Ελισάβετ Γεωργίου
Την απόφαση να προχωρήσει σε έφεση κατά της απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση Συλλούρη - Τζιοβάνη έλαβε η Νομική Υπηρεσία, επικαλούμενη δικαστικά σφάλματα, τα οποία όπως αναφέρθηκε στη σημερινή δημοσιογραφική διάσκεψη θα αναπτυχθούν ενώπιον του Εφετείου. Ωστόσο, ο λόγος της διάσκεψης δεν ήταν αυτός. Οι έντονες αντιδράσεις στον δημόσιο διάλογο, οι τοποθετήσεις δημοσιογράφων, νομικών και μη στην απόφαση αθώωσης των δύο μέχρι χθες κατηγορουμένων φαίνεται να αποτέλεσαν μοχλό πίεσης για τη Νομική Υπηρεσία, η οποία συγκάλεσε εντός 24 ωρών δημοσιογραφική διάσκεψη, επιχειρώντας να απαντήσει στις επικρίσεις για τους χειρισμούς της κατηγορούσας αρχής και κατ’ επέκταση της Νομικής Υπηρεσίας στην πολύκροτη υπόθεση που τελεσιδίκησε σε πρώτο βαθμό έπειτα από πέντε χρόνια.
Στην δημοσιογραφική διάσκεψη, υπό την εισαγγελέα της Δημοκρατίας και υπεύθυνη της ομάδας επικοινωνίας της Νομικής Υπηρεσίας, Πολίνα Ευθυβούλου, παρόντες ήταν ο Ανδρέας Αριστείδης και η Χρίστια Κυθραιώτου, αμφότεροι Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας. Η κ. Ευθυβούλου, τοποθετούμενη για την κριτική που ασκήθηκε, έκανε λόγο για αποδόμηση, ενώ όπως είπε: «Ουαί και αλίμονο αν πολιτικά κόμματα και εσείς οι δημοσιογράφοι αν η κοινωνία δεν μας στηρίξει….έχουν βγει όχι να κρίνουν γιατί η κριτική είναι ένα πράγμα αλλά να αποδομήσουν τους λειτουργούς είναι επικίνδυνο. Λειτουργεί εις βάρος μας και αν δεν έχουμε εμείς τη δύναμη να βγούμε στη πρώτη γραμμή να παλέψουμε θα καταρρεύσει το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης»
Σε πιο υψηλούς τόνους, η κ. Ευθυβούλου αναφέρθηκε στις τρεις βομβιστικές επιθέσεις που δέχθηκαν λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας, ενώ έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι «Κάθε φορά που πάμε δικαστήριο εκπροσωπούμε τη Δημοκρατία, όλους τους πολίτες, οι φυλακές είναι γεμάτες γιατί αυτοί οι άνθρωποι δουλεύουν καθημερινά…».
Τόνισε επίσης ότι συνάδελφοι της κοιτάζουν κάτω από τα αυτοκίνητα τους υπό τον φόβο εκρηκτικών μηχανισμών ενώ αναφέρθηκε παράλληλα σε εμπρησμούς δικαστηρίων που στόχο είχαν την καταστροφή τεκμηρίων.
«Δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας»
Αναφέροντας ότι η διάσκεψη δεν έγινε για να ενημερώσει ότι θα ασκηθεί έφεση, αλλά επειδή ο κόσμος πρέπει κατά την ίδια να γνωρίζει τι κάνει η Νομική Υπηρεσία, σημείωσε: «Εγώ νιώθω χρέος μου να ξέρει ο κόσμος τη δουλειά που κάμνουμε. Δεν έχει σημασία ποιοι είναι επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας, τούτοι οι άνθρωποι (εννοώντας τους λειτουργούς της ΝΥ) είναι διαχρονικά εδώ. Κάποιες υποθέσεις θα τις κερδίσουν, κάποιες θα τις χάσουν».
Για το βίντεο Al Jazeera: «Παραδόθηκε αμοντάριστο»
Αναφερόμενη στο ζήτημα του επίμαχου βίντεο, που ήταν και αυτό που προκάλεσε ίσως τις πιο έντονες αντιδράσεις από την κοινή γνώμη επειδή δεν αποτέλεσε μέρος του μαρτυρικού υλικού, η κ. Ευθυβούλου εξήγησε ότι το υλικό παραδόθηκε αμοντάριστο και μελετήθηκε, ωστόσο δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία λόγω ζητημάτων νομιμότητας, ξεκαθαρίζοντας ότι «Όλοι είδαμε τα μέρη του βίντεο που προβλήθηκαν. Το βίντεο, στη πορεία της εξέλιξης της υπόθεσης, παραδόθηκε αμοντάριστο στη Νομική Υπηρεσία και μελετήθηκε. Είναι σημαντικό να αντιληφθούν όλοι ότι για να παρουσιαστεί κάποια μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι νόμιμη. Αν είναι προϊόν παράνομης ενέργειας δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία».
Το ζήτημα των μαρτύρων
Σε σχέση με την απουσία συγκεκριμένων μαρτύρων, η κ. Ευθυβούλου παρουσίασε το ιστορικό ενεργειών της κατηγορούσας αρχής, εξηγώντας ότι ένας βασικός μάρτυρας (εκ των συντελεστών του βίντεο Al Jazeera) είχε αρχικά εκφράσει προθυμία να καταθέσει ακόμη και μέσω τηλεδιάσκεψης, ωστόσο στη συνέχεια διαφοροποίησε τη στάση του επικαλούμενος προβλήματα υγείας και τελικά αρνήθηκε να καταθέσει.
Αναφορικά με δημοσιογράφο που επίσης συμμετείχε στην έρευνα, αρχικά είχε δηλώσει πρόθεση συνεργασίας, ωστόσο αργότερα δεν ήταν πλέον πρόθυμη να καταθέσει, ενώ παρά τις προσπάθειες εντοπισμού της ακόμη και μέσω διεθνών μηχανισμών, αυτό δεν κατέστη δυνατό.
Η ίδια υποστήριξε ότι η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε όλους τους μάρτυρες που έκρινε αναγκαίους, σημειώνοντας: «Εμείς θεωρούμε ότι παρουσιάστηκαν στην υπόθεση όλοι όσοι έπρεπε».
«Έχουν εντοπιστεί νομικά σφάλματα»
Όσον αφορά την έφεση στην οποία θα προχωρήσει η Νομική Υπηρεσία κατά της απόφασης, η κ. Ευθυβούλου εξήγησε ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων είναι σεβαστές, ωστόσο υπάρχει θεσμικά η δυνατότητα διαφωνίας μέσω της διαδικασίας της έφεσης, σημειώνοντας ότι έχουν εντοπιστεί δικαστικά σφάλματα που θα αποτελέσουν αντικείμενο της επιχειρηματολογίας ενώπιον του Εφετείου.
Ανάμεσα σε αυτά που διαφωνούν, σύμφωνα με την ίδια - αν και δεν έγινε συγκεκριμένη αναφορά στους λόγους της έφεσης - είναι η θέση ότι δεν παρουσιάστηκε ουσιώδης μαρτυρία και δεν κλήθηκαν μάρτυρες από το Υπουργείο Οικονομικών. Χαρακτηριστικά δήλωσε ότι: «Με αυτή την προσέγγιση δεν συμφωνούμε».
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση εκδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας με Πρόεδρο τον Νικόλα Γεωργιάδη και μέλη τις Μαρία Λοΐζου και Νάγια Οικονόμου. Το Δικαστήριο αθώωσε τον τέως Πρόεδρο της Βουλής Δημήτρη Συλλούρη και τον πρώην βουλευτή Χριστάκη Τζιοβάνη από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, ενώ η κ. Λοΐζου διαχώρισε τη θέση της ως προς την τρίτη κατηγορία που αφορούσε την εμπορία επηρεασμού.
Ο νομικός Γιώργος Χριστοφίδης, μιλώντας στη ραδιοφωνική εκπομπή «Διασπορά Ειδήσεων», ανέφερε ότι από την απόφαση προκύπτει ουσιαστικά έλλειψη μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου και ανακριτικά κενά, κάτι που επηρέασε το βάρος απόδειξης της υπόθεσης από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Όπως εξήγησε, το Δικαστήριο δεν εντόπισε πρόβλημα στην προώθηση της υπόθεσης από τους δικηγόρους, αλλά στο μαρτυρικό υλικό που δεν κρίθηκε επαρκές για να στηρίξει την ενοχή των κατηγορουμένων. Σε σχέση με την έφεση σημείωσε ότι «υπάρχει ενδεχόμενο ανατροπής, υπάρχουν προηγούμενα, δεν είναι μεγάλη η γκάμα των επιτυχιών των εφέσεων, πλην όμως υπάρχει η δυνατότητα».
Στο κατά πόσο μπορεί η απόφαση αυτή να αποτελέσει προηγούμενο, ανέφερε ότι οι πρωτόδικες αποφάσεις δεν είναι δεσμευτικές, ωστόσο μπορούν να αποτελέσουν καθοδήγηση για άλλες υποθέσεις, ενώ χαρακτήρισε την υπόθεση δύσκολη, επισημαίνοντας ότι η μεγάλη χρονική διάρκεια εκδίκασης επηρεάζει και την ποιότητα της μαρτυρίας.
Ο νομικός Αχιλλέας Δημητριάδης, επίσης στην εκπομπή του ΣΠΟΡ FM «Διασπορά Ειδήσεων», ανέφερε ότι η έφεση ήταν αναμενόμενη και έπρεπε να γίνει, περιλαμβανομένων των λαθών που έχουν εντοπιστεί από τη Νομική Υπηρεσία, σημειώνοντας ότι οι πιθανότητες επιτυχίας θα εξαρτηθούν από τους λόγους που θα προβληθούν.
Υπέδειξε ότι πρόκειται για αρνητική απόφαση για την κατηγορούσα αρχή, εξηγώντας ότι ενώ εκ πρώτης όψεως έπεισε το δικαστήριο το οποίο και έκρινε ότι υπήρχε υπόθεση, μετά την παρουσίαση της υπεράσπισης το δικαστήριο έκρινε ότι οι κατηγορίες δεν αποδείχθηκαν. Τόνισε επίσης ότι βασικό πρόβλημα γενικότερα αποτελεί η μεγάλη διάρκεια εκδίκασης τέτοιων υποθέσεων, ενώ σημείωσε ότι στο ποινικό δίκαιο η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Παράλληλα, ανέφερε ότι πέραν της νομικής διάστασης υπάρχει και η ηθική, θέτοντας το ζήτημα των προτύπων συμπεριφοράς στη δημόσια ζωή, που δεν έχουν ωστόσο να κάνουν με την ποινική διάσταση.




























