ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Οι λευκές μουντζούρες του Αρσίλ Γκόρκι

Ο μικρός Γκόρκι πήρε μέρος· μάζευε σφαίρες και όπλα από τους σκοτωμένους Τούρκους στρατιώτες και τα έδινε στους αντάρτες

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ 

Ο τίτλος του πίνακα είναι «Ο καλλιτέχνης και η μητέρα του». Ο Αρσίλ Γκόρκι ξεκίνησε να τον ζωγραφίζει το 1926. Σταμάτησε να τον δουλεύει το 1942. Δεκαέξι χρόνια δουλειά.

Μια γυναίκα καθιστή και στο πλάι της ένα αγόρι: ο Γκόρκι και η μητέρα του. Το μοντέλο του καλλιτέχνη για τον πίνακα ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μάνας και γιου, τραβηγμένη στην αρμενική πόλη Βαν το 1912.

Η μητέρα ήθελε να τη στείλει στον άνδρα της, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Φοβόταν πως τους είχε ξεχάσει.

Τρία χρόνια μετά τη λήψη της, οι Νεότουρκοι έβαλαν σε εφαρμογή μια πολιτική εξόντωσης των αρμενικών πληθυσμών που ζούσαν στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο γενέθλιος τόπος του Γκόρκι, η πόλη Βαν, έπαιξε τον δικό της ρόλο στην υπόθεση αυτή, καθώς, μπροστά στην απέραντη όρεξη των Τούρκων και των Κούρδων για αρμενικό αίμα, ικανός αριθμός Αρμενίων κατέφυγε στα βουνά σε ένα απελπισμένο αντάρτικο. Ο μικρός Γκόρκι πήρε μέρος· μάζευε σφαίρες και όπλα από τους σκοτωμένους Τούρκους στρατιώτες και τα έδινε στους αντάρτες.

Ο Γκόρκι επέζησε της Γενοκτονίας, όπως και η μικρή του αδελφή – όχι όμως και η μητέρα τους, η οποία πέθανε το 1918 από ασιτία, εξουθενωμένη από τις διώξεις. Τα δύο παιδιά κατέφυγαν στην Αμερική (με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πειραιά και την Πάτρα, μεταξύ των άλλων) όπου ενώθηκαν ξανά με τον πατέρα τους.

Ο Γκόρκι λησμόνησε τη φωτογραφία. Ψάχνοντας όμως τυχαία τα συρτάρια του πατέρα του, έπεσε πάνω της μια μέρα. Οπως έλεγε εκείνη η βινιέτα στον βουβό «Νοσφεράτου»: «Μετά το πέρασμα της γέφυρας τα φαντάσματα ήρθαν προς συνάντησή του».

Το 1942 είπαμε ότι ο πίνακας τελειώνει. Τελειώνει ποτέ, όμως, κάτι στ’ αλήθεια; Ο Γκόρκι θα τον παρατήσει παίρνοντας άσπρη μπογιά με τα χέρια του για να καλύψει το ένα δικό του χέρι, αυτό που είναι πιο κοντά στη μητέρα του, κυρίως όμως για να καλύψει τα χέρια της μάνας στο έργο. Ο κύριος Γκρι μού υπενθυμίζει πώς αποδίδει τη σχετική σκηνή ο Ατόμ Εγκογιάν στην ταινία «Αραράτ».

Τρεις λευκές μουντζούρες, σύμβολα της βάναυσης διακοπής μιας σχέσης ζωής; Της αποκοπής του ομφάλιου λώρου; Οπωσδήποτε το αποτύπωμα ενός πόνου ανείπωτου – αυτή η λεύκανση της μνήμης. Των χεριών που κάποτε σε κράτησαν μωρό.

Για πολλούς Αρμένιους, ο συγκεκριμένος πίνακας σήμερα είναι ένα ιερό σύμβολο. Εξηγεί ποιοι είναι, εξηγεί πώς και γιατί βρέθηκαν εξόριστοι σε ξένους τόπους. Εξηγεί, ίσως, πολλά και για όλα τα παιδιά πάνω σε αυτό τον πλανήτη που αποζητούν και συνάμα αποδιώχνουν τους γονείς τους, που θέλουν να θυμηθούν μα και να ξεχάσουν. Για τους γιους που θέλουν να πνιγούν μέσα στην αγκαλιά της μάνας και την ίδια στιγμή να πνίξουν αυτή τη μάνα. Ο πίνακας ίσως να λέει και κάποια πράγματα για τον ίδιο τον Γκόρκι: κρεμάστηκε το 1948.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση