Partner Content
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα στεγαστικά δάνεια στην Κύπρο επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα επιτόκια, στις δόσεις και στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Πολύ λιγότερη έμφαση δίδεται σε μια άλλη, εξίσου σημαντική διάσταση της αγοράς. Την ασφάλιση που συνοδεύει το στεγαστικό δάνειο και τον βαθμό πραγματικής επιλογής που έχει ο καταναλωτής.
Σήμερα όμως, αυτή η συζήτηση αρχίζει σταδιακά να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Και όχι μόνο για λόγους ασφαλιστικής πολιτικής, αλλά γιατί συνδέεται άμεσα με το πώς λειτουργεί συνολικά ο ανταγωνισμός στην οικονομία.
Τα τελευταία χρόνια, η κυπριακή αγορά κινείται ολοένα και περισσότερο προς ένα μοντέλο αυξημένης συγκέντρωσης στον χώρο του bancassurance (συνδυασμός τραπεζικών και ασφαλιστικών προϊόντων). Οι τράπεζες ενισχύουν συνεχώς την παρουσία τους στον ασφαλιστικό τομέα μέσω εξαγορών, συνεργασιών και καθετοποιημένων μοντέλων υπηρεσιών. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αλλάζει σταδιακά τις ισορροπίες της αγοράς και δημιουργεί νέα δεδομένα για τους καταναλωτές.
Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα. Οι τράπεζες δικαιούνται να δραστηριοποιούνται στον ασφαλιστικό τομέα και να αναπτύσσουν ολοκληρωμένα χρηματοοικονομικά μοντέλα εξυπηρέτησης. Το ουσιαστικό ερώτημα όμως αφορά στο κατά πόσο η αγορά συνεχίζει να λειτουργεί με όρους πραγματικού ανταγωνισμού, διαφάνειας και ισότιμης δυνατότητας επιλογής για τον πολίτη.
Γιατί όταν μια αγορά συγκεντρώνεται υπερβολικά, δημιουργείται σχεδόν πάντα ο κίνδυνος να περιοριστούν σταδιακά οι επιλογές των καταναλωτών, να μειωθεί η ορθολογική πίεση στις τιμές και να επιβραδυνθεί η καινοτομία. Και αυτό αφορά τελικά ολόκληρη την οικονομία.
Η συζήτηση λοιπόν δεν είναι “υπέρ” ή “εναντίον” των τραπεζών. Είναι μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για το τι είδους αγορά θέλουμε στην Κύπρο τα επόμενα χρόνια. Θέλουμε μια αγορά όπου ο καταναλωτής μπορεί εύκολα να συγκρίνει προϊόντα και να αξιολογεί επιλογές; Θέλουμε μια αγορά όπου η τιμή, η ποιότητα υπηρεσίας και η καινοτομία λειτουργούν ως πραγματικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα; Θέλουμε μια αγορά όπου η τεχνολογία ενισχύει τη διαφάνεια και όχι την πολυπλοκότητα; Θέλουμε μια αγορά με διαφάνεια στην οποία να φαίνεται το κέρδος που θα βγάλει ο μεσάζοντας όπως γίνεται σε άλλες χώρες; Θέλουμε μία αγορά με διαφάνεια στις προμήθειες των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή Οδηγία για τη Διανομή Ασφαλιστικών Προϊόντων (Insurance Distribution Directive – IDD), η οποία αν και ενσωματώθηκε στην κυπριακή νομοθεσία, εντούτοις, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, η Κύπρος δεν υιοθέτησε υποχρεωτική γνωστοποίηση του ακριβούς ύψους των προμηθειών που λαμβάνουν οι διαμεσολαβητές από τις ασφαλιστικές εταιρείες; Θέλουμε μία αγορά στην οποία οι ασφαλιζόμενοι να γνωρίζουν το πλήρες κόστος της υπηρεσίας που αγοράζουν, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών που καταβάλλονται στο πλαίσιο της ασφαλιστικής σύμβασης;
Ή θέλουμε μια αγορά περιορισμένων επιλογών, όπου η πακετοποίηση καταλήγει να περιορίζει τον ανταγωνισμό στην πράξη;
Αυτά είναι ερωτήματα που αργά ή γρήγορα θα απασχολήσουν όλο και περισσότερο και τη δημόσια συζήτηση στην Κύπρο. Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο ρόλος των θεσμών.
Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού καλείται να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις ώστε να διασφαλίζεται ότι η αγορά λειτουργεί με υγιείς όρους ανταγωνισμού και χωρίς στρεβλώσεις που περιορίζουν τη δυνατότητα επιλογής του καταναλωτή. Σε μικρές αγορές όπως η κυπριακή, ο ρόλος των εποπτικών και ρυθμιστικών Αρχών γίνεται ακόμη πιο κρίσιμος, ακριβώς επειδή η συγκέντρωση της αγοράς μπορεί να επηρεάσει πιο άμεσα τη λειτουργία του ανταγωνισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διεθνούς τάσης προς μεγαλύτερη εποπτεία του bancassurance αποτελεί και παλαιότερη έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού του Μαυρικίου, η οποία εξέτασε κατά πόσο πρακτικές σύνδεσης στεγαστικών δανείων με ασφαλιστικά προϊόντα περιόριζαν τον πραγματικό ανταγωνισμό και την επιλογή των καταναλωτών. Η έρευνα κατέδειξε ότι πολλοί δανειολήπτες θεωρούσαν πως η ασφάλιση μέσω της τράπεζας ήταν ουσιαστικά υποχρεωτική, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχε επαρκής ενημέρωση για εναλλακτικές επιλογές στην αγορά. Μεταξύ άλλων, η Επιτροπή εισηγήθηκε την παροχή πολλαπλών ασφαλιστικών προσφορών από διαφορετικούς παρόχους, ακριβώς για να ενισχυθεί η διαφάνεια, η συγκρισιμότητα και ο υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, σημαντικός θα είναι και ο ρόλος της νέας Βουλής. Με τις εκλογές να έχουν ολοκληρωθεί, οι πολίτες αναμένουν από τους νέους εκπροσώπους τους να ανοίξουν ουσιαστικές συζητήσεις για τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς. Η ενίσχυση της διαφάνειας, η διευκόλυνση της συγκρισιμότητας προϊόντων και η ενδυνάμωση του δικαιώματος επιλογής των καταναλωτών δεν αποτελούν τεχνικά ζητήματα της αγοράς. Είναι ζητήματα καίριας οικονομικής πολιτικής που επηρεάζουν άμεσα το κόστος ζωής των νοικοκυριών.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το πιο σημαντικό σημείο της συζήτησης. Για πολλά χρόνια, η ασφαλιστική αγορά λειτουργούσε με βάση τη λογική ότι ο καταναλωτής θα παραμείνει “σταθερός” για μεγάλο χρονικό διάστημα όμως η ευρωπαϊκή νομοθεσία τα τελευταία χρόνια κινείται σταθερά προς την ενίσχυση του ελέγχου που διαθέτουν οι πολίτες πάνω στα προσωπικά τους δεδομένα. Δικαιώματα όπως η φορητότητα δεδομένων (data portability), που επιτρέπει στον καταναλωτή να λαμβάνει και να μεταφέρει τα προσωπικά του στοιχεία σε άλλο πάροχο υπηρεσιών (υπεύθυνο επεξεργασίας) , αλλά και το δικαίωμα διαγραφής (right to erasure), το οποίο προβλέπει τη διαγραφή δεδομένων όταν δεν υφίσταται πλέον νόμιμος λόγος διατήρησής τους, έχουν ως κοινό παρονομαστή την ενδυνάμωση του πολίτη. Η βασική φιλοσοφία είναι ότι ο καταναλωτής δεν πρέπει να αισθάνεται «εγκλωβισμένος» σε έναν οργανισμό ή πάροχο εξαιτίας της πληροφορίας που έχει ήδη παραχωρήσει.
Όσο ευκολότερη γίνεται η πρόσβαση του πολίτη στα δεδομένα του, η μεταφορά πληροφοριών μεταξύ παρόχων και η διαχείριση της σχέσης του με αυτούς, τόσο μειώνονται τα εμπόδια αλλαγής υπηρεσιών. Στην περίπτωση της ασφάλισης στεγαστικών δανείων, η φιλοσοφία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μια υγιής αγορά δεν βασίζεται στην αδράνεια ή στη δυσκολία μετακίνησης του πελάτη, αλλά στη δυνατότητά του να συγκρίνει, να αξιολογεί και να επιλέγει ελεύθερα την καλύτερη λύση για τις ανάγκες του.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, η δημιουργία κοινών προτύπων ανταλλαγής πληροφοριών και διαδικασιών easy switch θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά ασφαλίσεων στεγαστικών δανείων.
Άλλωστε, η νέα ψηφιακή εποχή αλλάζει ριζικά αυτή τη σχέση αδράνειας. Οι νεότερες γενιές καταναλωτών λειτουργούν διαφορετικά. Συγκρίνουν περισσότερο, αναζητούν διαφάνεια, χρησιμοποιούν ψηφιακά εργαλεία και περιμένουν μεγαλύτερη ευελιξία από τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που χρησιμοποιούν.
Αυτό σημαίνει ότι η αγορά της επόμενης δεκαετίας δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο διανομής. Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να προσφέρει καλύτερη εμπειρία, μεγαλύτερη διαφάνεια, πιο ξεκάθαρη πληροφόρηση και ουσιαστική αξία για τον πελάτη.
Η τεχνολογία, η ψηφιακή σύγκριση προϊόντων και η αυτοματοποίηση διαδικασιών θα επιταχύνουν ακόμη περισσότερο αυτή τη μετάβαση. Και όσο περισσότερο ενισχύεται η δυνατότητα του καταναλωτή να συγκρίνει και να επιλέγει, τόσο περισσότερο θα ενισχύεται και η πίεση για πραγματικό ανταγωνισμό.
Η μεγάλη πρόκληση για την Κύπρο λοιπόν δεν είναι απλώς να ακολουθήσει τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Είναι να διαμορφώσει μια ασφαλιστική αγορά που θα λειτουργεί πραγματικά προς όφελος του πολίτη, της οικονομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιος “ελέγχει” την αγορά. Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν η αγορά δημιουργεί περισσότερες επιλογές, περισσότερη διαφάνεια και μεγαλύτερη αξία για τον ίδιο τον καταναλωτή.
Γιώργος Νικολαΐδης, Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος της Gan Direct




























