ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Αγγελος Αντωνόπουλος: Από τα Ταμπούρια στην αιωνιότητα

Ο Αγγελος Αντωνόπουλος κατάφερε να διασχίσει τη σύγχρονη Ιστορία του θεάτρου γνωρίζοντας την καταξίωση του κοινού, ενώ το όνομά του, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, θα πάρει διαστάσεις μύθου

Kathimerini.gr

Μπορεί να μπήκε στον χώρο του θεάματος σε σχετικά μεγάλη ηλικία, να έχασε την καλύτερη εποχή του παλιού ελληνικού σινεμά και να περιορίστηκε σε δεύτερους ρόλους, αλλά ο Αγγελος Αντωνόπουλος, που πέθανε σε ηλικία 94 ετών, κατάφερε να διασχίσει τη σύγχρονη Ιστορία του θεάτρου γνωρίζοντας την καταξίωση του κοινού, ενώ αναπάντεχα το όνομά του, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, θα πάρει διαστάσεις μύθου, παίζοντας στην τηλεόραση τον «συνταγματάρχη Βαρτάνη», στον «Αγνωστο Πόλεμο».

Ο Αγγελος Αντωνόπουλος θα μπει στα κινηματογραφικά πλατό σχετικά μεγάλος, σε ηλικία 32 ετών, λίγο μετά τις πρώτες εμφανίσεις του στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, θα αρχίσει να παίρνει σημαντικούς ρόλους ως μεσήλικας και αφού είχε γίνει σταρ πρώτου μεγέθους ως «συνταγματάρχης Βαρτάνης», καθώς η αφοσίωσή του στην υποκριτική θα τον καταστήσει έναν από τους πλέον αξιόπιστους ηθοποιούς, που μπορούσε να φέρει εις πέρας οποιονδήποτε χαρακτήρα κλήθηκε να ερμηνεύσει.

Με την αύρα της Ολυμπίας και την Αντίσταση

Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 1932 στα Ταμπούρια, στον Πειραιά, όπου δούλευε ο σιδηροδρομικός πατέρας του, τον οποίο έχασε σε μικρή ηλικία, στην Κατοχή, από πνευμονία, κάτι που ανάγκασε τη μητέρα του, για να επιβιώσουν στη μαύρη εκείνη εποχή, να μετακομίσουν σε ένα χωριό κοντά στην Ολυμπία. Εκεί θα βρουν ένα πιάτο φαΐ και ο μικρός Αγγελος έναν τόπο που θα τον μαγέψει, με την αύρα και την πλούσια ιστορία του. Εκεί, όμως, θα γνωρίσει και την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, ιστορικές περιόδους που θα τον σημαδέψουν για όλη του τη ζωή.

Υποψιασμένος

Οπως έλεγε ο ίδιος, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ενεργός με την πολιτική, αλλά ήταν «υποψιασμένος», έχοντας επηρεαστεί από τους αγώνες των αριστερών εκείνης της εποχής, συνειδητοποιημένος για την καθοριστική στάση των Αγγλων και την έναρξη του Εμφυλίου, τον οποίο πλήρωσε η Ελλάδα ακριβά, με αίμα και μια χαμένη γενιά στα ξερονήσια, στις μάχες ή ακόμη και δηλητηριάζοντας έναν λαό με τη διχόνοια.

Από το μπακάλικο στο Θέατρο Τέχνης

Θα έρθει στην Αθήνα, για να μείνει σε κάποιους ευκατάστατους θείους του και να βρει τον επαγγελματικό του δρόμο, ξεκινώντας ως ταμίας ενός μπακάλικου. Ομως, σε ηλικία 27 ετών, παρακολουθώντας μια παράσταση του Καρόλου Κουν στο Εθνικό Θέατρο, θα μαγευτεί με το θέατρο και θα αποφασίσει ότι αυτό που ήθελε να κάνει στη ζωή του, για να γίνει πραγματικά ευτυχισμένος και ολοκληρωμένος άνθρωπος, ήταν να γίνει ηθοποιός. Θα δώσει αμέσως εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης, όπου έγινε δεκτός, για να σπουδάσει υποκριτική τρία χρόνια, τα οποία θα του μείνουν αξέχαστα. Για να στηρίξει τις σπουδές του θα δουλέψει σαν ταξιτζής, μέχρι να πάρει τον πρώτο του ρόλο από τον Κάρολο Κουν, τον οποίο θαύμαζε και θεωρούσε πρότυπο ζωής.

Ο Κουν, η Μπαρντό και ο Μυράτ

Η ζωή του θα αλλάξει ολοκληρωτικά, ενώ θα τον σημαδέψει η εμπειρία του ταξιδιού του Θεάτρου Τέχνης στο Παρίσι, για να παίξουν τους «Ορνιθες», και θα δει προσωπικότητες ανάμεσα στο κοινό, όπως η Ζαν Μορό, ο Ιονέσκο, η Μπριζίτ Μπαρντό, να τρέχουν να τους αγκαλιάσουν στο τέλος της ιστορικής παράστασης. Οταν οι δρόμοι τους θα χωρίσουν με τον Κουν, θα βρεθεί στον θίασο του σημαντικού θεατράνθρωπου Δημήτρη Μυράτ, με τον οποίο θα έχουν μια ιδιαίτερη συνεργασία, ενώ εκεί θα εξελίξει και τη θεατρική του γκάμα και φυσικά την υποκριτική του ικανότητα.

Κινηματογραφικό ντεμπούτο

Το 1964 θα κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, παίζοντας έναν μικρό ρόλο στο αισθηματικό δράμα του Δαλιανίδη «Εγωισμός», ενώ έκανε και ένα ρολάκι στην κομεντί του Ντίνου Δημόπουλου «Δεσποινίς Διευθυντής», με την Τζένη Καρέζη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Σε αυτές τις δύο ταινίες θα τον δει ο Βασίλης Γεωργιάδης και θα του προτείνει τον πρώτο χαρακτηριστικό ρόλο, ενός ληστή στον Κάμπο την εποχή του ξεσηκωμού των κολίγων ενάντια στους τσιφλικάδες, στη δραματική περιπέτεια «Το Χώμα Βάφτηκε με Αίμα», δίπλα στον Μάνο Κατράκη και τον Νίκο Κούρκουλο, ένα αξιόλογο φιλμ, που θα φτάσει μέχρι τις υποψηφιότητες για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Εκδρομή στο σινεμά

Κι ενώ στο θέατρο έχει αρχίσει να ερμηνεύει σημαντικούς ρόλους δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς, όπως οι Αλέξης Μινωτής, Κατίνα Παξινού, Μάνος Κατράκης και Βέρα Ζαβιτσάνου και θα γίνει περιζήτητος στις θεατρικές σκηνές, δοκιμάζοντας όλα τα θεατρικά είδη, στο σινεμά θα συνεχίσει να εμφανίζεται σε δεύτερους ρόλους και ταινίες όπως «Κοινωνία ώρα μηδέν» και «Κατηγορώ τους ανθρώπους». Το 1966 θα έρθει και ο πρώτος πρωταγωνιστικός του ρόλος στο εξαιρετικό αισθηματικό δράμα «Εκδρομή», του ξεχωριστού Ελληνα σκηνοθέτη Τάκη Κανελλόπουλου. Τον επόμενο χρόνο θα συμπρωταγωνιστήσει δίπλα στον Κώστα Καζάκο στο γουέστερν του Νίκου Φώσκολου «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω», ενώ αμέσως μετά θα πρωταγωνιστήσει στο κοινωνικό δράμα «Στον δάσκαλό μας με αγάπη» και θα παίξει δίπλα στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ στην τεράστια εμπορική επιτυχία «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά».

Πανικός

Με αμείωτο ρυθμό θα συνεχίσει να εμφανίζεται σε ταινίες, πολλές απ’ τις οποίες είναι κατώτερες των προσδοκιών του, αλλά και σε ορισμένα αρκούντως ενδιαφέροντα φιλμ, με κυριότερα τον «Πανικό» του Σταύρου Τσώλη, δίπλα στον στενό φίλο και κουμπάρο του Κώστα Καζάκο, αλλά και στη γνωστή περιπέτεια «Ορατότης Μηδέν», δίπλα στον Κούρκουλο. Η προχωρημένη συνεργασία του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη θα τον φέρει συμπρωταγωνιστή της στα μέτρια αισθηματικά δράματα «Σ’ Αγαπώ» και –αρκετά χρόνια μετά– «Πονηρό θηλυκό, κατεργάρα γυναίκα».

Η απίστευτη επιτυχία του «Αγνωστου πόλεμου» και οι επικρίσεις

Η αρχή της δεκαετίας του ’70 θα ήταν καθοριστική για την πορεία του, καθώς άμεσα θα μετατραπεί ο ικανότατος θεατρικός ηθοποιός και διακριτικός συμπρωταγωνιστής του σινεμά σε λαϊκό είδωλο. Το 1971, θα δεχθεί την πρόταση του Κώστα Κουτσομύτη να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεοπτική σειρά της νεότευκτης ελληνικής τηλεόρασης, «Αγνωστος πόλεμος». Οι αρχικοί του δισταγμοί θα καμφθούν από τον Κουτσομύτη και ως «συνταγματάρχης Βαρτάνης» θα γνωρίσει μία απίστευτη επιτυχία. Οπως έλεγε, μετά από τρεις-τέσσερις προβολές της σειράς, θα βγει στη σκηνή και το κοινό θα του πετάξει γαρδένιες, λες και ήταν είδωλο στα μπουζούκια. Η σειρά, το σενάριο της οποίας είχε γράψει ο Φώσκολος, θα παιχτεί με πρωτόγνωρη επιτυχία (την ώρα προβολής της δεν κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους) για τέσσερα χρόνια, ενώ ταυτόχρονα, και ειδικά μετά τη Μεταπολίτευση, θα δεχθεί τα πυρά της κριτικής και ενός μέρους του κοινού και συναδέλφων του, γιατί παρουσίαζε με αρκετή συμπάθεια τους Ελληνες στρατιωτικούς, σε μια εποχή που η χούντα ψυχορραγούσε.

Ξαναγεμίζοντας τα θέατρα

Υπενθυμίζεται ότι η σειρά είχε ως βασικό θέμα υποθέσεις αντικατασκοπείας στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με κεντρικό ήρωα τον Βαρτάνη, που ήταν επικεφαλής των ερευνών για τις κινήσεις των κατασκόπων του Αξονα. Ο Αντωνόπουλος θα υπεραμυνθεί της συμμετοχής του στο σίριαλ, λέγοντας ότι το σενάριο είχε πολλά σημεία καταδίκης του φασισμού, ενώ σημείωσε ότι μαζί του έπαιξαν και αρκετοί αριστεροί συνάδελφοί του. Μετά την πτώση της χούντας, η καριέρα του θα επηρεαστεί για ένα χρονικό διάστημα από τον «Αγνωστο πόλεμο», αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ, καθώς σύντομα το θέατρο, που εμφανιζόταν, θα γέμιζε και πάλι από κόσμο.

Αφοσίωση στο θέατρο, η διδασκαλία και η ποίηση

Τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες θα αφοσιωθεί στο θέατρο –και στο Εθνικό και στο «ελεύθερο»– με έργα των Ιψεν, Σαρτρ, Οσκαρ Ουάιλντ, Τσέχωφ, Πιραντέλο, αλλά και μπουλβάρ, ενώ θα γνωρίσει τεράστια επιτυχία με τον «Μαρξ στο Σόχο», έναν μονόλογο για τον Αντωνόπουλο, που θα κρατήσει πέντε ολόκληρα χρόνια. Θα έχει την τύχη να συμμετάσχει σε δύο εκλεκτές τηλεοπτικές σειρές, στους «Πανθέους» και τη «Μαντάμ Σουσού», θα διδάξει για πάνω από 30 χρόνια σε δραματική σχολή, μεταδίδοντας την αγάπη του για το θέατρο σε νέα παιδιά, ενώ για τελευταία φορά θα ανέβει στη σκηνή το 2017 με το έργο «Τα τελευταία φεγγάρια». Επίσης, θα γράψει δύο μυθιστορήματα και θα εκδώσει μια ποιητική συλλογή, το «αποκούμπι» του, όπως διατεινόταν.

Το παιδί που δεν έκανε

Στην προσωπική του ζωή, παρότι είχε ιδιαίτερη επιτυχία στις γυναίκες, θα κάνει έναν βραχύβιο γάμο, με τη Νινέττα Αντωνοπούλου, την οποία παντρεύτηκε το 1969, με κουμπάρους την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Παρότι έζησε μια γεμάτη και με στιγμές δόξας και γενικής αναγνώρισης, ο Αντωνόπουλος δήλωσε μετανιωμένος που δεν απέκτησε ποτέ ένα παιδί.

Ευγνώμων

Ο Αγγελος Αντωνόπουλος, βαθιά φιλοσοφημένος, αισθανόταν δικαιωμένος από την πορεία του στην τέχνη της υποκριτικής, αλλά και βαθιά ευγνώμων για τη ζωή του, τις γνωριμίες του με σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων και, αν είχε πάντα μια ενοχή, αυτή ήταν γιατί δεν υπήρξε ποτέ «μάχιμος» πολιτικά, αλλά τον καθησύχαζε η φύση της δουλειάς του, που πάντα αποτελούσε ένα ανάχωμα στη φαιδρότητα και την κοινωνική αδικία.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ