
Δωρίτα Γιαννακού
Νέες πιέσεις στο κόστος ζωής των νοικοκυριών και στη λειτουργία των επιχειρήσεων δημιουργούν οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές των καυσίμων, την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικούς τομείς της κυπριακής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν καταγράφονται νέες αυξήσεις στα βασικά προϊόντα από πλευράς προμηθευτών, η παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού και του κόστους των μεταφορών δημιουργεί ανησυχία για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες.
Σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα έχουν εκτοξευθεί οι τιμές των καυσίμων στην Κύπρο, με τις αυξήσεις των τελευταίων μηνών να προκαλούν έντονη ανησυχία τόσο στους καταναλωτές όσο και στους πρατηριούχους. Σχολιάζοντας την κατάσταση στην αγορά, στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ο Εκπρόσωπος των Πρατηριούχων Χριστόδουλος Χριστοδούλου Χριστόδουλος Χριστοδούλου, ανέφερε ότι η τιμή του πετρελαίου κίνησης έχει αγγίξει πλέον τα 2 ευρώ το λίτρο, ενώ η βενζίνη 95 οκτανίων βρίσκεται περίπου στα 1,72 ευρώ και το πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,60 ευρώ. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, σύμφωνα με τον κ. Χριστοδούλου, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, καθώς ο χειμώνας πλησιάζει και τα νοικοκυριά καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα σημαντικά αυξημένο κόστος. Όπως ανέφερε, οι αυξήσεις που καταγράφονται τους τελευταίους τρεις μήνες είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Χριστοδούλου, η βενζίνη 95 οκτανίων έχει αυξηθεί κατά περίπου 32 σεντ το λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης κατά 49 σεντ και το πετρέλαιο θέρμανσης κατά περίπου 56 σεντ. Όπως εξήγησε, οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων δεν περιορίζονται μόνο στην αντλία, αλλά έχουν άμεσο αντίκτυπο στο συνολικό κόστος ζωής, καθώς το αυξημένο κόστος μεταφοράς μετακυλίεται στα προϊόντα και τις υπηρεσίες. Σε ό,τι αφορά τη διεθνή αγορά, ο κ. Χριστοδούλου ανέφερε ότι η τιμή του πετρελαίου είχε κινηθεί για περίπου δύο εβδομάδες στην περιοχή των 108-110 δολαρίων το βαρέλι, γεγονός που αναμένεται να συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές στην Κύπρο. Παράλληλα, η τιμή υποχώρησε τις τελευταίες ημέρες προς τα 100 δολάρια, εξέλιξη που, εφόσον διατηρηθεί, αναμένεται να αποτυπωθεί στην κυπριακή αγορά με χρονική καθυστέρηση περίπου 15-20 ημερών. Ωστόσο, όπως εξήγησε, οι σημερινές τιμές στην αντλία εξακολουθούν να αντανακλούν σε σημαντικό βαθμό τις προηγούμενες υψηλότερες διεθνείς τιμές. Μάλιστα όπως επισήμανε ακόμη και στην περίπτωση που οι διεθνείς τιμές υποχωρήσουν, το αποτύπωμα των προηγούμενων αυξήσεων δεν αναμένεται να εξαφανιστεί άμεσα.
Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδούλου, η ζήτηση στη Λευκωσία είναι μειωμένη, καθώς αρκετοί καταναλωτές επιλέγουν να προμηθευτούν καύσιμα από τα κατεχόμενα, όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες. Όπως ανέφερε, η εμπειρία της αγοράς δείχνει ότι όταν η διαφορά στις τιμές φτάνει περίπου τα 30-40 σεντ το λίτρο, περιορίζεται η κίνηση των καταναλωτών προς τα κατεχόμενα. Ο ίδιος κάλεσε την κυβέρνηση να εξετάσει τρόπους περιορισμού των τιμών, υποστηρίζοντας ότι μια μικρότερη διαφορά θα μπορούσε να περιορίσει το φαινόμενο.
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερα προβληματική εμφανίζεται η εικόνα στην αγορά του πετρελαίου θέρμανσης. Η κατάσταση προκαλεί ανησυχία ενόψει του χειμώνα, καθώς το κόστος έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με πέρυσι. Ενδεικτικά, όπως ανέφερε, ένα γέμισμα δεξαμενής που πέρυσι κόστιζε περίπου 960 ευρώ, σήμερα μπορεί να φτάσει περίπου τα 1.610 ευρώ. Οι αυξήσεις δεν δημιουργούν προβλήματα μόνο στους καταναλωτές αλλά και στις ίδιες τις επιχειρήσεις του κλάδου πρόσθεσε σημειώνοντας ότι οι πρατηριούχοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη χρηματοδότηση των αγορών καυσίμων. Όπως εξήγησε, ένα φορτίο που πριν από περίπου τρεις μήνες κόστιζε γύρω στις 40 χιλιάδες ευρώ, σήμερα μπορεί να απαιτεί 60 έως 65 χιλιάδες ευρώ.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια κέρδους
Η εικόνα διαφέρει από κλάδο σε κλάδο
Με βάση τα δεδομένα που παρακολουθούνται, μέχρι τα Χριστούγεννα αναμένεται να καταγραφούν αυξήσεις σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος παραγωγής και στις τελικές τιμές. Αυτό ανέφερε ο σύμβουλος έκδοσης της Καθημερινής Μιχάλης Περσιάνης στη δική του παρέμβαση στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ. Όπως ανέφερε ο κ Περσιάνης ήδη, η συμβολή των τροφίμων και της ενέργειας στον πληθωρισμό είναι σημαντική. Ο πληθωρισμός, εάν εξαιρεθούν τα τρόφιμα και η ενέργεια, υποχωρεί από περίπου 5,2% στο 4,5%, γεγονός που καταδεικνύει τον ρόλο που διαδραματίζουν οι δύο αυτές κατηγορίες στη συνολική άνοδο των τιμών εξήγησε. Η κατάσταση δημιουργεί ερωτήματα κατά πόσο μέρος των αυξήσεων στις τιμές αξιοποιεί τον πληθωρισμό ως πρόσχημα για αύξηση των τιμών και των κερδών υποστήριξε σημειώνοντας ότι την ίδια στιγμή, οι αυξήσεις στα καύσιμα είναι τόσο μεγάλες, με μεταβολές της τάξης του 35% έως 50% το τελευταίο τρίμηνο, ώστε δημιουργούν σημαντική επιβάρυνση τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις.
Το αυξημένο κόστος παραγωγής αναμένεται να επηρεάσει περαιτέρω τα τρόφιμα, ενώ αντίστοιχες πιέσεις καταγράφονται στις υπηρεσίες και σε τομείς όπως οι κατασκευές, όπου έχουν αυξηθεί το κόστος των υλικών, των αγαθών και γενικότερα των συντελεστών παραγωγής είπε ο κ Περσιάνης επισημαίνοντας ότι δεν καταγράφεται, ωστόσο, ομοιόμορφη εικόνα σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, όπως η ένδυση και η υπόδηση, παρατηρείται αποκλιμάκωση των τιμών, με μειώσεις της τάξης του 5% έως 5,5%. Συγκράτηση των τιμών καταγράφεται και στον τομέα της υγείας, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο η εφαρμογή του ΓεΣΥ έχει συμβάλει στην ομαλοποίηση των τιμών τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αντίστοιχα, σε ορισμένα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά παρατηρείται σταθερότητα ή συγκράτηση. Επομένως. η οικονομία, φαίνεται να χωρίζεται σε διαφορετικές κατηγορίες, από τη μία βρίσκονται οι τομείς που επηρεάζονται άμεσα από τις ενεργειακές αυξήσεις και καταγράφουν ανατιμήσεις και από την άλλη εκείνοι που εξαρτώνται περισσότερο από εισαγόμενα βιομηχανικά προϊόντα και όπου παρατηρείται αποκλιμάκωση των τιμών.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύονται είναι οι περιορισμένες εναλλακτικές επιλογές που διαθέτει η Κύπρος στον τομέα των μεταφορών. Παράλληλα, τίθεται εκ νέου το ζήτημα της ενεργειακής υποδομής της χώρας. Η απουσία ολοκληρωμένων λύσεων καθιστά την κυπριακή οικονομία ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας υπογράμμισε ο κ Περσιάνης σημειώνοντας ότι οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στην άμεση αύξηση του κόστους, αλλά αφορούν και την αβεβαιότητα που κυριαρχεί. Αναφερόμενος στις παρεμβάσεις της πολιτείας ο κ Περσιάνης υποστήριξε ότι θα πρέπει να επικεντρωθούν στην στήριξη των νοικοκυριών της μεσάιας τάξης. Όπως τόνισε, μια οριζόντια επιδότηση, κατά την οποία ο πολίτης με υψηλό εισόδημα λαμβάνει την ίδια στήριξη με έναν πολίτη χαμηλού εισοδήματος, δεν αποτελεί την πιο στοχευμένη προσέγγιση.
Ο κ Περσιάνης έθεσε και το ζήτημα των αντοχών που εμφανίζει η κυπριακή οικονομία σε συγκεκριμένους τομείς, όπως οι κατασκευές, τον τουρισμό και την εστίαση όπου, παρά τις αυξήσεις στο κόστος παραγωγής και στις πρώτες ύλες, συνεχίζεται η δημιουργία προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, οι μακροοικονομικές αντοχές δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε μεγαλύτερη οικονομική άνεση για τα νοικοκυριά γεγονός που καταδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα, αυτό της αυξανόμενης ανισότητας.
Δεν καταγράφονται νέες αυξήσεις στο λιανεμπόριο
Την εικόνα που επικρατεί στο λιανικό εμπόριο, εν μέσω των σημαντικών αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων, ανέλυσε ο πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Λιανικού Εμπορίου ΠΑΣΥΛΕ Μάριος Αντωνίου στην εκπομπή ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ επισημαίνοντας ότι, παρά τις πιέσεις που δημιουργεί το αυξημένο ενεργειακό κόστος, μέχρι στιγμής δεν έχουν καταγραφεί νέα αιτήματα από τους προμηθευτές για αυξήσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων.
Όπως ανέφερε, ο έντονος ανταγωνισμός στον τομέα του λιανικού εμπορίου και ιδιαίτερα στις υπεραγορές λειτουργεί ως σημαντικός παράγοντας συγκράτησης των τιμών, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται κυρίως στα τρόφιμα και στα βασικά είδη πρώτης ανάγκης, καθώς αυτά είναι τα προϊόντα που απασχολούν περισσότερο τους καταναλωτές στην παρούσα συγκυρία.
Σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις που καταγράφηκαν μέχρι και τον Αύγουστο, σημείωσε ότι, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι μεταβολές στις τιμές των τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών ανήλθαν περίπου στο 3,5% σε σχέση με τον Αύγουστο του 2025. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι οι αυξήσεις αυτές δεν αποδίδονται άμεσα στην άνοδο των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας, καθώς σε αρκετές κατηγορίες υπήρχαν άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τις τιμές. Διευκρίνισε ωστόσο ότι η εικόνα, ενδέχεται να αλλάξει εάν οι σημερινές ιδιαίτερα υψηλές τιμές των καυσίμων παγιωθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με το πετρέλαιο κίνησης να πλησιάζει τα 2 ευρώ το λίτρο και την αμόλυβδη να κινείται γύρω στα 1,73 ευρώ, η παρατεταμένη διατήρηση των τιμών σε αυτά τα επίπεδα αναπόφευκτα θα επηρεάσει το σύνολο της οικονομίας.
Για τις αμέσως επόμενες ημέρες, πάντως, η εκτίμηση που μεταφέρθηκε είναι ότι δεν αναμένονται αυξήσεις στα βασικά προϊόντα. Σημαντικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών διαδραματίζουν και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία διαθέτουν όλες οι υπεραγορές. Όπως εξήγησε τα προϊόντα αυτά δεν προσφέρουν μόνο μια φθηνότερη επιλογή στους καταναλωτές, αλλά λειτουργούν παράλληλα ως μοχλός πίεσης προς τους προμηθευτές και για τις τιμές των επώνυμων προϊόντων.
Την ίδια ώρα, όμως, τίθεται το ερώτημα μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι ίδιες οι επιχειρήσεις να απορροφούν τις αυξήσεις στο κόστος λειτουργίας τους. Όπως επισημάνθηκε, εφόσον οι τιμές των καυσίμων και της ενέργειας παραμείνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα μέχρι τα Χριστούγεννα, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις. Ο βαθμός των επιπτώσεων, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τις δυνατότητες κάθε επιχείρησης.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια κέρδους και, ως εκ τούτου, έχουν μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν ένα μεγάλο μέρος των αυξήσεων χωρίς να τις μετακυλίσουν στις τελικές τιμές. Από πλευράς λιανικού εμπορίου, η επιθυμία είναι οι επιχειρήσεις και οι προμηθευτές να συνεχίσουν, στο μέτρο του δυνατού, να απορροφούν τις αυξήσεις του κόστους, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των καταναλωτών.
Η πραγματική εικόνα αναμένεται να γίνει πιο ξεκάθαρη προς τα τέλη Οκτωβρίου ή όταν αλλάξουν αισθητά οι καιρικές συνθήκες και αυξηθεί η ζήτηση για υγραέριο. Με τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και τις επιχειρήσεις να καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα λειτουργικά και μεταφορικά κόστη, το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο για την πορεία των τιμών στο λιανικό εμπόριο.




























