυτές χαρακτηρίστηκαν από τον Εμανουέλ Μακρόν «ηλεκτροσόκ» για μια Ευρώπη που είχε στοιχισθεί πίσω από την επιθετικά αντιρωσική γραμμή του Τζο Μπάιντεν και κινδύνευε τώρα να μείνει στα κρύα του λουτρού. Γάλλοι και Βρετανοί πρωτοστατούν στον σχηματισμό του λεγόμενου «συνασπισμού προθύμων» για τη στήριξη της Ουκρανίας και πείθουν τον Ζελένσκι να συμφωνήσει στην ιδέα μιας εκεχειρίας 30 ημερών για να αρχίσουν ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Καθώς οι Ρώσοι χρονοτριβούν, ο Αμερικανός πρόεδρος χάνει την υπομονή του και τους απειλεί με δρακόντειες κυρώσεις.
Συνάντηση κορυφής
Αντί για κυρώσεις στη Ρωσία, όμως, αυτό που ακολούθησε ήταν η συνάντηση κορυφής Τραμπ – Πούτιν στο Ανκορατζ της Αλάσκας, στις 15 Αυγούστου, που ξύπνησε φαντάσματα από τη συμφωνία του Μονάχου, το 1938, με τον Τραμπ σε ρόλο Τσάμπερλεν και τον Πούτιν σε ρόλο Χίτλερ. Ενα μήνα αργότερα, ελλείψει υποχωρήσεων από τη Μόσχα, γινόμαστε μάρτυρες άλλης μιας οβιδιακής μεταμόρφωσης του Τραμπ, ο οποίος χαρακτηρίζει τη Ρωσία «χάρτινη τίγρη» και απειλεί να παραδώσει πυραύλους Τόμαχοκ στην Ουκρανία. Ωστόσο στις 16 Οκτωβρίου επιστρέφει στις εργοστασιακές ρυθμίσεις του και ανακοινώνει επικείμενη συνάντηση με τον Πούτιν στη Βουδαπέστη, για να αναιρέσει την αναγγελία του λίγες ημέρες αργότερα.
Υστερα από όλον αυτό τον τραγέλαφο, ήρθε η δημοσιοποίηση, στις 19 Οκτωβρίου, του σχεδίου Τραμπ, τα 28 σημεία του οποίου ισοδυναμούν με καρχηδόνια ειρήνη για την Ουκρανία και με Νέα Γιάλτα για την Ευρώπη. Δεν είναι μόνο ότι το σχέδιο υιοθετούσε τις πιο προχωρημένες αξιώσεις του Κρεμλίνου, όπως την παράδοση στη Ρωσία ολόκληρου του Ντονέτσκ, ακόμη και των περιοχών που ελέγχει το Κίεβο, και τη συρρίκνωση του ουκρανικού στρατού. Τα σημεία που αφορούσαν το καθεστώς ουδετερότητας της Ουκρανίας, τις δεσμεύσεις για μη περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ και για εγγυήσεις ασφαλείας στη Ρωσία γιγάντωσαν τους φόβους των Ευρωπαίων πως η Αμερική του Τραμπ έχει αποφασίσει να μειώσει το αποτύπωμά της στην ήπειρο για να μεταφέρει πόρους και δυνάμεις στην Ασία, με στόχο την ανάσχεση της Κίνας.
Το αναθεωρημένο σχέδιο
Σε μια νέα υπερένταση των διπλωματικών τους προσπαθειών, οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) έπεισαν τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να δεχθεί στη Γενεύη ένα αναθεωρημένο ειρηνευτικό σχέδιο 19 σημείων, που άφηνε για περαιτέρω διαπραγμάτευση τα πιο επίμαχα σημεία της αρχικής πρότασης. Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, και οι δύο πλευρές αποδέχονταν ως βάση συζήτησης το αναθεωρημένο σχέδιο, αλλά το χάσμα στα πιο επίμαχα σημεία παρέμενε αγεφύρωτο. Τι να περιμένουμε, λοιπόν, για τη συνέχεια σε αυτό το ατέλειωτο θέατρο του παραλόγου;
Κάθε πρόβλεψη είναι παρακινδυνευμένη, καθώς εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλά με έναν απρόβλεπτο και ευμετάβλητο πρόεδρο στην Ουάσιγκτον, αλλά με έναν βαθύ διχασμό ολόκληρης της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας και του βαθέος κράτους. Στη μία πλευρά βρίσκονται παράγοντες όπως ο Τζέι Ντι Βανς, που πιστεύουν ότι η ήττα της Ουκρανίας είναι αναπόφευκτη και ότι η Αμερική θα πρέπει να επιδιώξει ένα μοίρασμα σφαιρών επιρροής με τη Ρωσία, που θα τερματίσει το σφιχταγκάλιασμα της τελευταίας με την Κίνα. Από την άλλη παρατάσσονται τα ρεϊγκανικής κοπής «γεράκια», όπως ο Ρούμπιο και ο αδρανοποιημένος πλέον ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για το Ουκρανικό, Κιθ Κέλογκ, οι οποίοι θεωρούν ότι η αναγνώριση μιας ρωσικής νίκης σε αυτόν τον πόλεμο θα ήταν ιστορική ήττα για το σύνολο της Δύσης και πρέπει πάση θυσία να αποτραπεί.
Ο εμφύλιος μέσα στις αμερικανικές ελίτ έλαβε άγριο χαρακτήρα την περασμένη εβδομάδα. Εν πτήσει προς τη Γενεύη, ο Ρούμπιο είχε τηλεφωνική συνδιάλεξη με διακομματική ομάδα γερουσιαστών, που βρίσκονταν στο Χάλιφαξ του Καναδά, και τους είπε ότι το σχέδιο των 28 σημείων δεν συντάχθηκε από Αμερικανούς, αλλά ήταν «κατάλογος αξιώσεων» της Μόσχας. Στη συνέχεια διέψευσε τους γερουσιαστές, αλλά η ζημιά στο σχέδιο είχε γίνει.
Λίγες ημέρες αργότερα, το πρακτορείο Bloomberg έβγαλε στη φόρα υποκλαπείσα τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του ειδικού απεσταλμένου του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, και του συμβούλου του Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ. Εκεί ο Γουίτκοφ έδινε οδηγίες στον συνομιλητή του για το πώς θα έπρεπε να καλοπιάσει ο Ρώσος πρόεδρος τον Αμερικανό ομόλογό του ώστε να αποδεχθεί το σχέδιο που ετοιμαζόταν στο παρασκήνιο. Η διαρροή, για την πηγή της οποίας μπορούμε να κάνουμε εύλογες εικασίες, προκάλεσε κατακραυγή εναντίον του Γουίτκοφ, με έναν Ρεπουμπλικανό βουλευτή, τον Ντον Μπέικον, να λέει ότι ενεργεί σαν πράκτορας της Ρωσίας και να ζητάει την αποπομπή του.
Παράγων Ντμίτριεφ
Ανάλογος διχασμός υπάρχει, πάντως, και στη ρωσική πλευρά, έστω και αν είναι χαμηλότερης ορατότητας. Θαμώνας του Νταβός, με σπουδές στο Στάνφορντ και στο Χάρβαρντ και θητεία στην Goldman Sachs και στη McKinsey, ο ειδικός απεσταλμένος του Κρεμλίνου, Κίριλ Ντμίτριεφ, είναι εκείνος που κατέστρωσε το σχέδιο των 28 σημείων μαζί με τον Γουίτκοφ και ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ρεύματος που επιδιώκει τη συναλλαγή με τις ΗΠΑ.
Στο ίδιο μήκος κύματος λέγεται ότι βρίσκονται ο υπουργός Αμυνας Αντρέι Μπελούσοφ και ο ισχυρής επιρροής διανοούμενος Αλεξάντερ Ντούγκιν. Ο επονομαζόμενος, με μεγάλη δόση υπερβολής, «φιλόσοφος του Πούτιν» βλέπει τη Ρωσία ως κοιτίδα των αξιών της χριστιανικής Δύσης, την οποία υποτίθεται ότι πρόδωσαν οι φιλελεύθερες ελίτ και υπό αυτό το πρίσμα οραματίζεται μια συμμαχία με την Αμερική του Τραμπ και την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά.
Σε άλλη κατεύθυνση προσανατολίζεται ο Σεργκέι Λαβρόφ. Ο 75χρονος υπουργός Εξωτερικών, που εμφανίστηκε στο Ανκορατζ με μπλούζα που έγραφε CCCP (ΕΣΣΔ στο κυριλικό αλφάβητο), υπερασπίζεται την «αντι-ιμπεριαλιστική» γραμμή της στήριξης στον Παγκόσμιο Νότο απέναντι στη Δύση, δίνοντας έμφαση στη συμμαχία με την Κίνα, η οποία θα έμπαινε υπό αίρεση ύστερα από μια συμφωνία με τις ΗΠΑ. Γράφτηκε στον δυτικό Τύπο ότι η απόλυτη αδιαλλαξία του Λαβρόφ στις συνομιλίες με τον Ρούμπιο μετά το Ανκορατζ ήταν ο παράγοντας που τορπίλισε την προσέγγιση της Αλάσκας και εξόργισε τον Τραμπ. Στο ίδιο στρατόπεδο με τον Λαβρόφ ανήκουν παράγοντες όπως ο Σεργκέι Καραγκάνοφ, διευθυντής του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής και Αμυνας, ο οποίος τασσόταν υπέρ της χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία εν είδει προειδοποίησης προς τη Δύση, και η Λέσχη Βαλντάι, το υπ’ αριθμόν 1 ρωσικό think tank στο πεδίο των διεθνών σχέσεων.
Η τελευταία λέξη ανήκει, βέβαια, στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Το πιθανότερο είναι ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα αποδεχθεί συμφωνία μόνον αν αυτή ικανοποιεί τις βασικές αξιώσεις του: ρωσική κυριαρχία στο Ντονμπάς, ουδετερότητα της Ουκρανίας και τέλος στην επέκταση του ΝΑΤΟ. Αν πάλι δεν υπάρξει συμφωνία, μπορεί να ελπίζει ότι ο Τραμπ θα εγκαταλείψει την Ουκρανία στην τύχη της και οι Ευρωπαίοι δεν θα μπορέσουν να καλύψουν το κενό. Στο μεταξύ, ο χρόνος κυλάει προς όφελος της Ρωσίας. Η αναλογία στρατιωτών στο μέτωπο είναι 1:3 και σε κάποια σημεία 1:6 υπέρ της, μόνο τον Οκτώβριο 20.000 Ουκρανοί στρατιώτες λιποτάκτησαν, τα ρωσικά στρατεύματα προωθούνται με επιταχυνόμενο ρυθμό και το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο στην Ουκρανία έχει καταρρεύσει με το τεράστιο σκάνδαλο διαφθοράς που εξανάγκασε σε παραίτηση το δεξί χέρι του Ζελένσκι, Αντρέι Γέρμακ. Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει για όλους.
«Τραμπ και Πούτιν σνομπάρουν την Ευρώπη»
Της Αλεξάνδρας Βουδούρη
Για τέταρτη φορά μέσα σε ένα χρόνο και τρεις μόλις μήνες μετά την περίφημη επίσκεψη της «ομάδας Ευρώπη» (Team Europe) στον Λευκό Οίκο τον περασμένο Αύγουστο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχειρούν να περιορίσουν τις ζημίες για την Ουκρανία και την Ευρώπη, μετά τη νέα προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει συνθηκολόγηση στον Ουκρανό ομόλογό του.
Η συμμετοχή κάποιων Ευρωπαίων αξιωματούχων στις συνομιλίες της Γενεύης μεταξύ αντιπροσωπειών από τις ΗΠΑ και την Ουκρανία την περασμένη Κυριακή, θεωρήθηκε επιτυχία στις Βρυξέλλες. Η πρόεδρος της Κομισιόν κατέληξε, μάλιστα, στο συμπέρασμα ότι το «κουτσουρεμένο» πλέον ρωσο-αμερικανικό σχέδιο με τις ευρω-ουκρανικές τροποποιήσεις μπορεί να αποτελέσει «αφετηρία» για μια ειρηνευτική κατάληξη.
Για τον Μάρκους Ζίνερ, ανώτατο συνεργάτη του German Marshall Fund στο Βερολίνο, τίποτα δεν έχει αλλάξει πραγματικά από τον Αύγουστο, όταν «οι Βρυξέλλες προσπάθησαν να διαμορφώσουν τη διπλωματική διαδικασία, αλλά σε μεγάλο βαθμό παραγκωνίστηκαν από την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα». «Αν μη τι άλλο, η Ε.Ε. είναι ακόμη πιο παθητική τώρα – εν μέρει επειδή τα κράτη-μέλη είναι διχασμένα και εν μέρει επειδή το κανάλι ΗΠΑ – Ρωσίας είναι εκείνο που δίνει νέα ώθηση ειρήνης. Η Ευρώπη υποστηρίζει ρητορικά την Ουκρανία, αλλά δεν καθοδηγεί τις διαπραγματεύσεις», σημειώνει.
Μιλώντας στην «Κ» ο Γερμανός αναλυτής εξηγεί τους λόγους που η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτυγχάνει, αντί να πάρει το προβάδισμα σε διαπραγματεύσεις που αφορούν πρωτίστως τη δική της ασφάλεια. «Πρώτον, η Ε.Ε. πρέπει να μιλήσει με ασυνήθιστα ενιαία φωνή, κάτι αδύνατον εφόσον κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, συνεχίζουν να ακολουθούν μια φιλική γραμμή προς τη Ρωσία». Εξάλλου Ουάσιγκτον και Μόσχα «απλώς δεν παίρνουν σοβαρά την Ευρώπη σε αυτό το παιχνίδι. Δεν βλέπουν τις Βρυξέλλες ως έγκυρο πολιτικό παράγοντα».
Το πιο σημαντικό όμως, κατά τον ίδιο, είναι ότι τελικά «η Ευρώπη δεν έχει την ικανότητα να παράσχει ό,τι είναι απαραίτητο για οποιοδήποτε ειρηνευτικό σχέδιο: αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας», καθώς «ακόμη και μετά σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προστασία των ΗΠΑ και δεν είναι σε θέση να αντισταθμίσει την αμερικανική υποστήριξη, εάν η Ουάσιγκτον αποχωρήσει». Αυτήν ακριβώς τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ θεωρεί ο Αλμπέρτο Αλεμάνο, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο HEC, στο Παρίσι, τον βασικό λόγο που συνεχίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση «συστηματικά να υπονομεύει τη στρατηγική αυτονομία της».
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει τη χρηματοδοτική στήριξη της Ουκρανίας τα επόμενα δύο χρόνια, όπως δεσμεύθηκαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες τον περασμένο Οκτώβριο. Εκεί που έχουν «σκοντάψει» είναι στον τρόπο. Η Κομισιόν κατέθεσε πριν από λίγες ημέρες τρεις προτάσεις: διμερείς συμφωνίες με εθνικές εγγυήσεις, έκδοση κοινού χρέους και ένα «δάνειο αποζημιώσεων» ύψους 140 δισ. μέσω χρήσης των λεγόμενων ρωσικών «παγωμένων» περιουσιακών στοιχείων. Κατά τον Αλμπέρτο Αλεμάνο, «το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ευρώπη θα πληρώσει, πάντα το κάνει. Είναι εάν οι Ευρωπαίοι πολίτες θα αποδέχονται επ’ αόριστον ηγέτες που υπογράφουν επιταγές για πολέμους, το τέλος των οποίων δεν διαπραγματεύονται».



























