ΚΥΠΕ
Το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις που άσκησαν γιατρός και η σύζυγός του κατά της πρωτόδικης καταδίκης τους για την πώληση ιατρικού αναλώσιμου σε ασθενή, το οποίο παρέχεται δωρεάν από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Με απόφασή του, ημερομηνίας 31 Μαρτίου 2026, το Εφετείο επικύρωσε τις καταδίκες τους, απορρίπτοντας όλους τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, ενώ προχώρησε μόνο σε μερική μείωση των ποινών του γιατρού, λόγω σφάλματος στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου ποινής.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο συγκεκριμένος γιατρός, νευροχειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, έπεισε ασθενή που επρόκειτο να χειρουργηθεί για υδροκεφαλία, καθώς και τους συγγενείς της, να καταβάλουν το ποσό των €1500 για την αγορά συγκεκριμένης μαγνητικής βαλβίδας εγκεφάλου. Τους παρουσίασε τη βαλβίδα που θα προμηθευόταν από την εταιρεία της συζύγου του, ως ανώτερη από εκείνη που παρέχεται δωρεάν από το νοσοκομείο και υποστήριξε ότι θα χρησιμοποιείτο στην επέμβαση. Τα χρήματα παραδόθηκαν τελικά στη σύζυγό του σε χώρο στάθμευσης, χωρίς έκδοση οποιουδήποτε παραστατικού, περιστατικό που αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας στην οποία στηρίχθηκε η κατηγορία. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε τις συνθήκες της συναλλαγής ως ιδιαίτερα ύποπτες, σημειώνοντας ότι έγιναν «εν κρυπτώ και παραβύστω», με τρόπο που «θύμιζε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών».
Η επέμβαση της ασθενούς πραγματοποιήθηκε τελικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από άλλο γιατρό της κλινικής, με τον κατηγορούμενο να έχει ρόλο επίβλεψης. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή την επέμβαση πραγματοποίησε άλλος γιατρός, ενώ ο κατηγορούμενος είχε μόνο ρόλο επίβλεψης, οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι είχε μαζί του μια δεύτερη βαλβίδα «σε περίπτωση ανάγκης».
Οι εφεσείοντες προέβαλαν σειρά επιχειρημάτων, υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη. Μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκαν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν αντικειμενικά αμερόληπτο, επικαλούμενοι τόσο το λεκτικό της απόφασης όσο και υποτιθέμενες σχέσεις του Δικαστή με πρόσωπα που σχετίζονταν με την υπόθεση. Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς, τονίζοντας ότι ο «μέσος εχέφρων και πληροφορημένος παρατηρητής» δεν θα κατέληγε σε συμπέρασμα προκατάληψης. Όπως σημειώνεται, «το Δικαστήριο προσπάθησε με τρόπο γραφικό, ίσως αχρείαστα, να αιτιολογήσει το συμπέρασμά του», χωρίς όμως αυτό να συνιστά ένδειξη μεροληψίας.
Οι εφεσείοντες υποστήριξαν επίσης ότι η άρνηση αναβολής της δίκης από το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμά τους σε επαρκή προετοιμασία υπεράσπισης. Το Εφετείο απέρριψε και αυτό το επιχείρημα, σημειώνοντας ότι η διαδικασία συνεχίστηκε σε πολλές επόμενες δικασίμους και ότι είχαν επαρκή χρόνο ώστε να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους.
Παράλληλα, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων περί «chilling effect» στην άσκηση της ιατρικής. Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση όπου μια δικαστική απόφαση ή μια ποινική δίωξη λειτουργεί αποτρεπτικά, κάνοντας επαγγελματίες να φοβούνται να ενεργήσουν ακόμη και νόμιμα, υπό τον φόβο ότι μπορεί να κατηγορηθούν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε καμία τέτοια επίδραση, σημειώνοντας ότι οι ισχυρισμοί αυτοί «δεν τεκμηριώθηκαν και δεν συνδέθηκαν με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης».
Ωστόσο, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπολογίσει λανθασμένα το ανώτατο όριο ποινής του νευροχειρουργού για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, εφαρμόζοντας εκ παραδρομής μια μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου, η οποία δεν ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων. Επειδή, σύμφωνα με την αρχή της μη αναδρομικότητας του δυσμενέστερου ποινικού Νόμου, πρέπει να εφαρμόζεται η ευμενέστερη Νομοθεσία που ίσχυε τότε, το Εφετείο προχώρησε σε μείωση των ποινών του γιατρού. Έτσι, η ποινή για κατάχρηση εξουσίας μειώθηκε από 32 σε 18 μήνες, ενώ η ποινή για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις μειώθηκε από 28 σε 22 μήνες.
Κατά τα λοιπά, οι καταδίκες του γιατρού για τα αδικήματα που σχετίζονται με την πώληση του αναλώσιμου και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και η καταδίκη της συζύγου του ως συνεργού, παρέμειναν ως είχαν. Το Εφετείο κατέληξε ότι «δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να υποσκάπτει την αντικειμενική αμεροληψία του πρωτόδικου Δικαστηρίου» και ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν «πλήρως τεκμηριωμένη».




























