Kathimerini.gr
Οπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απείλησε να σταματήσει την παροχή όπλων προς την Ουκρανία, προκειμένου να πιέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους να συμμετάσχουν σε «συμμαχία των προθύμων» για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, σύμφωνα με αξιωματούχους με γνώση των συζητήσεων.
Τα Στενά έχουν ουσιαστικά κλείσει από το Ιράν μετά τα πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ στα τέλη Φεβρουαρίου, διακόπτοντας μια διαδρομή μέσω της οποίας διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου.
Ο Τραμπ είχε ζητήσει από το ΝΑΤΟ να συμβάλει στο άνοιγμα της θαλάσσιας οδού, αλλά μία σειρά από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αρνήθηκαν, επικαλούμενες την αδυναμία ανάληψης δράσης εν μέσω σύγκρουσης, με ορισμένες να τονίζουν ότι «δεν είναι δικός μας πόλεμος».
Σύμφωνα με τρεις αξιωματούχους που επικαλούνται οι FT, ο Τραμπ αντέδρασε απειλώντας να διακόψει τις προμήθειες προς το PURL, τον μηχανισμό προμήθειας όπλων του ΝΑΤΟ για την Ουκρανία που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκές χώρες.
Υπό αυτή την πίεση και έπειτα από παρότρυνση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ομάδα χωρών, μεταξύ αυτών η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, εξέδωσε στις 19 Μαρτίου κοινή δήλωση, εκφράζοντας «ετοιμότητα να συμβάλουν σε κατάλληλες προσπάθειες για τη διασφάλιση της ασφαλούς διέλευσης» από τα Στενά.
Oπως ανέφερε αξιωματούχος, ο Ρούτε επέμεινε στη δήλωση καθώς ο Τραμπ είχε απειλήσει να αποσυρθεί τόσο από το PURL όσο και γενικότερα από την υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ο ίδιος είχε επαφές με τον Τραμπ και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τις ημέρες πριν από τη δήλωση.
Αλλος αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Ρούτε περιέγραψε τον Τραμπ ως «ιδιαίτερα εκνευρισμένο» από την άρνηση των Ευρωπαίων να συμβάλουν στην προστασία των Στενών του Ορμούζ.
Βρετανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι υπήρχαν ήδη στρατιωτικές συνομιλίες ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου για την ασφάλεια της περιοχής, χωρίς να διαψεύδουν ότι υπήρξαν αμερικανικές πιέσεις σε σχέση με την Ουκρανία.
Από τον Λευκό Οίκο, η εκπρόσωπος Αννα Κέλι ανέφερε ότι ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφή την απογοήτευσή του από το ΝΑΤΟ, σημειώνοντας ότι «οι ΗΠΑ θα το θυμούνται».
Financial Times




























