Ελισάβετ Γεωργίου
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο ανακοίνωσε πριν από λίγο την απόφαση του αναφορικά με την ένσταση της Ντόριας Βαρωσιωτου με την οποία αμφισβητούσε τη μη επικύρωση του διορισμού της ως επαρχιακής δικαστού από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Ο Αχιλλέας Δημητριάδης σε δηλώσεις του ανέφερε πώς θα προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Το Συμβούλιο, με πλειοψηφία 5 έναντι 3, απέρριψε την ένσταση. Η απόφαση της πλειοψηφίας αναγνώστηκε από μέλος του Συμβουλίου, την κ. Τασία Ψαρά.
«Ο δρόμος για τη δικαιοσύνη δεν σταματά στη Λευκωσία, προχωρά και στο Ερωπαϊκό Δικαστήριο στο Στρασβούργο», είπε ο κ. Δημητριάδης, προσθέτοντας πως «το Ερωπαϊκό Δικαστήριο θα κλιθεί να δικάσει την ορθότητα της απόφασης αυτών των δικαστών, υπό το πρίσμα της παραβίασεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Το σκεπτικό της πλειοψηφίας
Σύμφωνα με την απόφαση, η έννοια του διορισμού δικαστή δεν αποκλείει τον διορισμό υπό δοκιμασία, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ο δοκιμαστικός διορισμός δεν προβλέπεται ή αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις.
Το Συμβούλιο επεσήμανε ότι οι δικαστές αποτελούν λειτουργούς της Δικαιοσύνης, οι οποίοι καλούνται να επιδεικνύουν νομική επάρκεια, προσωπικότητα, ήθος και συμπεριφορά αντάξια του ρόλου τους, σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και συχνά έντονα επικριτικό κοινωνικό περιβάλλον.
Όπως τονίστηκε, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο είναι, κατά το Σύνταγμα, το αρμόδιο όργανο για τον διορισμό των δικαστών και φέρει την ευθύνη να αξιολογεί κατά τη δοκιμαστική περίοδο αν πληρούνται τα κριτήρια για μονιμοποίηση.
Στην περίπτωση της κ. Βαρωσιώτου, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις εξαμηνιαίες αξιολογήσεις από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας, προκειμένου να κριθεί αν ήταν κατάλληλη για επικύρωση του διορισμού της.
Γνώση και αποδοχή του δοκιμαστικού καθεστώτος
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι η ενιστάμενη γνώριζε εξ αρχής πως ο διορισμός της ήταν υπό δοκιμασία, τον αποδέχθηκε χωρίς επιφύλαξη, έδωσε τον προβλεπόμενο όρκο και, με επιστολή της ημερομηνίας 4 Ιουλίου 2024, δήλωνε ότι θα ασκεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με αυτόν.
Κατά την κρίση της πλειοψηφίας, η κ. Βαρωσιώτου δεν δύναται εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι ο διορισμός της ήταν εξ αρχής μόνιμος, δεδομένου ότι ουδέποτε αμφισβήτησε τον δοκιμαστικό χαρακτήρα του κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Το Συμβούλιο σημείωσε επίσης ότι με την αποδοχή του διορισμού της η ενιστάμενη αποκόμισε όφελος, ενώ οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί της βρίσκονται σε αντίθεση με την αρχική της στάση.
Στην απόφαση καταγράφεται επίσης ότι η κ Βαρωσιωτου προέβη, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, σε χειρισμούς δικαστικών διαδικασιών που δεν προβλέπονται από τον νόμο και δεν εξυπηρετούν την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρεται, διαπιστώθηκαν σοβαρά νομικά σφάλματα, τα οποία κρίθηκαν ανεπίτρεπτα για το επίπεδο επαρχιακού δικαστή, καθώς και συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τις απαιτήσεις του δικαστικού λειτουργήματος.
Το Συμβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συνολική στάση και συμπεριφορά της ενιστάμενης δεν ανταποκρίνεται στα απαιτούμενα πρότυπα και ότι, ως εκ τούτου, υπονομεύει το κύρος και την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με την απόφαση, προκύπτει ότι διενεργήθηκε ενδελεχής έρευνα, η οποία στηρίχθηκε σε διάφορους αξιολογικούς πυλώνες, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η ενιστάμενη δεν κρίνεται κατάλληλη για επικύρωση του διορισμού της.
Το Συμβούλιο σημειώνει ότι δεν διαπιστώνεται εσφαλμένη παράθεση ή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ούτε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία του νόμου γενικότερα. Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι ο έλεγχος που ασκήθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστικό Συμβούλιο είναι ακυρωτικού χαρακτήρα, περιοριζόμενος στη νομιμότητα της διαδικασίας και όχι στην ουσιαστική επανεκτίμηση των αξιολογικών κρίσεων του αρμόδιου οργάνου.
Υπό τα δεδομένα αυτά και για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση, η αίτηση της ενιστάμενης απορρίπτεται.
Αναφορά γίνεται στην απόφαση και στους χειρισμούς της ενιστάμενης σε υπόθεση που αφορούσε τη θανατική ανάκριση του Θανάση Νικολάου. Το Συμβούλιο διαπιστώνει ότι κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας παρουσιάστηκαν σοβαρά σφάλματα.
Παρότι η ένσταση απορρίφθηκε, δεν αποκλείεται η κ. Βαρωσιώτου να εξετάσει το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.




























