Στίβεν Ερλάνγκερ* / New York Times
Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να έχει φθαρεί πολιτικά από τις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά παραμένει ένας εξαιρετικά ισχυρός και απρόβλεπτος παράγοντας, ο οποίος ενδιαφέρεται για την κληρονομιά που πρόκειται να αφήσει πίσω του.
Μετά από τη συντριπτική εκλογική ήττα του Ρεπουμπλικανικού κόμματός, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε μεγάλο βαθμό συγκρατήθηκαν και δεν εξέφρασαν ανοιχτά την ικανοποίησή τους, καθώς αναγνωρίζουν ότι θα πρέπει να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τον Τραμπ.
Δεν γνωρίζουν αν ο Τραμπ, ως πρόεδρος περιορισμένης ισχύος πια, θα αντιδράσει με οργή. Ωστόσο αντιλαμβάνονται, όπως αναφέρουν αξιωματούχοι και αναλυτές, ότι το νέο Κογκρέσο που βγήκε μέσα από τις ενδιάμεσες εκλογές πρόκειται να ασκήσει μόνον περιορισμένο έλεγχο στην εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Εκτιμούν, επίσης, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιθυμεί να αφήσει το στίγμα του όχι μόνο στην Ουάσιγκτον, αλλά και στον τομέα των διεθνών υποθέσεων, όπου διαθέτει ευρεία ελευθερία κινήσεων. Βραχυπρόθεσμα, (σ.σ. οι Ευρωπαίοι) αναμένουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα προσπαθήσει να ξεμπερδέψει με τις συγκρούσεις στο Ιράν και την Ουκρανία, και ότι θα συνεχίσει να ασκεί πίεση στην Ευρώπη ώστε αυτή να αναλάβει μεγαλύτερες ευθύνες για τη δική της άμυνα. Υποθέτουν, επίσης, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνεχίσει να εστιάζει στο Δυτικό Ημισφαίριο, και ειδικότερα στη Βενεζουέλα και στην Κούβα.
Κοιτάζοντας μπροστά, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα επιδιώξουν να προσεγγίσουν τα νέα πρόσωπα στο Κογκρέσο, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις αλλαγές στις Ηνωμένες Πολιτείες και να προσπαθήσουν να πείσουν μια νέα γενιά πολιτικών και επιχειρηματικών ηγετών ότι η διατλαντική σχέση μπορεί να προσαρμόζεται και ότι παραμένει ζωτικής σημασίας για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Αμερικής.
«Οι Ευρωπαίοι πρέπει να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε το ενδιαφέρον της κυβέρνησης Τραμπ για την Ευρώπη, επομένως δεν θέλουμε να ρίξουμε λάδι στη φωτιά πανηγυρίζοντας για την ήττα του Τραμπ», δήλωσε ο Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, πρώην πρεσβευτής της Γερμανίας στην Ουάσιγκτον και νυν πρόεδρος της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια. «Ας πανηγυρίσουν οι Αμερικανοί. Αν πανηγυρίσουμε εμείς για τη νίκη της αντιπολίτευσης στις ΗΠΑ, τότε δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας», πρόσθεσε. «Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα Αμερικανοί ιθύνοντες να αναπτύξουν ένα νέο ενδιαφέρον για την Ευρώπη, την οποία θα δουν όχι ως ένα περιττό βάρος, αλλά ως έναν ενδιαφέροντα και σημαντικό σύμμαχο», ανέφερε ο Ισινγκερ.

Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, ο Τραμπ κλόνισε σοβαρά τη διατλαντική σχέση, αμφισβητώντας τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, απειλώντας να προσαρτήσει τη Γροιλανδία και μειώνοντας την αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία, την ώρα που αυτή η χώρα δίνει μάχη ενάντια στη ρωσική εισβολή.
Η ελπίδα για το μέλλον είναι ότι θα υπάρξει μια πιο παραγωγική διατλαντική σχέση μετά την εκλογή νέου προέδρου στις ΗΠΑ το 2028. Υπάρχει η γενική παραδοχή ότι, ανεξάρτητα από το ποιος θα κερδίσει, δεν πρόκειται να υπάρξει επιστροφή στους θερμούς δεσμούς που είχαν χαρακτηρίσει τα χρόνια της διακυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, δήλωσε ο Τόρστεν Μπένερ, διευθυντής του Global Public Policy Institute στο Βερολίνο. Για τους Ευρωπαίους, το δίδαγμα θα πρέπει να είναι σαφές, σύμφωνα με τον Μπένερ: «Πρέπει να ενισχύσουμε αποφασιστικά την ικανότητά μας να αμυνόμαστε χωρίς να βασιζόμαστε στις ΗΠΑ», ανέφερε.
Οι πιο άμεσες ανησυχίες έχουν να κάνουν με τους πολέμους στην Ουκρανία και στο Ιράν, καθώς και με όσα πρόκειται να αποφασίσει ο Τραμπ σχετικά με την παρουσία και τις θέσεις των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη.
Το άνοιγμα του Τραμπ προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν —με προτάσεις για επιχειρηματικές συμφωνίες, συναντήσεις υψηλού επιπέδου και τερματισμό της διπλωματικής απομόνωσης της Ρωσίας— έρχεται σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή προσπάθεια άσκησης αυξημένης οικονομικής και διπλωματικής πίεσης στη Ρωσία και υπονομεύει την προσπάθεια αυτή.
Ουκρανοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι ο Τραμπ θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει το διάστημα από σήμερα έως τη συγκρότηση του νέου Κογκρέσου στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2027, προκειμένου να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για να κατευνάσει τον Πούτιν -προσπάθεις που μπορεί να συμπεριλαμβάνουν τη διοργάνωση μιας συνάντησης κορυφής στη Φλόριντα, δήλωσαν δύο ανώτεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
«Για την Ευρώπη, ο μεγαλύτερος κίνδυνος πηγάζει από την αλλοπρόσαλλη πολιτική του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία», ανέφερε η Ντανιέλα Σβάρτσερ, πρόεδρος της Hertie School και καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης και Γεωπολιτικής. «Ο κίνδυνος μιας ακόμη στενότερης προσέγγισης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας παραμένει, δεδομένου ότι ο Τραμπ είναι πλέον αποδυναμωμένος», πρόσθεσε.
Οι αμερικανικές προσπάθειες θα συνεχιστούν την επόμενη εβδομάδα με μια προγραμματισμένη τριμερή συνάντηση στο Αμπου Ντάμπι, μεταξύ Αμερικανών, Ρώσων και Ουκρανών απεσταλμένων, προκειμένου να συζητηθούν τα βήματα προς μια συνθήκη ειρήνης και μελλοντικές εγγυήσεις ασφαλείας που «θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν ολόκληρη την Ευρώπη», όπως δήλωσε την Πέμπτη ο Τραμπ. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα είναι εκεί για να στηρίξουν την Ουκρανία, αλλά είναι απίθανο να βρεθούν μέσα στην αίθουσα των συνομιλιών. Οι αξιωματούχοι αυτοί δεν εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι ο Πούτιν είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε σοβαρές διαπραγματεύσεις αυτή τη στιγμή, καθώς ο ίδιος συνεχίζει να σφυροκοπά τις πολιτικές υποδομές της Ουκρανίας ενόψει ενός δριμέος χειμώνα.
Αν ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τον πόλεμο στην Ουκρανία ως ένα ζήτημα που θα καθορίσει την κληρονομιά του, το ίδιο ισχύει και για τον Πούτιν.
Οι προαναφερθέντες Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ο Πούτιν θα περιμένει να δει τι θα συμβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών την άνοιξη του 2027, όπου η Μαρίν Λεπέν -η ακροδεξιά πολιτικός που επιδιώκει τον τερματισμό της γαλλικής οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία- παραμένει το φαβορί. Ο Πούτιν διακρίνει επίσης ρωγμές στην Πολωνία και τη Γερμανία, όπου η κυβέρνηση του Μερτς είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής, ενώ το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), αντιτίθεται στην παροχή βοήθειας προς την Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ συνεχίζει να πωλεί αμερικανικά οπλικά συστήματα στους Ευρωπαίους -ώστε εκείνοι να τα προωθήσουν στην Ουκρανία- και να παρέχει κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με επερχόμενους ρωσικούς πυραύλους και τις μετακινήσεις ρωσικών στρατευμάτων. Ακόμη κι αν αποφασίσει να αποσύρει ορισμένα αμερικανικά στρατεύματα από τις παραδοσιακές τους βάσεις στη Γερμανία, οι Ευρωπαίοι δεν θα δυσαρεστούνταν αν, στη συνέχεια, μετακινούνταν περισσότερες δυνάμεις σε κράτη της πρώτης γραμμής, όπως είναι η Πολωνία.
Σε σχέση με το Ιράν, ο Τραμπ φαίνεται να επιθυμεί τη διαπραγμάτευση αντί για την κλιμάκωση ενός πολέμου που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αντιδημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών ψηφοφόρων, εκτιμούν αξιωματούχοι και αναλυτές. Μέχρι στιγμής, έχει απορρίψει τις σχετικές εκκλήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το αβέβαιο πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου, καθώς και οι προσπάθειες του βασικού του πολιτικού αντιπάλου, Γκάντι Άιζενκοτ, να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας στο Ισραήλ, αποτελούν επιπλέον λόγους για να αποφευχθεί ένα νέο μπαράζ βομβαρδισμών, δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή, ο οποίος εργάζεται πλέον στο Carnegie Endowment.
Είναι λίγοι οι αξιωματούχοι και οι αναλυτές που πιστεύουν ότι νέες στρατιωτικές επιθέσεις θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αλλαγή της στάσης του Ιράν ή της πεποίθησής του ότι μπορεί να αντέξει την αμερικανική πίεση· επιπλέον, ο κ. Τραμπ, νιώθοντας απογοητευμένος, ενδέχεται να αποφασίσει την κλιμάκωση του πολέμου.
«Εχοντας χάσει το Κογκρέσο και βλέποντας τον πόλεμο με το Ιράν να μετατρέπεται σε εκλογικό βαρίδι, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δίλημμα: είτε να επιδιώξει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να διασώσει το κύρος του και να κηρύξει τη νίκη, είτε να κλιμακώσει τη στρατιωτική του δράση ώστε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», δήλωσε ο Αλι Βάεζ, ειδικός του International Crisis Group για το Ιράν.
Κοιτώντας μπροστά, υπάρχει ο κίνδυνος οι Ευρωπαίοι να υπερεκτιμήσουν τις αλλαγές στις αμερικανικές αντιλήψεις, προειδοποίησε η Εμιλι Χάμπερ, πρώην πρεσβευτής της Γερμανίας στην Ουάσιγκτον. «Πιθανότατα θα υπάρξει μια δόση αυταπάτης στην Ευρώπη, ότι σε δύο χρόνια θα έχουμε επιστρέψει στην παλιά κανονικότητα», δήλωσε. «Ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο ρόλος της Ευρώπης στην αμερικανική πολιτική —όσον αφορά την ασφάλεια και την παγκόσμια τάξη— φθίνει. Πρόκειται για μια εξέλιξη που οφείλεται σε δομικούς λόγους και δεν συνδέεται με κομματικές σκοπιμότητες».
Η κύρια επίπτωση για την Ευρώπη ενδέχεται να αφορά λιγότερο την εξωτερική πολιτική και περισσότερο την πολιτική εν γένει, καθώς η ήπειρος οδεύει προς μια χρονιά κρίσιμων εκλογών στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Πολωνία, υποστήριξε η Νάταλι Τότσι, καθηγήτρια στο ευρωπαϊκό παράρτημα της Σχολής Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς.
*Ο Στίβεν Ερλάνγκερ είναι επικεφαλής διπλωματικός ανταποκριτής των New York Times στην Ευρώπη, με έδρα το Βερολίνο.




























