ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Νέες επιτυχίες ετών… εξήντα

Πώς οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι συμφωνίες εκατομμυρίων για θρυλικά τραγούδια αλλάζουν ριζικά το μουσικό τοπίο

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Στην τελευταία σκηνή της εμβληματικής τηλεοπτικής σειράς «Sopranos», ο Τόνι (Τζέιμς Γκαντολφίνι) ρίχνει ένα κέρμα στο τζουκ μποξ που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι ενός ντάινερ και όσο κοιτάζει το μενού και έρχονται τα μέλη της οικογένειάς του, αρχίζει και παίζει ένα τραγούδι. Είμαστε στο 2007, μια από τις καλύτερες σειρές όλων των εποχών φτάνει στο τέλος της, το Spotify είναι μόλις ενός έτους και το τραγούδι που επιλέγει ο Τόνι είναι το «Don’t stop believin’» των Journey που έρχεται από τη μακρινή δεκαετία του ’80.

Μπορεί το τραγούδι να μην έδειξε από την αρχή τη διαχρονικότητά του, αλλά, όπως μας θύμισε ο μουσικός παραγωγός Γιάννης Πετρίδης όταν μιλήσαμε για αυτό το ρεπορτάζ, το τέλος της σειράς ήταν η αρχή για τη δεύτερη ζωή του τραγουδιού. Τον Φεβρουάριο του 2021 έφτασε το ένα δισεκατομμύριο streams στο Spotify, ένα ρεκόρ που μέχρι τότε κατείχε μόνο το «Bohemian Rhapsody» των Queen. Δεν ήταν όμως μόνο οι Journey και ο frontman του συγκροτήματος Στιβ Πέρι που χάρηκαν με αυτή την επιτυχία, αλλά και η Hipgnosis Songs Fund, στην οποία ανήκει κατά το ήμισυ.
Τον τελευταίο χρόνο, ηχηρά ονόματα της ροκ και της ποπ αποφάσισαν να πουλήσουν τα δικαιώματα των τραγουδιών τους με μεγάλα οικονομικά ανταλλάγματα είτε στους νέους «παίκτες» της μουσικής αγοράς, όπως στη Hipgnosis ή στην Primary Wave, είτε σε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες.
Δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η συμφωνία του Μπομπ Ντίλαν με τη Universal Music Publishing Group, η οποία αγόρασε τα δικαιώματα 600 τραγουδιών του με αντάλλαγμα, σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, 300 εκατ. δολάρια (κάποιες αναφορές ανεβάζουν το ποσό στα 400 εκατ.). O Νιλ Γιανγκ, με τη σειρά του, πούλησε το 50% των δικαιωμάτων του στη Hipgnosis για 150 εκατ. δολάρια. Τις τελευταίες μέρες ανακοινώθηκε και η συμφωνία του Πολ Σάιμον με τη Sony, χωρίς να γίνει γνωστό το ποσό. Η ιστοσελίδα Ultimate Classic Rock έχει μετρήσει τουλάχιστον 40 γνωστούς ροκ σταρ που πλέον έχουν αποχωριστεί τα δικαιώματα των τραγουδιών τους, αν και τον ίδιο δρόμο ακολουθούν σταδιακά και μεγάλα ονόματα της ποπ, όπως η Σακίρα.

Οι λόγοι

Ο Μπομπ Ντίλαν, οι Journey, οι Fleetwood Mac, ο Νιλ Γιανγκ και ο Πολ Σάιμον πούλησαν μέρος ή το σύνολο των δικαιωμάτων του έργου τους σε εταιρείες έναντι αστρονομικών ποσών.(Φωτ. A.P. / Jeff Zelevansky)
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Σύμφωνα με το περιοδικό Rolling Stone, οι λόγοι για τους καλλιτέχνες μπορεί να είναι φορολογικοί (ο Μπάιντεν σχεδιάζει να αυξήσει τη φορολογία των υψηλών εισοδημάτων), προσωπικοί, με την έννοια της οικονομικής αποκατάστασης των απογόνων τους, ή ανησυχούν για το πού οδεύει η αγορά της μουσικής στο κοντινό μέλλον, όταν χιλιάδες τραγούδια ανεβαίνουν καθημερινά στις streaming πλατφόρμες και ανταγωνίζονται για να φτάσουν στα αυτιά των ακροατών. Από την άλλη πλευρά, παλαιοί και νέοι «παίκτες» βλέπουν την οικονομική αξία πίσω από τη διαχείριση θρυλικών τραγουδιών και την τοποθέτησή τους σε ταινίες, διαφημιστικά και πλατφόρμες. Μήπως δημιουργείται ένα είδος μουσικού «χρηματιστηρίου», με τα δικαιώματα να είναι οι νέες μετοχές; Ο Φώτης Απέργης, διευθυντής ραδιοφωνίας της ΕΡΤ, απαντάει θετικά, αλλά θυμίζει ότι τα χρηματιστήρια έχουν την τάση να είναι απρόβλεπτα. «Η σχέση μας με τη μουσική έχει γίνει περιστασιακή και αποσπασματική. Κάποτε, ένας τραγουδοποιός προσδοκούσε ο ακροατής να λιώσει τον καινούργιο του δίσκο στο πικάπ. Σήμερα ελπίζει ότι ο ακροατής θ’ ακούσει το νέο του τραγούδι τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα, προτού πατήσει skip, ώστε να μπορέσει να το πληρωθεί», σχολιάζει ο κ. Απέργης. Τα διαχρονικά τραγούδια, επισημαίνει, δεν χάνουν την αξία τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι νέες μορφές της εμπορίας τους είναι περισσότερο ασφαλείς από τις παλαιότερες, ιδίως μάλιστα υπό συνθήκες κρίσης. Τα έσοδα της Διεθνούς Ομοσπονδίας της Φωνογραφικής Βιομηχανίας (IFPI), μας λέει, αυξήθηκαν το 2020 (όπως και τις τρεις προηγούμενες χρονιές), με τα μισά να προέρχονται από τις γνωστές πλατφόρμες, όπως το Spotify και την Apple Music, αλλά σε αυτή την είδηση υπάρχει ένας αστερίσκος.

«Μοιάζει εντυπωσιακό, όμως πριν από 20 χρόνια τα έσοδα που ανακοίνωνε η IFPI ήταν διπλάσια. Ο κόσμος έχει συνηθίσει πια να μην πληρώνει τη μουσική που καταναλώνει. Δημιουργείται όντως ένα νέο, ψηφιακό χρηματιστήριο μουσικής, που όμως δεν είναι λιγότερο απρόβλεπτο από κάθε άλλο χρηματιστήριο – θετικά ή αρνητικά: π.χ., η παραμονή στο σπίτι αυξάνει τα έσοδα του Spotify, όμως τα κλειστά μπαρ σε όλο τον κόσμο τα μειώνουν».
Τα κλειστά μπαρ και η απαγόρευση των συναυλιών προκάλεσαν δυσφορία ακόμα και σε μεγάλα ονόματα της μουσικής, όπως ο Ντέιβιντ Κρόσμπι, μας λέει ο ραδιοφωνικός παραγωγός του Πρώτου Προγράμματος και του Kosmos της ΕΡΤ Γιάννης Πετρίδης, ο οποίος παρατηρεί ότι οι συναλλαγές των πολλών εκατομμυρίων αφορούν κυρίως τραγουδοποιούς της γενιάς του ’60 που βρίσκονται κοντά στο τέλος της καριέρας τους και τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν τα μεγάλα ονόματα των επόμενων γενεών. «Με αυτό τον τρόπο παίρνουν μεγάλα ποσά για έναν πραγματικό θησαυρό που τους αξίζει γιατί προσέφεραν στον κόσμο υπέροχα τραγούδια και για να αναπληρώσουν τη ζημία που έχουν από τα μειωμένα έσοδά τους λόγω της πανδημίας. Ορισμένοι θέλουν να φροντίσουν τους απογόνους τους και να μην τους αφήσουν να μπλεχτούν σε έναν κυκεώνα δικαιωμάτων που μάλλον έρχεται στο μέλλον. Από την άλλη, οι εταιρείες ξέρουν ότι η μουσική παίζει τεράστιο ρόλο σε κάθε κοινωνική πράξη που κάνουμε στη ζωή μας και έτσι θα τη χρησιμοποιήσουν παίρνοντας δικαιώματα στο μέλλον μέσα από κάθε νέα τεχνολογική εξέλιξη», μας λέει.

Ο Νιλ Γιανγκ. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Ρωτάμε τον γνωστό παραγωγό εάν η μεγάλη επένδυση σε αυτή τη γενιά των τραγουδοποιών θα προκαλέσει και ένα κύμα αναβίωσης παλαιών και γνωστών ακουσμάτων. «Αυτό έχει αρχίσει να συμβαίνει εδώ και καιρό. Παρακολουθώ τα καινούργια τραγούδια με μανία, αλλά βλέπω ότι αυτά τα παλαιότερα, και λόγω της επανάληψης, έχουν μια δυναμική που δεν την έχουν αποκτήσει τα νεότερα τραγούδια μετά το 2000. Ακόμα και σε αυτό έχουν παίξει ρόλο όχι μόνο οι διασκευές, αλλά η χρήση αυτών των τραγουδιών στη χιπ χοπ και στη ραπ μουσική τα τελευταία 30 χρόνια. Τα τραγούδια αυτά θα είναι πάντοτε ζωντανά», τονίζει, «αλλά αυτό που με στενοχωρεί είναι που η μουσική φαίνεται πως σταδιακά απαξιώνεται, δηλαδή δεν αγαπιέται από τον κόσμο όπως παλιά, δεν παίζει τον ίδιο ρόλο στη ζωή τους και απλώς χρησιμοποιείται. Δεν υπάρχει το συναίσθημα, είναι μια ιδιοκτησία και, ας μη γελιόμαστε, αυτό που κυριαρχεί είναι η καθαρόαιμη εμπορική μουσική».
Για τον Γιώργο Μουχταρίδη, μουσικό παραγωγό και διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού Pepper 96,6, το φαινόμενο των μαζικών αγοραπωλησιών φανερώνει ότι και στη μουσική, ειδικά στο Διαδίκτυο, επιβεβαιώνεται ότι «το περιεχόμενο είναι ο βασιλιάς». «Γι’ αυτό και τόσο οι δημιουργοί του περιεχομένου όσο και αυτοί που κατέχουν μέχρι σήμερα περιεχόμενο είναι αυτή την περίοδο περιζήτητοι», σχολιάζει και προσθέτει ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας η μουσική και το streaming έδειξαν μεγάλη ανθεκτικότητα, την ώρα που άλλοτε σταθερές οικονομικές αξίες, όπως οι τιμές του πετρελαίου, έμοιαζαν «με τρενάκι του τρόμου». «Αυτή η περίοδος των μεγάλων εξαγορών στη μουσική μού θυμίζει και λίγο αυτό που συμβαίνει με μεγάλα έργα τέχνης των οποίων η αξία είναι αδιαμφισβήτητη και χαίρομαι διπλά γιατί η ποπ κουλτούρα με την οποία μεγάλωσα είχε, εκτός από προσωπική αξία για εμένα, και μια διαχρονική μελλοντική αξία για τις επόμενες γενιές».

Σε αυτό το μουσικό τοπίο, πόσο εύκολο είναι για τους νέους καλλιτέχνες να ξεχωρίσουν; Ο Φώτης Απέργης σημειώνει ότι μπορεί η τεχνολογία να δίνει περισσότερες ευκαιρίες για να προβάλλουν τη μουσική τους, «αλλά ο πληθωρισμός είναι αναπόφευκτος. Παλαιότερα οι νέοι καλλιτέχνες ζούσαν την εξάρτηση από μια μεγάλη εταιρεία, σήμερα ζουν την ανασφάλεια του να συμπεριφέρονται σαν μικρές εταιρείες οι ίδιοι», τονίζει. Ο κ. Πετρίδης συμφωνεί ότι η μουσική των νέων μπορεί να «ακούγεται» αμέσως στο Διαδίκτυο, αλλά διερωτάται «πόσο ακούγεται» και τι σημαίνει αυτό οικονομικά για τους ίδιους.

«Ροπή στο κλασικό»

Ο Πολ Σάιμον. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Σε αυτό το ερώτημα έρχεται να απαντήσει, μεταξύ άλλων, και η Orfium, που επικεντρώνεται στην αναζήτηση δικαιωμάτων στο YouTube. Ο μουσικολόγος Γιώργος Μυζάλης, Business Affairs Account Manager της Orfium, διαπιστώνει «μια γενικότερη ροπή του παγκόσμιου ακροατηρίου προς το κλασικό – διαχρονικό ρεπερτόριο» και οι πρόσφατες εξαγορές επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση. Ωστόσο, μας λέει, από τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία απαγόρευση σε κανέναν να διεκδικήσει τον χώρο του στο καλλιτεχνικό στερέωμα, το στοίχημα της μουσικής βιομηχανίας είναι άλλο. «Να μπορέσει να εντοπίσει όλες τις χρήσεις των καλλιτεχνικών έργων (παλαιών και νέων) στον “ωκεανό” του ψηφιακού περιβάλλοντος και να αποδώσει δικαιώματα στους δημιουργούς των έργων», μας λέει, περιγράφοντας τον στόχο της εταιρείας που έχει έδρα το Λος Αντζελες και γραφεία στην Αθήνα. «Ανακαλύπτουμε χρήσεις έργων/τραγουδιών που διαφεύγουν από την ίδια την πλατφόρμα, “ξεκλειδώνουμε” έσοδα που διαφορετικά θα χάνονταν, ώστε αυτά να καταλήξουν στους καλλιτέχνες, παλαιούς και νέους», σημειώνει. Αντί να διακινδυνεύσουμε μια πρόβλεψη για τα έσοδα των καλλιτεχνών και των τραγουδοποιών στο ψηφιακό περιβάλλον ή για τη νέα αντίληψη της μουσικής, ας κλείσουμε με ένα γεγονός και ένα ερώτημα για αυτή τη «συμμαχία» των παλαιών τραγουδιών με τα νέα μέσα. Πέρυσι, το «Dreams» (1977) των Fleetwood Mac έγινε viral στο TikTok χάρη στο βίντεο ενός Αμερικανού που έκανε σκέιτ ενώ έπαιζε. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το κομμάτι ανέβηκε στην έβδομη θέση των αμερικανικών τσαρτ και λίγο αργότερα η Primary Wave και η BMG αγόρασαν τα δικαιώματα της μπάντας. Σε 20 δευτερόλεπτα, όμως, ακούμε το τραγούδι ή βλέπουμε τη χρήση του;

Η άλλοτε τραγουδίστριά των Fleetwood Mac, Στίβι Νικς. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση

Σκηνή από την όπερα «Δέσπω» του Παύλου Καρρέρ. Στις 24, 25 Μαρτίου. Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» Εθνικής Λυρικής Σκηνής - ΚΠΙΣΝ.Φωτ. Α. SIMOPOULOS

Η Επανάσταση της Λυρικής

Ο πολιτιστικός φορέας συμμετέχει στους εορτασμούς για την επέτειο των 200 χρόνων με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΜΟΥΣΙΚΗ