Ακόμη και πριν από την επιδρομή των ΗΠΑ στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, ο πρόεδρος Τραμπ είχε λάβει μια κρίσιμη απόφαση σχετικά με το τι θα ακολουθούσε μετά την απομάκρυνση του ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο.
Οπως αναφέρει δημοσίευμα των New York Times, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επρόκειτο να προσφέρει τη στήριξή του στη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ηγέτιδα της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης το 2025.
Ο Τραμπ κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα βάσει αρκετών κρίσιμων παραγόντων. Συγκεκριμένα, πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών υποδείκνυαν ότι η αντιπολίτευση θα αντιμετώπιζε δυσκολίες στη διακυβέρνηση. Παράλληλα, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, υπήρξε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Ματσάδο και ανώτερων αξιωματούχων της κυβέρνησης Τραμπ.
«Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη να είναι η ηγέτιδα», δήλωσε ο Τραμπ το Σαββατοκύριακο, μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο. «Δεν έχει την εσωτερική στήριξη ούτε τον σεβασμό. Είναι μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν διαθέτει τον απαιτούμενο σεβασμό».
Ο Τραμπ φαίνεται πως πείστηκε από τα επιχειρήματα ανώτερων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Μάρκο Ρούμπιο, οι οποίοι υποστήριζαν ότι αν οι ΗΠΑ επιχειρούσαν να στηρίξουν άμεσα την αντιπολίτευση, αυτό θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τη χώρα και να απαιτηθεί στη συνέχεια ισχυρότερη στρατιωτική παρουσία στο εσωτερικό της.
Μια απόρρητη ανάλυση πληροφοριών της CIA αντανακλούσε επίσης αυτή την εκτίμηση, σύμφωνα με άτομο που έχει γνώση του εγγράφου. Αλλωστε, όπως επισημαίνουν οι NYT, για τον Τραμπ, το ζητούμενο σε σχέση με τη Βενεζουέλα είναι το πετρέλαιο και όχι η προώθηση της δημοκρατίας.
Και παρότι η Ματσάδο είχε καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια να ικανοποιήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, η σχέση της με τον Λευκό Οίκο επιδεινωνόταν σταθερά εδώ και μήνες.
Ειδικότερα, ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν αρχίσει να δυσανασχετούν με τις εκτιμήσεις της σχετικά με την ισχύ του Μαδούρο, θεωρώντας ότι παρείχε ανακριβείς αναφορές πως ήταν στα πρόθυρα κατάρρευσης. Παράλληλα, έγιναν επιφυλακτικοί σχετικά με την ικανότητά της να καταλάβει την εξουσία στη Βενεζουέλα.
Τριβές
Οι τριβές με την Ματσάδο φαίνεται πως έχουν ως σημείο αφετηρίας λίγο μετά την επιστροφή του προέδρου στον Λευκό Οίκο, τον περασμένο Ιανουάριο.
Λίγο πριν από μια επίσκεψή του στο Καράκας, τον Ιανουάριο, ο απεσταλμένος του Τραμπ Ρίτσαρντ Γκρένελ, συναντήθηκε με εκπροσώπους της Ματσάδο στην Ουάσιγκτον.
Ο Γκρένελ ζήτησε να κανονιστεί μια διά ζώσης συνάντηση με την Ματσάδο στο Καράκας και ταυτόχρονα να του παραδοθεί κατάλογος με ονόματα πολιτικών κρατουμένων που η πλευρά της Ματσάδο θα επιθυμούσε να απελευθερωθούν.
Ωστόσο, διά ζώσης συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η Ματσάδο, παρά τις διαβεβαιώσεις της αμερικανικής αντιπροσωπείας ότι θα προστατευόταν, αρνήθηκε να συναντηθεί με τον Γκρένελ. Αντ’ αυτού, κατά την επίσκεψή του κανονίστηκε μια τηλεφωνική συνομιλία.
Η τηλεφωνική συνομιλία ήταν εγκάρδια. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η σχέση επιδεινώθηκε. Η Ματσάδο και η ομάδα της αγνόησαν το αίτημα για την κατάρτιση καταλόγου πολιτικών κρατουμένων, προφανώς για να αποφύγουν κατηγορίες περί ευνοιοκρατίας ή για να μην δοθεί η εντύπωση ότι το κίνημά της συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις.
Επιπλέον, ο Γκρένελ είχε πιέσει επανειλημμένα την Ματσάδο να παρουσιάσει το σχέδιό της για την ανάληψη της εξουσίας από τον υποψήφιο που στήριζε, Εντμουντο Γκονσάλες, αφού στην ίδια είχε απαγορευτεί να είναι υποψήφια. Σύμφωνα με άτομα με γνώση των συνομιλιών, ο απεσταλμένος του Τραμπ απογοητεύτηκε όταν εκείνη δεν παρουσίασε συγκεκριμένες ιδέες για το πώς θα εγκαθιδρυθεί στην εξουσία.
Από την πλευρά της, η Ματσάδο ενοχλήθηκε επίσης από το γεγονός ότι ο Γκρένελ, σε αντίθεση με τον Ρούμπιο, δεν κατήγγειλε με σφοδρό τρόπο τον Μαδούρο ως παράνομο. Ο Γκρένελ φέρεται να είπε σε συνεργάτες του ότι μια τέτοια δήλωση, παρότι αληθής, θα υπονόμευε τη διπλωματική του προσέγγιση.
Το πλάνο Τραμπ-Ρούμπιο και οι αντιδράσεις
Προς το παρόν, Τραμπ και Ρούμπιο έχουν δηλώσει ότι επικεντρώνονται στη συνεργασία με τη μεταβατική πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία υπήρξε αντιπρόεδρος του Μαδούρο.
«Αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα», δήλωσε ο Ρούμπιο την Κυριακή στο NBC. «Και η πραγματικότητα είναι ότι, δυστυχώς η συντριπτική πλειονότητα της αντιπολίτευσης δεν βρίσκεται πλέον εντός της Βενεζουέλας. Υπάρχουν βραχυπρόθεσμα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα».
Ο Φρέντι Γκεβάρα, πρώην βουλευτής της Βενεζουέλας που ζει εξόριστος στη Νέα Υόρκη και είναι μέλος του συνασπισμού της Ματσάδο, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει γιατί ο Λευκός Οίκος επέλεξε να προχωρήσει με την Ροντρίγκες, αλλά εικάζει ότι πρόκειται για την ευκολότερη λύση προς το παρόν.
Ο ίδιος και άλλα μέλη της αντιπολίτευσης επικεντρώνονται τώρα αρχικά στην απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων στη Βενεζουέλα και στη συνέχεια στη δυνατότητα επιστροφής τους στη χώρα και συμμετοχής σε ανοιχτές εκλογές.
Η στήριξη Τραμπ προς την Ροντρίγκες φέρνει επίσης σε δύσκολη θέση ορισμένους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι υπήρξαν ένθερμοι υποστηρικτές της Ματσάδο. Οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές του Μαϊάμι δέχθηκαν επανειλημμένες ερωτήσεις σε συνέντευξη Τύπου το βράδυ του Σαββάτου σχετικά με αυτό το θέμα.
«Είμαι πεπεισμένος ότι όταν γίνουν εκλογές […] ο επόμενος δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της Βενεζουέλας θα είναι η Μαρία Κορίνα Ματσάδο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο βουλευτής Μάριο Ντίαζ-Μπαλάρτ.
Τι (δεν) έκανε η Ματσάδο
Η Ματσάδο, γόνος εύπορης συντηρητικής οικογένειας, είχε οικοδομήσει ισχυρές διασυνδέσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατά τις δεκαετίες ενασχόλησής της με την πολιτική στη Βενεζουέλα.
Η κατηγορηματική απόρριψη κάθε επαφής ή συνομιλίας με την κυβέρνηση Μαδούρο αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής στρατηγικής της — μιας στρατηγικής που είχε εξασφαλίσει στην ίδια στήριξη σημαντικής μερίδας του λαού, αλλά ταυτόχρονα είχε περιορίσει την ικανότητά της να συγκροτήσει έναν ευρύτερο συνασπισμό ικανό να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση.
Επιπρόσθετα, η απερίφραστη στήριξη της στις κυρώσεις κατέστρεψε τις σχέσεις της με τμήματα της επιχειρηματικής ελίτ της Βενεζουέλας, που είχαν διαμορφώσει ένα modus vivendi με τον Μαδούρο.
Το κεντρικό πολιτικό στίγμα της Ματσάδο άρχισε ολοένα και περισσότερο να αντικατοπτρίζει τις απόψεις της διασποράς και να απομακρύνεται από την καθημερινή πραγματικότητα όσων παρέμεναν στη Βενεζουέλα, εκτιμά η ανάλυση των NYT.
Την ώρα που ο Τραμπ ενίσχυε τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας τους τελευταίους μήνες, η Ματσάδο παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σιωπηλή. Δεν προέβη σε καμία δήλωση για την ακύρωση της πλειονότητας των πτήσεων προς τη Βενεζουέλα, την απέλαση δεκάδων χιλιάδων Βενεζουελανών μεταναστών από τις ΗΠΑ, την εκτόξευση του πληθωρισμού στη χώρα ή την κατάρρευση των πετρελαϊκών εσόδων.
Αντ’ αυτού, μέλη της ομάδας της και σύμμαχοί της στην εξορία προχώρησαν σε σοσιαλμιντιακές επιθέσεις κατά πολιτικών αντιπάλων.
Οι ενέργειες αυτές κόστισαν στην Ματσάδο τη στήριξη μελών του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς και πολλών επιχειρηματιών — Αμερικανών και Βενεζουελανών — που είχαν συμφέροντα στη Βενεζουέλα και επιρροή στο περιβάλλον του Τραμπ.
Ο Ορλάντο Τζ. Πέρεζ, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Βόρειου Τέξας στο Ντάλας, δήλωσε ότι το σχόλιο του Τραμπ το Σάββατο για την Ματσάδο τον σόκαρε. «Η δήλωση ότι δεν χαίρει σεβασμού στο εσωτερικό της χώρας, νομίζω ότι δεν ευσταθεί εκ πρώτης όψεως», είπε. «Είναι ξεκάθαρα η πιο δημοφιλής ηγέτιδα της αντιπολίτευσης. Διαθέτει και τη νομιμοποίηση που της προσδίδει το Νόμπελ Ειρήνης».
Ωστόσο, ο Πέρεζ σημείωσε επίσης ότι το σχόλιο του Τραμπ αντανακλά το μη ρεαλιστικό της ανάληψης της εξουσίας από την Ματσάδο χωρίς σημαντική αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
«Δεν ελέγχουν τους μοχλούς της εξουσίας», είπε αναφερόμενος στην Ματσάδο και τον Γκονσάλες. «Δεν ελέγχουν τους θεσμούς και, χωρίς δική μας υπερβολική — ουσιαστική — βοήθεια, δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην εξουσία στη Βενεζουέλα».
Πηγή: New York Times




























