ΠΗΓΗ: Reuters
Ο Τζον Ντ. «Τζέι» Ροκφέλερ Δ΄, πρώην γερουσιαστής των Δημοκρατικών επί τρεις δεκαετίες, πέθανε σήμερα σε ηλικία 89 ετών, στο σπίτι του στην Ουάσιγκτον. Η οικογένειά του δεν γνωστοποίησε την αιτία θανάτου του.
Ο Ροκφέλερ, δισέγγονος του μεγιστάνα του πετρελαίου Τζον Ντ. Ροκφέλερ, υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές φυσιογνωμίες της Δυτικής Βιρτζίνια. Μετριοπαθής, αλλά με σταθερά προοδευτικές θέσεις, εξελέγη το 1984 για πρώτη φορά στη Γερουσία των ΗΠΑ, όπου υπηρέτησε για πέντε εξαετείς θητείες, έχοντας προηγουμένως διατελέσει κυβερνήτης της πολιτείας για δύο θητείες.
Ο Ροκφέλερ είχε ψηφίσει το 2002 υπέρ της απόφασης που εξουσιοδοτούσε τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους να προχωρήσει στον πόλεμο στο Ιράκ, ο οποίος ξεκίνησε με την υπό αμερικανική ηγεσία εισβολή το 2003. Αργότερα, ωστόσο, εξέφρασε τη μεταμέλειά του για την ψήφο του και, ως επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, κατηγόρησε την κυβέρνηση Μπους ότι οδήγησε τη χώρα στον πόλεμο με «ψευδή προσχήματα».
Μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, συμμετείχε σε πρόγραμμα εθνικής κοινωνικής προσφοράς στις φτωχές αγροτικές περιοχές της Δυτικής Βιρτζίνια, από το 1964 έως το 1966. Η εμπειρία αυτή καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πολιτική του σταδιοδρομία.
Ως γερουσιαστής, συνέβαλε στη διαμόρφωση του προγράμματος που θεσπίστηκε το 1997 και μέσω του οποίου η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βοηθά τις πολιτείες να παρέχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη σε ανασφάλιστα παιδιά.
Στήριξε επίσης την αποτυχημένη προσπάθεια του Δημοκρατικού προέδρου Μπιλ Κλίντον, τη δεκαετία του 1990, για σχεδόν καθολική ασφαλιστική κάλυψη υγείας, ενώ αργότερα αγωνίστηκε υπέρ της μεταρρύθμισης του συστήματος υγείας που προώθησε ο Μπαράκ Ομπάμα και υπεγράφη σε νόμο το 2010.
Κατά τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση Ομπάμα, ο Ροκφέλερ είχε προτείνει, χωρίς επιτυχία, τη δημιουργία ενός δημόσιου ασφαλιστικού προγράμματος, διαθέσιμου σε ολόκληρο τον πληθυσμό, ως εναλλακτική λύση στα ιδιωτικά ασφαλιστικά προγράμματα τα οποία συχνά ήταν ιδιαίτερα δυσπρόσιτα.
«Η υπεράσπιση όσων έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη υπήρξε το κάλεσμα της ζωής μου και δεν θα σταματήσω ποτέ να αγωνίζομαι για να κάνω τη διαφορά για τους ανθρώπους που σημαίνουν τόσα πολλά για μένα», είχε δηλώσει το 2013, όταν ανακοίνωσε, σε ηλικία 75 ετών, ότι δεν θα διεκδικούσε έκτη θητεία στη Γερουσία.
Η μεταμέλεια για τον πόλεμο στο Ιράκ
Πριν από την εισβολή στο Ιράκ, η κυβέρνηση Μπους είχε επιχειρηματολογήσει υπέρ του πολέμου επικαλούμενη πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η χώρα διέθετε οπλοστάσιο με όπλα μαζικής καταστροφής –τα οποία τελικά δεν υπήρχαν–, καθώς και υποτιθέμενες διασυνδέσεις της ιρακινής ηγεσίας με το δίκτυο της Αλ Κάιντα, που ευθυνόταν για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ.
«Αν γνώριζα τότε όσα γνωρίζω σήμερα, θα είχα καταψηφίσει», είχε δηλώσει το 2004 στην εφημερίδα Charleston Gazette, αναφερόμενος στην απόφαση του 2002 που εξουσιοδότησε τον πόλεμο. «Πιστεύω ότι οι πληροφορίες κατασκευάστηκαν με τρόπο που εξυπηρετούσε συγκεκριμένο σκοπό, όπως και η ερμηνεία τους. Είχαμε έναν πρόεδρο που, όπως γνωρίζουμε πλέον, ήταν αποφασισμένος να οδηγήσει τη χώρα στον πόλεμο», είχε προσθέσει.
Το 2008, έκθεση της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, στην οποία τότε προήδρευε ο Ροκφέλερ, υποστήριξε ότι ο Μπους, ο αντιπρόεδρός του Ντικ Τσέινι και άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι είχαν παρουσιάσει υπερβολικά διογκωμένα τα ευρήματα των υπηρεσιών πληροφοριών, αγνοώντας τις διαφωνίες στο εσωτερικό τους σχετικά με τα όπλα του Ιράκ και τις αμφιλεγόμενες σχέσεις του με την Αλ Κάιντα.
Η έκθεση απέρριψε τις προπολεμικές δηλώσεις των Μπους και Τσέινι, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράκ ενδέχεται να προμήθευε την Αλ Κάιντα με όπλα μαζικής καταστροφής. «Η παρουσίαση στον αμερικανικό λαό μιας επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των δύο, που υποτίθεται ότι συνιστούσαν μία ενιαία και αδιαχώριστη απειλή, ήταν θεμελιωδώς παραπλανητική και οδήγησε τη χώρα στον πόλεμο με ψευδή προσχήματα», είχε δηλώσει ο Ροκφέλερ κατά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του στη Γερουσία, είχε επίσης αναλάβει την προεδρία των επιτροπών Εμπορίου, Επιστήμης και Μεταφορών, καθώς και Υποθέσεων Βετεράνων.




























