Πάνω από έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να μεταφέρει ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της πίεσης από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο. Η επιδίωξη της Ουάσιγκτον είναι σαφής: να περιορίσει τόσο δραστικά τα έσοδα και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της Τεχεράνης, ώστε το οικονομικό κόστος του πολέμου να καταστεί δυσβάσταχτο.
Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μιλήσει για μια επερχόμενη «οικονομική D-Day» για το Ιράν, υποστηρίζοντας με τον χαρακτηριστικά απόλυτο τρόπο του ότι η ιρανική οικονομία «καταρρέει πλήρως». Τη Δευτέρα (24/08), ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, παρουσίασε τη νέα φάση της αμερικανικής εκστρατείας, προειδοποιώντας ακόμη και τρίτες χώρες ότι η συνέχιση των συναλλαγών με την Τεχεράνη μπορεί να τις φέρει αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις.
Πίσω όμως από τη ρητορική του Λευκού Οίκου βρίσκεται μια οικονομία που πράγματι εμφανίζει όλο και περισσότερα σημάδια ασφυξίας
Σε ανάλυσή του, το Axios καταγράφει πέντε βασικά μέτωπα στα οποία η οικονομική κατάσταση του Ιράν επιδεινώνεται: την κατάρρευση του ριάλ, τον πληθωρισμό, τη δραματική συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, την απώλεια των εσόδων από το πετρέλαιο και τη διολίσθηση της οικονομίας προς βαθιά ύφεση.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι άλλο: πόσο οικονομικό πόνο είναι διατεθειμένη να αντέξει η ιρανική ηγεσία, προκειμένου να μην υποχωρήσει στους στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς της στόχους;
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ
1.Το ριάλ σε ιστορικό χαμηλό
Η πιο άμεση εικόνα της κρίσης βρίσκεται στην αγορά συναλλάγματος.
Το ιρανικό ριάλ υποχώρησε τη Δευτέρα (24/08) στις 2,02 εκατ. μονάδες ανά δολάριο, καταγράφοντας νέο ιστορικό χαμηλό. Πριν από την έναρξη του πολέμου, η ισοτιμία βρισκόταν περίπου στα 1,65 εκατ. ριάλ ανά δολάριο, επίπεδο που ακόμη και τότε αποτελούσε αρνητικό ρεκόρ.
Μέσα σε έξι μήνες, επομένως, απαιτούνται περίπου 22% περισσότερα ριάλ για την αγορά ενός δολαρίου.
Για μια οικονομία που επί δεκαετίες βρίσκεται αντιμέτωπη με διεθνείς κυρώσεις, η υποτίμηση του νομίσματος δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Ο πόλεμος, όμως, οι περιορισμοί στο εμπόριο και η νέα αμερικανική πίεση έχουν επιταχύνει την πτώση.
Και αυτή η πτώση μεταφέρεται σχεδόν αμέσως στην καθημερινότητα: ακριβότερες εισαγωγές, ακριβότερα τρόφιμα και φάρμακα και μισθοί που χάνουν συνεχώς την πραγματική τους αξία.
2. Ο πληθωρισμός «τρώει» τους μισθούς
Η δεύτερη και ίσως πιο επώδυνη πλευρά της κρίσης είναι η εκρηκτική αύξηση των τιμών.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στο Ιράν θα φθάσει το 68,9% το 2026, ενώ η οικονομία της χώρας αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 5,4%.
Τα στοιχεία μέσα από το ίδιο το Ιράν αποτυπώνουν ακόμη πιο έντονα την πίεση που βιώνουν τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με το Στατιστικό Κέντρο της χώρας, οι τιμές καταναλωτή τον Ιούλιο ήταν 87,9% υψηλότερες σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 66%.
Στα τρόφιμα και τα ποτά η εικόνα είναι ακόμη πιο δραματική: οι τιμές αυξήθηκαν περισσότερο από 128% σε ετήσια βάση.
Με απλά λόγια, ένα καλάθι τροφίμων που κόστιζε 100 πριν από έναν χρόνο κοστίζει πλέον πάνω από 228.
3. Οι Ιρανοί κόβουν ακόμη και βασικά αγαθά
Πίσω από τους δείκτες και τα ποσοστά βρίσκεται η καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Με το ριάλ να χάνει συνεχώς αξία και τις τιμές να κινούνται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από τους μισθούς, ολοένα περισσότερες ιρανικές οικογένειες περιορίζουν ακόμη και βασικές αγορές.
Ο 52χρονος οδηγός ταξί Αχμάντ Καρίμι, πατέρας δύο παιδιών, περιέγραψε στο Associated Press ότι εργάζεται έως και 15 ώρες την ημέρα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα έξοδα της οικογένειάς του.
Οπως είπε, το νοικοκυριό του έχει αρχίσει να κόβει φρούτα και πρωτεΐνες, έχει εγκαταλείψει τις δραστηριότητες αναψυχής και εργάζεται ακόμη και τα Σαββατοκύριακα.
Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Ο συνδυασμός πληθωρισμού, ανεργίας και υποτίμησης του νομίσματος συμπιέζει μεγάλο μέρος της ιρανικής μεσαίας τάξης, ενώ η οικονομική δυσαρέσκεια αποτυπώνεται όλο και συχνότερα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Για την Τεχεράνη, αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη παράμετρος της κρίσης: η οικονομική πίεση μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε πολιτική και κοινωνική πίεση.

4. Στερεύει η βασική πηγή εσόδων: Το πετρέλαιο
Η μεγαλύτερη αδυναμία του Ιράν, ωστόσο, βρίσκεται στο πετρέλαιο.
Για χρόνια, ακόμη και υπό καθεστώς βαρέων κυρώσεων, η Τεχεράνη είχε καταφέρει να διατηρεί σημαντικές εξαγωγές μέσω ενός σύνθετου δικτύου μεσαζόντων, «σκιωδών» δεξαμενόπλοιων και εμπορικών διαδρομών, με την Κίνα να αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού αργού.
Ο πόλεμος και ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός άλλαξαν δραματικά αυτή την εικόνα.
Οι ροές ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα υποχώρησαν τον Αύγουστο περίπου στα 534.000 βαρέλια ημερησίως, από 823.000 τον Ιούλιο και έναν μέσο όρο περίπου 1,4 εκατ. βαρελιών ημερησίως το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του Kpler που επικαλείται το Reuters.
Η συρρίκνωση αυτή στερεί από την κυβέρνηση μία από τις σημαντικότερες πηγές σκληρού συναλλάγματος, ακριβώς τη στιγμή που το κράτος καλείται να χρηματοδοτήσει έναν παρατεταμένο πόλεμο.
5. Θέσεις εργασίας χάνονται, η ύφεση βαθαίνει
Πριν από τον πόλεμο, οι προοπτικές της ιρανικής οικονομίας ήταν ασθενείς, αλλά όχι καταστροφικές.
Πλέον η εικόνα είναι πολύ διαφορετική.
Το ΔΝΤ προβλέπει συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 5,4% το 2026, με την επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας να συνοδεύεται από απώλειες θέσεων εργασίας.
Την άνοιξη, η ανεργία είχε αυξηθεί στο 9,1%, περίπου 450.000 λιγότεροι άνθρωποι είχαν εργασία σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η ανεργία των νέων είχε φθάσει στο 23,4%, σύμφωνα με το IranWire, το οποίο επικαλείται τα τελευταία στοιχεία του Κέντρου Στατιστικής του Ιράν.
Η πτώση της κατανάλωσης, οι δυσκολίες στο εμπόριο, η καταστροφή ή υπολειτουργία παραγωγικών υποδομών και η αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο: οι επιχειρήσεις περιορίζουν τη δραστηριότητά τους, οι θέσεις εργασίας χάνονται και τα κρατικά φορολογικά έσοδα πιέζονται ακόμη περισσότερο.
Μπορούν οι κυρώσεις να αναγκάσουν την Τεχεράνη να υποχωρήσει;
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης Τραμπ.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να εκτιμά ότι, αν περιορίσει αρκετά τις οικονομικές «γραμμές ζωής» του Ιράν, κάποια στιγμή η ηγεσία της χώρας θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στη συνέχιση του πολέμου και στη διατήρηση της εσωτερικής σταθερότητας.
Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έδωσε την περασμένη εβδομάδα μια σπάνια ένδειξη του προβληματισμού που υπάρχει στο εσωτερικό της χώρας, λέγοντας ότι ίσως θα ήταν προτιμότερο το Ιράν να «τερματίσει τον πόλεμο σήμερα», όσο ακόμη βρίσκεται, όπως υποστήριξε, σε θέση «ισχύος και αξιοπρέπειας».
Αυτό, όμως, απέχει πολύ από το να σημαίνει ότι η Τεχεράνη βρίσκεται κοντά σε συνθηκολόγηση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ιράν έχει δεκαετίες εμπειρίας στην προσαρμογή σε βαριές κυρώσεις και έχει δείξει επανειλημμένα μεγάλη ανοχή στην οικονομική πίεση. Παράλληλα, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι προηγούμενες παραχωρήσεις δεν απέφεραν την οικονομική ανακούφιση που περίμενε, γεγονός που μπορεί να την κάνει ακόμη πιο διστακτική απέναντι σε έναν νέο συμβιβασμό.
Υπάρχει και ακόμη ένας κίνδυνος: η οικονομική ασφυξία δεν οδηγεί υποχρεωτικά κατευθείαν στη διαπραγμάτευση. Θα μπορούσε προηγουμένως να προκαλέσει νέα στρατιωτική κλιμάκωση, εάν η Τεχεράνη επιχειρήσει να αυξήσει το κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους πριν δεχθεί να κάνει πίσω.
Οι κυρώσεις του Ντόναλντ Τραμπ είναι σχεδιασμένες για να κάνουν τη συνέχιση του πολέμου αφόρητα ακριβή για το Ιράν. Αλλά η χώρα έχει δείξει στο παρελθόν ότι διαθέτει εξαιρετικά μεγάλη ανεκτικότητα στον οικονομικό «πόνο».
Με πληροφορίες από Axios, Associated Press, Reuters




























