ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ανώτατο: Απορρίφθηκε έφεση καταδικασθέντα για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών

Ο Εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή, αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο

ΚΥΠΕ

Ήρθε η ώρα επανεξέτασης του πλαισίου μείωσης των ποινών και πρόωρης αποφυλάκισης καταδικασθέντων, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εγκλήματα που διέπραξαν είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό σημειώνει το Ανώτατο, σε απόφασή του με την οποία απορρίπτει έφεση κατά της ποινής που επιβλήθηκε σε καταδικασθέντα για αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, ο οποίος είχε καταδικασθεί παλαιότερα για παρόμοιας φύσης αδικήματα και είχε αποφυλακιστεί, έχοντας εκτίσει τη μισή από την ποινή που του είχε αρχικά επιβληθεί.

Συγκεκριμένα, το Ανώτατο στην απόφασή του 25ης Φεβρουαρίου, αναφέρει ότι ο Εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος με δική του παραδοχή σε κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014 (ο Νόμος). Κρίθηκε επίσης ένοχος σε κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας και του επιβλήθηκαν διάφορες ποινές, με το Κακουργιοδικείο να κρίνει ότι ορισμένες θα είναι συντρέχουσες και ορισμένες διαδοχικές, με το συνολικό ύψος της ποινής φυλάκισης, που επιβλήθηκε ανέρχεται στα δέκα έτη.

Πέραν των πιο πάνω, προστίθεται σε άλλο σημείο της απόφασης, ο Εφεσείοντας βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση 27919/1999, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Είχε κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε τέσσερις κατηγορίες για διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας κάτω των 13 ετών, σε τρεις κατηγορίες για απαγωγή με σκοπό τη συνουσία και σε τρεις κατηγορίες για απαγωγή γυναίκας κάτω των 16 ετών. Οι παραπονούμενες ήταν αδελφές, ηλικίας 8, 10 και 12 ετών. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 20 ετών.

«Παρεμβάλλουμε ότι, παρά την επιβολή 20ετούς ποινή φυλάκισης από το αρμόδιο Δικαστήριο, ο Εφεσείοντας, όπως επιβεβαιώθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης, αποφυλακίσθηκε το 2010, εκτίοντας δηλαδή το εν δεύτερο της ποινής που του επιβλήθηκε», σημειώνεται.

«Θεωρούμε ότι επέστη ο χρόνος επανεξέτασης του πλαισίου μείωσης των ποινών και πρόωρης αποφυλάκισης καταδικασθέντων, ιδίως σε περιπτώσεις όπου τα εγκλήματα που διέπραξαν είναι ιδιαιτέρως σοβαρά, όπως εν προκειμένω», τονίζεται.

Προς αυτό γίνεται αναφορά σε υπόθεση του 2018 στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «το στοιχείο της πραγματιστικής θεώρησης του ζητήματος, αναφορικά με πρόσωπα για τα οποία τίθεται εξ αρχής ζήτημα μειωμένης ποινής λόγω χαρακτηριστικών όπως είναι η προχωρημένη ηλικία, έχει αποκτήσει υπόσταση και στην Κύπρο μετά την αναγνώριση δικαιώματος κρατουμένων για υποβολή αιτήματος για επ` αδεία αποφυλάκιση (άρθρο 14Α του περί Φυλακών Νόμου, Ν. 62(Ι)/1996, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 37(Ι)/2009)».

Ιδιαίτερη μάλιστα σημασία, προστίθεται, «πρέπει να δοθεί στην τροποποίηση του άρθρου 14Α που επήλθε με το Ν. 42(Ι)/2018, διά του οποίου προστέθηκε επιφύλαξη (proviso) στο εδάφιο (5) με τέτοιο τρόπο ώστε, ενώ στο ίδιο το εδάφιο (5) ορίζεται ότι για την υποβολή αιτήματος για αποφυλάκιση, το ήμισυ της ποινής που θα πρέπει ο καταδικασθείς να εκτίσει “είναι το ήμισυ της ποινής που του επέβαλε το Δικαστήριο”, με την επιφύλαξη ορίστηκε ότι κατά τον υπολογισμό του ημίσεως της ποινής που επέβαλε το Δικαστήριο λαμβάνεται υπόψιν όχι απλώς η μείωση της ποινής που έχει εξασφαλίσει λόγω επίδειξης καλής διαγωγής και εργατικότητας, με αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Νόμου, αλλά κατά τρόπο πρωθύστερο, λαμβάνεται υπόψιν και η μείωση της ποινής που “αναμένεται” [στο μέλλον] να εξασφαλίσει λόγω καλής διαγωγής και εργατικότητας».

Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το Ανώτατο, «η πρωτόδικη απόφαση αποδίδει και περιγράφει με κάθε τεκμηρίωση την ασελγή συμπεριφορά του Εφεσείοντα με θύματα παιδιά και μάλιστα στενά συγγενικά του πρόσωπα».

«Εκμεταλλευόμενος τη σχέση εμπιστοσύνης που κάλυπτε το πρόσωπό του, επιδιδόταν στις πράξεις που έχουμε περιγράψει, οδηγώντας στη σύνθλιψη του ψυχικού κόσμου των θυμάτων», προστίθεται.

«Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην πρωτόδικη απόφαση, ο Εφεσείων ενεργούσε μεθοδικά για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες σεξουαλικές του ορέξεις. Και με επιμονή, χωρίς να πτοηθεί από το γεγονός ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, η μεγαλύτερη ανηψιά του τον κατήγγειλε σε άλλα μέλη της οικογένειας. Ως αποτέλεσμα της διαστροφικής του συμπεριφοράς, τα θύματά του παρουσίαζαν έντονη συναισθηματική αναστάτωση, με έντονο το συναίσθημα αηδίας και ντροπής, αισθανόντουσαν άγχος, διαταραχή στον ύπνο, φόβο απόρριψης, έλλειψη εμπιστοσύνης και σημαντικές αναστολές», σημειώνεται.

Τα γεγονότα που καλύπτουν την ενώπιόν μας περίπτωση, συνεχίζει το Ανώτατο στην απόφασή του, «και οι επιβαρυντικοί παράγοντες που έχουμε ήδη υποδείξει, μεταξύ των οποίων η ηλικία και το ευάλωτο των θυμάτων, η συγγενική σχέση, το εκτεταμένο χρονικό διάστημα που κάλυπτε η έκνομη συμπεριφορά του Εφεσείοντα, τα αποτελέσματα που αυτή επέφερε στον ψυχικό κόσμο των θυμάτων, η προηγούμενη καταδίκη αλλά και η επιμονή του στη διάπραξη εγκλημάτων αυτής της μορφής - όπως αναδύεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο μέσα από την όλη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης που λήφθηκε υπόψη - κατατάσσουν την παρούσα περίπτωση ως μία από τις σοβαρότερες που απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια τα δικαστήριά μας».

Συνεπώς, σημειώνεται, «η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης, δεν θα μπορούσε να αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς. Το σύνολο των διαδοχικών ποινών που επιβλήθηκαν βρισκόταν σε αναλογία και εναρμονιζόταν πλήρως με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών».

«Αντικρίζοντας την εγκληματική συμπεριφορά του Εφεσείοντα ως σύνολο και για τους λόγους που έχουμε ήδη εξηγήσει, δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής, ούτε και έχει καταδειχθεί ότι η υπό κρίση ποινή είναι έκδηλα υπερβολική, δεδομένης της σοβαρότητας των κατηγοριών, αλλά και των γεγονότων που τις περιβάλλουν. Η ποινική μεταχείριση του Εφεσείοντα, μέσω της επιβολής διαδοχικών ποινών, δεν ήταν δυσανάλογη με την έκταση και τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς», αναφέρεται.

Το Κακουργιοδικείο, καταλήγει το Ανώτατο, «συνεκτίμησε στο ορθό πλαίσιό τους τα ενώπιόν του δεδομένα και, ορθά εφαρμόζοντας τα νομολογιακά καθορισμένα κριτήρια, επέβαλε την αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

ΚΥΠΕ

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση