Οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Γροιλανδίας επικεντρώνονται σε ένα πακέτο προτάσεων που προβλέπει ενίσχυση της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική, παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ σε συγκεκριμένες περιοχές του νησιού και περιορισμό της πρόσβασης τρίτων χωρών, κυρίως της Ρωσίας και της Κίνας, στους ορυκτούς του πόρους.
Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με οκτώ ανώτερους αξιωματούχους από τον χώρο της ασφάλειας και της διπλωματίας που μίλησαν στους ΝΥΤ, συνιστούν την πληρέστερη μέχρι σήμερα εικόνα των όρων ενός πιθανού συμβιβασμού για τη Γροιλανδία, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Τετάρτη χωρίς λεπτομέρειες.
Η κίνηση αυτή φάνηκε να εκτονώνει, τουλάχιστον προσωρινά, τη διατλαντική κρίση που είχε προκαλέσει η αμερικανική στάση απέναντι στο δανικό έδαφος.
Σύμφωνα με τους αξιωματούχους, οι προτάσεις που συζητούνται δεν φτάνουν στον δηλωμένο στόχο του Τραμπ για πλήρη μεταβίβαση της κυριότητας της Γροιλανδίας από τη Δανία στις ΗΠΑ.
Ολοι οι εμπλεκόμενοι μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας, επισημαίνοντας ότι πολλές κρίσιμες λεπτομέρειες παραμένουν ανοιχτές και ότι δεν είναι βέβαιο πως οι συνομιλίες θα οδηγήσουν τελικά σε συμφωνία.
Η Κοπεγχάγη έχει δηλώσει δημόσια ότι αντιτίθεται σε οποιαδήποτε παραχώρηση κυριαρχίας εδάφους και ενδέχεται να απορρίψει τα σχέδια που βρίσκονται στο τραπέζι.
Παρ’ όλα αυτά, οι αξιωματούχοι εκφράζουν συγκρατημένη αισιοδοξία ότι μπορεί να υπάρξει λύση που θα απαντά στις ανησυχίες του Τραμπ για την ασφάλεια της Αρκτικής απέναντι σε ρωσικές και κινεζικές κινήσεις, χωρίς να παραβιαστεί η ευρωπαϊκή «κόκκινη γραμμή» ότι η Γροιλανδία δεν πωλείται.
Οι προτάσεις που εξετάζονται περιλαμβάνουν, πρώτον, τη δημιουργία μιας νέας, ενισχυμένης αποστολής του ΝΑΤΟ στην Αρκτική.
Αρκετοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η αποστολή αυτή φέρει την ανεπίσημη ονομασία «Arctic Sentry», κατ’ αναλογία με αντίστοιχες αποστολές της Συμμαχίας στη Βαλτική και την Ανατολική Ευρώπη, οι οποίες έχουν στόχο την αποτροπή μιας ολοένα και πιο επιθετικής Ρωσίας.
Δεύτερον, προβλέπεται η επικαιροποίηση της συμφωνίας του 1951 μεταξύ Δανίας και ΗΠΑ, η οποία παρέχει στον αμερικανικό στρατό ευρεία πρόσβαση στη Γροιλανδία για στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής και λειτουργίας βάσεων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι αυτή η πρόσβαση θα μπορούσε να περιοριστεί ή να τερματιστεί αν η Γροιλανδία αποκτήσει πλήρη ανεξαρτησία.
Στο πλαίσιο αυτό, στο ΝΑΤΟ έχει συζητηθεί η επέκταση της συμφωνίας με ένα νέο καθεστώς που θα δημιουργούσε «θύλακες» αμερικανικής κυριαρχίας στο νησί.
Ενα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να βασιστεί στο μοντέλο των «κυρίαρχων περιοχών βάσεων» στην Κύπρο, όπου οι βρετανικές στρατιωτικές βάσεις θεωρούνται βρετανικό έδαφος.
Αυτό θα παρείχε στις ΗΠΑ μεγαλύτερο έλεγχο από εκείνον που ασκούν σήμερα ακόμη και σε εγκαταστάσεις όπως οι πρεσβείες τους.
Ο Τραμπ και άλλοι αξιωματούχοι έχουν αναφέρει ότι τέτοιες περιοχές στη Γροιλανδία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο στα σχέδια για την ανάπτυξη του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome», τμήματα του οποίου ενδέχεται να εγκατασταθούν στο νησί.
Τρίτον, εξετάζεται ο περιορισμός των δικαιωμάτων εξόρυξης σπάνιων γαιών και κρίσιμων ορυκτών από χώρες εκτός ΝΑΤΟ, με σαφή στόχευση τη Ρωσία και την Κίνα. Τα κοιτάσματα αυτά βρίσκονται βαθιά κάτω από τον παγετώνα της Γροιλανδίας και θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.
Ολες αυτές οι ιδέες βρίσκονται σε συζήτηση εντός του ΝΑΤΟ εδώ και περίπου έναν χρόνο, ως άμεση απάντηση στις φιλοδοξίες που έχει εκφράσει δημόσια ο Τραμπ από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025.
Ο ίδιος έχει εντείνει τη ρητορική του περί απόκτησης της Γροιλανδίας, με τη Δανία να απαντά εξίσου κατηγορηματικά ότι το νησί δεν πωλείται και ότι το μέλλον του αποτελεί υπόθεση της ίδιας και της Γροιλανδίας, όχι της Συμμαχίας.
Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, δήλωσε ότι δεν τάσσεται υπέρ της παραχώρησης κυριαρχίας στις ΗΠΑ επί στρατιωτικών βάσεων στο νησί.
«Είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε πολλά πράγματα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «η κυριαρχία είναι κόκκινη γραμμή».
Η ιδέα της αναγνώρισης κυριαρχικών αμερικανικών βάσεων στη Γροιλανδία τέθηκε την Τετάρτη σε συζητήσεις μεταξύ αξιωματούχων του ΝΑΤΟ και δυτικών στρατιωτικών παραγόντων.
Ο ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, Αλεξους Γ. Γκρίνκεβιτς, ανέφερε ότι το ζήτημα τέθηκε ως πολιτικό θέμα προς επίλυση από τις κυβερνήσεις και όχι από τους στρατιωτικούς.
Ο ίδιος σημείωσε ότι δεν υπάρχει ακόμη επιχειρησιακός σχεδιασμός και ότι δεν έχει δοθεί πολιτική κατεύθυνση για την έναρξη κοινών αρκτικών επιχειρήσεων.
Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν, σε δημόσια δήλωσή της, φάνηκε πάντως να αποδέχεται ορισμένες πτυχές των συζητήσεων, απορρίπτοντας ρητά οποιαδήποτε μεταβίβαση κυριαρχίας. «Μπορούμε να διαπραγματευτούμε τα πάντα σε πολιτικό επίπεδο: ασφάλεια, επενδύσεις, οικονομία. Δεν μπορούμε όμως να διαπραγματευτούμε την κυριαρχία μας», ανέφερε.
Ο Τραμπ δεν έδωσε σχεδόν καμία λεπτομέρεια για τη συμφωνία που ανακοίνωσε, ούτε στις σύντομες δηλώσεις του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ούτε στις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Στην ομιλία του στο Νταβός απέκλεισε τη χρήση στρατιωτικής βίας για την κατάληψη της Γροιλανδίας, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο οικονομικών πιέσεων προς συμμάχους.
Το ίδιο βράδυ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε και ανέστειλε τους δασμούς που σχεδίαζε να επιβάλει σε εισαγωγές από τη Δανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες που είχαν στηρίξει την Κοπεγχάγη.
Aρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν ανακούφιση για την αποκλιμάκωση της κρίσης. Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι «θα προστατεύσουμε τη Δανία, τη Γροιλανδία και τον Βορρά από την απειλή που συνιστά η Ρωσία», υπογραμμίζοντας ότι οι συνομιλίες μεταξύ Δανίας, Γροιλανδίας και Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να διεξαχθούν με βάση τις αρχές της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Πηγή: New York Times




























