ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η ιστορία της Ευρώπης σαν εφιαλτικό ταξίδι

Η θεατρική διασκευή του έκανε πρεμιέρα στην Κολωνία όπου δραστηριοποιείται εδώ και 30 χρόνια το Ελληνογερμανικό Θέατρο και στις 8 και 9 Οκτωβρίου

Newsroom Κ, Αθήνα

Γιώτα Συκκά

Στον καιρό των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για το όραμα μιας ασφαλούς Ευρώπης με μεταναστευτική πολιτική, κοινωνική ματιά απέναντι στη φτώχεια, την ανεργία και τις διακρίσεις, ο σκηνοθέτης και ιδρυτής του Ελληνογερμανικού Θεάτρου Κώστας Παπακωστόπουλος, επιχείρησε τη θεατρική μεταφορά της ταινίας «Europa» του Λαρς φον Τρίερ. Δανείστηκε, όπως λέει, μοτίβα του αιρετικού Δανού σκηνοθέτη, προκειμένου να δείξει του κινδύνους που ελλοχεύουν από το βίαιο παρελθόν της Γηραιάς Ηπείρου, και πώς μπορεί να επηρεάσει δυσοίωνα το μέλλον της.

Η θεατρική διασκευή του έκανε πρεμιέρα στην Κολωνία όπου δραστηριοποιείται εδώ και 30 χρόνια το Ελληνογερμανικό Θέατρο και στις 8 και 9 Οκτωβρίου θα παρουσιαστεί με ελεύθερη είσοδο (δελτία προτεραιότητας) στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Μια συμπαραγωγή των δύο σκηνών που η παρουσίαση της πραγματοποιείται με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος προς το Ελληνογερμανικό Θέατρο.

«Ξεκίνησα μια προσέγγιση για το μέλλον της Ευρώπης μέσα από το βλέμμα του Krimi, του αστυνομικού μυθιστορήματος. Συνέπεσαν τα 30 χρόνια από την πτώση του Τείχους, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σε μια εποχή κατά την οποία η Ευρώπη αναζητεί ένα νέο μέλλον: προς τα πού θέλουμε να πάμε. Σε μια συγκυρία που παρακολουθούμε την άνοδο της ακροδεξιάς σε χώρες οι οποίες επιλύουν τα προβλήματα εθνικιστικά κι όχι ευρωπαϊκά», λέει στην «Κ» ο σκηνοθέτης. Στην αναζήτηση ενός νέου μέλλοντος και μιας νέας πολιτικής γραμμής στράφηκε στην ταινία του Τρίερ που τον γοήτευσε όταν την πρωτοείδε το 1991.

Ενας νεαρός ιδεαλιστής, γερμανοαμερικανικής καταγωγής, έρχεται το 1945 στη Γερμανία και γίνεται άθελά του αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους φανατικούς ναζί, τους «Werwolf» και τις μυστικές αμερικανικές υπηρεσίες.

Ο Κ. Παπακωστόπουλος, ξεφεύγοντας από το αρχαίο δράμα και το νεοελληνικό έργο, καταπιάστηκε με τη θεατρική μεταφορά της πολυσυζητημένης ταινίας. «Ο Λαρς μέσα από έναν σκοτεινό τρόπο προσεγγίζει τους κινδύνους που ελλοχεύουν για το μέλλον της Ευρώπης. Παρουσιάζει την καταγωγή αυτής της Ευρώπης και τον ιδεαλιστή άνθρωπο ο οποίος δυστυχώς, θα αποτύχει στο τέλος. Στο κείμενο είμαι πιστός. Αλλωστε, οι προδιαγραφές παίρνοντας τα δικαιώματα από το Τρίερ ήταν αυστηρές».

Στη διασκευή του «ο κεντρικός ήρωας είμαστε εμείς». Βιώνουμε την ιστορία της Ευρώπης σε ένα εφιαλτικό ταξίδι που θυμίζει Κάφκα, μέχρι να γυρίσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα. «Στο ταξίδι-εφιάλτη, το κοινό γίνεται συνεπιβάτης. Πολλοί νέοι αγνοούν τι είχε συμβεί στο παρελθόν. Μόνο αν το κατανοήσουμε θα καταλάβουμε το αύριο».

Βέβαια, η παράσταση στην Αθήνα (με Γερμανούς και Ελληνες συντελεστές) έρχεται σε μια περίοδο ανασφάλειας και τοπικού lockdown. «Οι Ελληνες έχουν την τάση να βρίζουν τη χώρα τους, εκθειάζοντας συνέχεια αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη. Κάνουν λάθος. Οι άνθρωποι του θεάτρου αγωνιούν και στη Γερμανία. η οποία στα 36 χρόνια που ζω σ’ αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Το κοινωνικό κράτος μετατράπηκε σε ένα κράτος δύο ταχυτήτων. Αν δεν έχεις ιδιωτική ασφάλεια έχεις πρόβλημα».

Πώς αντιμετώπισε το κράτος τον πολιτισμό στην πανδημία; «Τον Μάρτιο αντέδρασε γρήγορα και μάλιστα χωρίς γραφειοκρατία, κάτι που δεν το έχω ξαναδεί στη Γερμανία. Δόθηκαν σε πρώτη φάση αρκετά χρήματα και χωρίς έλεγχο. Οπως θα λέγαμε στην Ελλάδα “πήρε και ο κάθε πικραμένος”. Κάθε οργανισμός ή καλλιτέχνης που μπορούσε να αποδείξει ότι παράγει έργο, έλαβε 9.000 ευρώ. Για αυτόν που έχει ένα θέατρο ή μια ομάδα, σε βάθος έξι μηνών, δεν είναι τίποτα, τουλάχιστον στη Γερμανία. Βέβαια, πήραν και άσχετοι. Δόθηκαν πολλά λεφτά, γρήγορα και άτσαλα, αλλά τώρα που ξεκίνησαν τα θέατρα από τις αρχές Σεπτεμβρίου, με 25 έως 40 άτομα κοινό, διακρίνεται η καταστροφή. Δεν βγαίνουν. Ομως επιμένουν για να δείξουν ότι υπάρχουν, γιατί ο καλλιτέχνης αν δεν δουλέψει θα εξαφανιστεί».

Ο μεγάλος φόβος, προσθέτει ο κ. Παπακωστόπουλος, είναι πώς θα αντιδράσει το κοινό όταν ξεκινήσουν τα κρυολογήματα και η γρίπη. «Θα χρειαστεί χρόνος να ξεπεράσουν οι θεατές τη φοβία. Νομίζω ότι ο πολιτισμός θα ορθοποδήσει γύρω στο 2023-2024. Απλώς στη Γερμανία επειδή δεν τους αρέσει να προκαλούν πανικό και άγχος, δεν φωνάζουν, για να μη δημιουργηθεί το κλίμα της αρνητικής ενέργειας».

Παρακολουθώντας το ταμπεραμέντο των δύο λαών, επιχειρεί τη σύγκριση της θεατρικής αγοράς. «Στην Κολωνία λειτουργούν 30 με 40 ελεύθερα θέατρα (έως 200 θεατών), επιδοτούμενα σε μεγάλο μέρος τους χωρίς όμως να έχουν την οικονομική υποστήριξη ενός κρατικού οργανισμού, ο οποίος έχει δύο σκηνές (250 έως και 600 θεατών) και λαμβάνει μεγάλα μπάτζετ. Σίγουρα δεν υπάρχει το φαινόμενο της Αθήνας, των 1.500 παραστάσεων και των 300 θεάτρων που ξεκινούν με μηδέν κεφάλαιο».
Πριν κλείσουμε το τηλέφωνο, τονίζει ότι «οι άνθρωποι του πολιτισμού στην πανδημία έχουμε την ίδια αγωνία. Πρέπει να δείξουμε ότι υπάρχουμε. Είμαστε αναγκασμένοι να παλέψουμε».

«Εuropa» με την υποστήριξη του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, του υπουργείου Πολιτισμού του Κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας της Γερμανίας και της πόλης της Κολωνίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
Θέατρο  | 

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση