ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η αλεξίσφαιρη φωνή του Τομ Τζόουνς

Ζωή σαν παραμύθι για τον κορυφαίο ερμηνευτή, ο οποίος στα 81 του χρόνια θα «οργώσει» την Ευρώπη

Kathimerini.gr

ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Το 1965, στα 25 του, πέρασε για πρώτη φορά τον Ατλαντικό. Στα στούντιο της Paramount γνώρισε τον Ελβις Πρίσλεϊ. «Μα καλά, δεν είσαι μαύρος;» τον ρώτησε εκείνος όταν τους σύστησαν. «Και πώς στην ευχή τραγουδάς έτσι;»

Φέτος, το ερώτημα πρέπει μάλλον να διατυπωθεί διαφορετικά: «Ογδόντα ενός ετών και τραγουδάς ακόμα;» Ναι, τραγουδάει ακόμα, και με το νέο του άλμπουμ «Surrounded by Time», το 40ό της καριέρας του, έγινε ο γηραιότερος καλλιτέχνης που κατάφερε να κατακτήσει την κορυφή των βρετανικών τσαρτ. Επίσης, το καλοκαίρι θα «οργώσει» την Ευρώπη, δίνοντας συναυλίες από τη Γερμανία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία μέχρι την Ουγγαρία και την Ουκρανία. «Είναι αυτό που μου έχει λείψει περισσότερο έπειτα από τόσους μήνες lockdown. Αλλωστε τώρα είμαι… αλεξίσφαιρος: έχω κάνει και τις δύο δόσεις του εμβολίου για τον κορωνοϊό», δήλωσε στη βρετανική εφημερίδα Telegraph. Είναι ο Τομ Τζόουνς.

A.P. Photo

Ο γιος του ανθρακωρύχου

Η ζωή του θυμίζει παραμύθι. Από τα λαμπερά φώτα του Λας Βέγκας στα λασπωμένα λιβάδια του Γκλαστονμπέρι και από το «What’s Νew Pussycat?» στα τραγούδια της καινούργιας του δισκογραφικής δουλειάς, η «συγκομιδή» του είναι εντυπωσιακή: δεκάδες Νο 1 επιτυχίες, ένα φανατισμένο κοινό, πωλήσεις που αγγίζουν τα 150 εκατ. αντίτυπα και προσωπική περιουσία 300 εκατ. δολαρίων. Πώς μπορούσε να ονειρευτεί όλα αυτά ο γιος του ανθρακωρύχου Τόμας Γούντγουορντ από το Τρεφόρεστ της Νότιας Ουαλλίας; Το μόνο που ήθελε, από παιδί, ήταν να τραγουδάει –στο σπίτι, στην εκκλησία ή στις παμπ– και η φωνή του να είναι πιο δυνατή από των άλλων. Τόση ήταν η ανάγκη του να ξεχωρίσει, που αρνιόταν πεισματικά να μπει στη σχολική χορωδία. Το τραγούδι ήταν για εκείνον προσωπική υπόθεση. Δεν ήθελε να μοιράζεται το χειροκρότημα.

Η επαγγελματική πορεία του, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα ήταν προδιαγεγραμμένη. Τα γράμματα δεν τα έπαιρνε. Στη χειρότερη περίπτωση, θα ακολουθούσε τον πατέρα του στις πνιγηρές στοές του ανθρακωρυχείου. Στην καλύτερη, θα έπιανε δουλειά σε ένα από τα εργοστάσια της περιοχής. Η φυματίωση, από την οποία προσβλήθηκε σε ηλικία 13 ετών, άλλαξε όμως τα δεδομένα. Ο μικρός αναγκάστηκε να μείνει κλεισμένος στο σπίτι για δύο ολόκληρα χρόνια. Μόνη του παρηγοριά, η ζωγραφική και το τραγούδι. Οι γιατροί απέκλεισαν το ενδεχόμενο να εργαστεί ποτέ στο ανθρακωρυχείο. Τα πνευμόνια του, είπαν, θα ήταν πολύ αδύναμα στο εξής…

Οι γυναίκες παραληρούσαν. Εγινε παράδοση να του πετούν εσώρουχα, χαρτάκια με το τηλέφωνό τους, ακόμη και τα κλειδιά του δωματίου τους. A.P. Photo / Eustache Cardenas

Νυχτοκάματο, μία στερλίνα

Η αρρώστια και ο αναγκαστικός εγκλεισμός του έκαναν τον Τομ να ωριμάσει απότομα. Οταν ανέρρωσε ήθελε να δείξει ότι ήταν πια άνδρας. Στα 16 του εγκατέλειψε το σχολείο. Παντρεύτηκε τη συγχωριανή του Λίντα Τρένσαρντ, τον πρώτο του έρωτα. Ενα μήνα μετά τον γάμο γεννήθηκε ο μοναχογιός τους, Μαρκ. Η Λίντα έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο μπαταριών και εκείνος αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στο τραγούδι. Στα 18 του κέρδισε το πρώτο του νυχτοκάματο τραγουδώντας σε ένα μικρό κλαμπ του Τρεφόρεστ. Η αμοιβή του ήταν μία στερλίνα! Συνειδητοποιώντας ότι στην Ουαλλία οι πιθανότητες να κάνει καριέρα ήταν ανύπαρκτες, αποφάσισε να φύγει για το Λονδίνο. Υποσχέθηκε στη Λίντα ότι θα επέστρεφε και θα εξασφάλιζε στην ίδια και στο παιδί τους μια άνετη ζωή.

Δεν ξέρω αν ισχύει το ότι η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Από όσα έγιναν τους επόμενους μήνες στο Λονδίνο, πάντως, μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε πως ο Τομ Τζόουνς είναι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος. Το 1964, σε μια μικρή παμπ, όπου εμφανιζόταν ως Τόμι Σκοτ, τυχαία τον είδε ο παραγωγός Γκόρντον Μιλς. Η εικόνα του νεαρού Ουαλλού ήταν αποκαρδιωτική. Φορούσε ένα φθαρμένο δερμάτινο παντελόνι και μια ξεχειλωμένη μακό μπλούζα και τα μαλλιά του ήταν μια τεράστια αφάνα. Ο Μιλς δεν θα του έριχνε δεύτερη ματιά αν η ορχήστρα δεν άρχιζε να παίζει την ώρα που εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει. «Από τις πρώτες νότες ήξερα πως ο Τομ θα μπορούσε να γίνει ο σπουδαιότερος τραγουδιστής στον κόσμο», είπε χρόνια αργότερα για την πρώτη συνάντησή τους.

Το σεξαπίλ ήταν ένα από τα δυνατά χαρτιά του Τομ Τζόουνς, όχι όμως το μοναδικό. A.P. Photo

Ο Μιλς έγινε αμέσως μάνατζέρ του. Eκείνη την εποχή, μάλιστα, είχε γράψει ένα τραγούδι για μια νέα τραγουδίστρια, τη Σάντι Σο. Ζήτησε από τον Τομ Τζόουνς –όπως τον είχε πλέον «βαφτίσει», χρησιμοποιώντας το επίθετο της μητέρας του– να το τραγουδήσει σε ντέμο, για να το ακούσει η Σο και να προετοιμαστεί για την ηχογράφηση. Ηταν το «It’s Not Unusual». Ο 24χρονος τότε Τομ το λάτρεψε από την πρώτη κιόλας ακρόαση. «Σε παρακαλώ, άφησε εμένα να το πω», είπε στον Μιλς. «Είναι πολύ ποπ για εσένα. Χρειάζεσαι κάτι πιο δυνατό. Είσαι ροκ ερμηνευτής», του αντέτεινε εκείνος. Αλλά ο Τζόουνς επέμεινε και η Σο θα είχε τον τελευταίο λόγο. Η τύχη έπαιξε και εδώ, όμως, τον ρόλο της. «Δεν ξέρω ποιου η φωνή ακούγεται στο τραγούδι», είπε εκείνη. «Το τραγούδι, πάντως, είναι δικό του. Εγώ ποτέ δεν θα μπορέσω να το πω έτσι». Το «It’s Not Unusual» ηχογραφήθηκε στα τέλη του 1964, κυκλοφόρησε στις 22 Ιανουαρίου 1965 και στις αρχές Μαρτίου ήταν ήδη στο βρετανικό Νο 1, ενώ είχε μπει και στο αμερικανικό Top 10 – το εισιτήριο για μια μεγάλη καριέρα.

Aκολούθησαν πολλές επιτυχίες: «What’s New Pussycat?», «Once Upon a Time», «Thunderball», από την ομώνυμη ταινία του Τζέιμς Μποντ (του έφερε το πρώτο του Γκράμι), «Green, Green Grass of Home». To 1967 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Λας Βέγκας –στο Flamingo και έπειτα στο Caesar’s Palace–, αφήνοντας εποχή με τα στενά tuxedo και τα λαμέ πουκάμισά του, ανοιχτά πάντα για να αποκαλύπτουν το δασύτριχο στέρνο του και τους χρυσούς σταυρούς με τη χοντρή αλυσίδα – το πιο αγαπημένο του αξεσουάρ.

A.P. Photo

Οι γυναίκες στο κοινό παραληρούσαν. Εγινε παράδοση να του πετούν εσώρουχα, χαρτάκια με το τηλέφωνό τους, ακόμη και τα κλειδιά του δωματίου τους. Το σεξαπίλ του θα ήταν στο εξής ένα από τα δυνατά χαρτιά του Τομ Τζόουνς… Οχι το μοναδικό. Το Φεβρουάριο του 1969 προβλήθηκε από το βρετανικό ITV και το αμερικανικό ABC το πρώτο «This is Tom Jones Show», με οικοδεσπότη τον ίδιο και καλεσμένους (μέχρι το 1971, που «κατέβασε αυλαία») σχεδόν όλους τους σταρ της εποχής: από τον Τζίμι Χέντριξ, την Τζάνις Τζόπλιν και τους Moody Blues μέχρι τον Τζόνι Κας, τους Bee Gees και την Αρίθα Φράνκλιν. Η τηλεοπτική θητεία του, όπως λέγεται, του απέφερε μέσα σε μία τριετία γύρω στα 9 εκατ. δολάρια.

Η συγγνώμη στη γυναίκα του: «Ο δρόμος πάντα σ’ εσένα οδηγούσε»

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το άστρο του έλαμπε ακόμα. Τα «She’s a Lady», «Till», «The Young New Mexican Puppeteer» ακούγονταν σε όλα τα ραδιόφωνα, σε Βρετανία και ΗΠΑ. «Η Φωνή» (The Voice) ήταν το παρατσούκλι του. Η κόντρα του με τη βρετανική εφορία, όμως, τον έκανε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Αγόρασε την έπαυλη του Ντιν Μάρτιν στο Λος Αντζελες έναντι 1 εκατ. δολαρίων. Από το Τρεφόρεστ η οικογένεια έφερε μαζί της και ένα… ενθύμιο. Τον τηλεφωνικό θάλαμο που βρισκόταν έξω από το πατρικό του σπίτι! «Εκεί μου τηλεφώνησαν για να μου πουν ότι ο γιος μου είχε γεννηθεί. Πώς θα μπορούσα να τον αποχωριστώ;» Ο θάλαμος αυτός βρίσκεται ακόμα στην οικία Τζόουνς, σε περίοπτη θέση, δίπλα στην πισίνα.

Το «Say You’ll Stay Until Tomorrow», του 1977, έμελλε να είναι ορόσημο στην καριέρα του, ως το τελευταίο σινγκλ που θα ανέβαινε στα τσαρτ. Η πορεία, για τη δεκαετία που θα ακολουθούσε, θα ήταν καθοδική. Πολλοί λένε ότι το Λας Βέγκας ήταν η παγίδα στην οποία ο Τομ Τζόουνς έπεσε, θαμπωμένος από τις παχυλές αμοιβές και τη λατρεία των φαν. Και ίσως έχουν δίκιο, αφού οι «σειρήνες» των μεγάλων καζίνο τον έκαναν, πράγματι, να παραμελήσει τη δισκογραφία.

A.P. Photo / Brian Smith

Oλα αυτά μέχρι το 1986, όταν ο Γκόρντον Μιλς, μέντορας και μάνατζέρ του, πεθαίνει από καρκίνο. Ο γιος του, Μαρκ, παίρνει τη θέση του. Είναι έξυπνος, οργανωτικός, πείθει τον πατέρα του να αλλάξει λουκ και να επιλέγει στυλάτα κοστούμια Armani για τις εμφανίσεις του και, επιπλέον, τον βοηθάει να ανανεώσει το ρεπερτόριό του. Το 1989, στο άλμπουμ «At This Moment», ο Τομ Τζόουνς διασκευάζει το «Kiss» του Prince, παρέα με τους The Art of Noise, και ανεβαίνει ξανά στην κορυφή· έχει επιστρέψει για τα καλά.

Η Λίντα πέθανε το 2016 στο Λος Αντζελες από καρκίνο του πνεύμονα. Ηταν το στήριγμά του, παρά τα δεκάδες «στραβοπατήματά» του. Τουλάχιστον πρόλαβε να της ζητήσει συγγνώμη, με τον τρόπο του, για τις… κατά συρροήν απιστίες του. «Ο δρόμος πάντα σ’ εσένα οδηγούσε/ και η αγάπη μου σ’ εσένα ακόμα ανήκει», της τραγούδησε το 2008, στο άλμπουμ «24 Hours». Λίγο πριν από τον θάνατό της, στο νοσοκομείο, τον ενθάρρυνε να κυκλοφορήσει νέο δίσκο: «Πρέπει να φύγω, αλλά εσύ πρέπει να συνεχίσεις». «Θα προσπαθήσω», της απάντησε εκείνος. Σήμερα, ο 81χρονος Τομ Τζόουνς ζει στο Λονδίνο, σε ένα διαμέρισμα με θέα στον Τάμεση. «Θα άρεσε και στη Λίντα…», λέει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση