Γράφει η Λένα Αργύρη
Κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας (joint resolution of disapproval) κατέθεσε πριν απο λίγο στη Βουλή των Αντιπροσώπων η Δημοκρατική βουλευτής Ντίνα Τάιτους, επιδιώκοντας να εμποδίσει την προτεινόμενη πώληση των κινητήρων F110-GE-129E/F για το πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού TF-X (KAAN).
Το ψήφισμα, το οποίο βρίσκεται αποκλειστικά στη διάθεση της «Καθημερινής», στρέφεται κατά της κοινοποίησης υπ’ αριθ. 24-051, την οποία η αμερικανική κυβέρνηση διαβίβασε στο Κογκρέσο στις 24 Ιουνίου, όπως υποχρεούται από το άρθρο 36(c) του Νόμου για τον Ελεγχο των Εξαγωγών (Arms Export Control Act), πριν από την ολοκλήρωση μεγάλων εξοπλιστικών πωλήσεων προς το εξωτερικό.
Ειδικότερα, το ψήφισμα αφορά στην προμήθεια αμυντικών ειδών, αμυντικών υπηρεσιών και τεχνικών δεδομένων που απαιτούνται για την ενσωμάτωση, την εγκατάσταση, τις εξωτερικές τροποποιήσεις, την πιστοποίηση καταλληλότητας, την επιχειρησιακή πιστοποίηση, τη συναρμολόγηση και τις δοκιμές των κινητήρων F110-GE-129E/F στο TF-X (KAAN). Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη πώληση δεν αφορά μόνο στους ίδιους τους κινητήρες, αλλά και στο σύνολο του τεχνικού πακέτου υποστήριξης και τεχνογνωσίας που απαιτείται για την επιχειρησιακή αξιοποίησή τους στο τουρκικό αεροσκάφος.
Το κοινό ψήφισμα αποτελεί το νομοθετικό εργαλείο με το οποίο το Κογκρέσο μπορεί να επιχειρήσει να μπλοκάρει μια εξοπλιστική συμφωνία που έχει ήδη αποφασιστεί από την εκτελεστική εξουσία. Η κατάθεσή του δεν ακυρώνει αυτομάτως την πώληση, αλλά ενεργοποιεί τη διαδικασία κοινοβουλευτικής αποδοκιμασίας. Για να μπλοκαριστεί δεσμευτικά η πώληση, το ψήφισμα πρέπει να εγκριθεί τόσο από τη Βουλή όσο και από τη Γερουσία και στη συνέχεια να καταστεί νόμος, είτε με την υπογραφή του Προέδρου είτε με υπερκέραση ενδεχόμενου προεδρικού βέτο.
Σε ένα τέτοιο, πρακτικά απίθανο, ενδεχόμενο -με βάση τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς και την απουσία ευρείας διακομματικής αντίθεσης- η συγκεκριμένη πώληση δεν θα μπορούσε να προχωρήσει.
Το ψήφισμα παραπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, όπου θα εξεταστεί στο επόμενο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας. Η διαδικασια θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της 15ήμερης προθεσμίας που προβλέπει ο Arms Export Control Act και η οποία άρχισε να μετρά στις 24 Ιουνίου, οποτε και εγινε η κοινοποιηση απο το Στειτ Ντιπαρτμεντ.
Η διατύπωσή του κοινού ψηφίσματος μάλιστα αποσαφηνίζει και τη φύση της προτεινόμενης συναλλαγής. Ενώ μέχρι πρότινος υπήρχαν ενδείξεις, πληροφορίες και δημοσιεύματα ότι η μεταβίβαση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσω απευθείας εμπορικής πώλησης (Direct Commercial Sale), το κείμενο αναφέρεται ρητά σε Πρόγραμμα Ξένων Στρατιωτικών Πωλήσεων (Foreign Military Sale).
Στη συγκεκριμένη διαδικασία, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ο επίσημος πωλητής. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εγκρίνει τη συναλλαγή, η Υπηρεσία Συνεργασίας για την Αμυντική Ασφάλεια (Defense Security Cooperation Agency – DSCA) τη διαβιβάζει επισήμως στο Κογκρέσο και στην συνεχεια η σύμβαση συνάπτεται σε διακρατικό επίπεδο, δηλαδή μεταξύ της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και της κυβέρνησης της χώρας-αγοραστή.




























