ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μια εξέταση αίματος για έλεγχο δεκάδων τύπων καρκίνου

Τα τεστ πρώιμης ανίχνευσης πολλαπλών καρκίνων υπόσχονται καλύτερες εκβάσεις στο μέλλον, αλλά είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τους τρέχοντες περιορισμούς τους

Ο εντοπισμός του καρκίνου πρώιμα, πολύ πριν από την εμφάνιση συμπτωμάτων, αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχούς θεραπείας. Αυτός είναι ο λόγος που οι γιατροί συνιστούν εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου, οι οποίες ανιχνεύουν τους καρκίνους του παχέος εντέρου, του μαστού, του τραχήλου της μήτρας ή του πνεύμονα. Τα τελευταία χρόνια, έχει αναδυθεί μία ακόμη επιλογή: αιματολογικές εξετάσεις για προσυμπτωματικό έλεγχο πολλών τύπων καρκίνου. Είναι γνωστές ως τεστ πρώιμης ανίχνευσης πολλαπλών καρκίνων (MCED) και παρέχουν τη δυνατότητα εντοπισμού μέχρι 50 τύπων καρκίνου με μία αιμοληψία. Ωστόσο, πριν προχωρήσετε στο τεστ, βεβαιωθείτε πως κατανοείτε ακριβώς τι μπορεί να εντοπίσει και τι όχι.

«Την τελευταία εικοσαετία, παρατηρούμε μια επανάσταση σε νέες αντικαρκινικές θεραπείες. Σήμερα, βρισκόμαστε στην έναρξη μιας άλλης επανάστασης που εστιάζεται στην έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου», λέει η δρ Elizabeth O’Donnell, διευθύντρια της κλινικής Πρώιμης Ανίχνευσης Πολλαπλών Καρκίνων στο συνεργαζόμενο με το Χάρβαρντ Dana-Farber Cancer Institute. Όπως επισημαίνει, 70% των θανάτων από καρκίνο προέρχονται από τύπους καρκίνου για τους οποίους δεν υπάρχει εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου. Τα τεστ MCED έχουν σήμερα τη δυνατότητα να βρίσκουν πολύ περισσότερους καρκίνους νωρίτερα, συμπεριλαμβανομένων μορφών καρκίνου λιγότερο κοινών, αλλά περισσότερο θανατηφόρων, όπως αυτοί των ωοθηκών και του παγκρέατος, προσθέτει.

Ποιος είναι ο μηχανισμός των τεστ;

Τα τεστ MCED (γνωστά και ως δοκιμασίες υγρής βιοψίας) προσδιορίζουν ουσίες που κυκλοφορούν στο αίμα. Αυτές περιλαμβάνουν κύτταρα ή γενετικό υλικό που αποβάλλονται από όγκους είτε πρωτεΐνες ή άλλους βιολογικούς δείκτες που υποδηλώνουν ότι ίσως να ελλοχεύει καρκίνος κάπου στο σώμα. Όμως, με τον ίδιο τρόπο που ένα απλώς ύποπτο σημάδι σε μια μαστογραφία δεν σημαίνει πάντοτε καρκίνο, έτσι και ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα από ένα τεστ MCED απλώς υποδεικνύει την πιθανότητα καρκίνου και όχι μια οριστική διάγνωση. Παρότι ορισμένα τεστ υποδεικνύουν την πιθανή εντόπιση του καρκίνου σε ένα όργανο, άλλα δεν το κάνουν. Απαιτούνται επιπρόσθετες εξετάσεις –που συνήθως περιλαμβάνουν απεικονιστικές εξετάσεις και βιοψίες– προκειμένου να επαληθευτεί μια διάγνωση καρκίνου.

Τα τεστ πρόωρης ανίχνευσης πολλών καρκίνων υποδεικνύουν την πιθανότητα καρκίνου, αλλά δεν μπορούν να τον διαγνώσουν.
Πολλά τεστ MCED βρίσκονται υπό ανάπτυξη. Αν και κανένα δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), αρκετά από αυτά είναι διαθέσιμα στο εμπόριο. Τα προγράμματα ασφάλισης συνήθως δεν καλύπτουν το κόστος αυτών των τεστ, τα οποία στοιχίζουν στις ΗΠΑ περίπου 700 έως 950 δολάρια.

Δυνητικά οφέλη

Θεωρητικά, αυτά τα τεστ θα μπορούσαν να παρέχουν ευρύτερη πρόσβαση στον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου, καθώς μια αιματολογική εξέταση είναι ευκολότερη, λιγότερο επεμβατική και λιγότερο χρονοβόρα από ό,τι εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου όπως η κολονοσκόπηση και η μαστογραφία.

Ο καρκίνος ταξινομείται με βάση την εξέλιξη της νόσου, από το Στάδιο 0 (παρουσία μη φυσιολογικών κυττάρων) στο Στάδιο 4 (κατά το οποίο ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί σε απομακρυσμένα σημεία του σώματος). Ο εντοπισμός του καρκίνου σε πρώιμο στάδιο, πριν υπάρξει η ευκαιρία εξάπλωσης της νόσου, μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα επιτυχούς θεραπείας, λέει η δρ O’Donnell. «Συνήθως, η εξέλιξη του καρκίνου είναι μικρότερη και η επιβίωση είναι πολύ μεγαλύτερη όταν οι ασθενείς λαμβάνουν θεραπεία σε πρώιμο στάδιο», λέει. Επιπλέον, τα αποτελέσματα του τεστ MCED ενδέχεται να αποκαλύψουν γενετικές πληροφορίες που δίνουν τη δυνατότητα στον γιατρό να επιλέξει μια στοχευμένη (και δυνητικά πιο αποτελεσματική) θεραπεία.

Συνολικά, τα τεστ μπορούν να ανιχνεύσουν σωστά τον καρκίνο κατά πάνω από τις μισές φορές, παρότι αυτό το αποτέλεσμα κυμαίνεται ανά τύπο καρκίνου και ανά στάδιο

Οι θεραπείες που είναι σήμερα διαθέσιμες, ιδίως οι νέες ανοσοθεραπείες κατά του καρκίνου, μπορούν να επεκτείνουν τη ζωή των ασθενών. Όμως είναι πολύ ακριβές και απαιτούνται πολλοί πόροι για τη δημιουργία τους, λέει η δρ O’Donnell. «Ελπίζω ότι θα φθάσουμε σε ένα σημείο όπου θα μπορούμε να θεραπεύουμε τους ασθενείς πριν ακόμη υπάρξει ανάγκη γι’ αυτές τις θεραπείες και να τους κρατάμε εκτός των κέντρων αντικαρκινικής θεραπείας», δηλώνει.

Πιθανά μειονεκτήματα

Τα τεστ MCED δεν είναι τέλεια. Μερικές φορές υποδηλώνουν ότι το άτομο έχει καρκίνο, ενώ αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα (ψευδώς θετικό). Σε άλλες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το άτομο δεν έχει καρκίνο, ενώ στην πραγματικότητα έχει (ψευδώς αρνητικό). Συνολικά, τα τεστ αυτά μπορούν να ανιχνεύσουν σωστά τον καρκίνο κατά πάνω από τις μισές φορές, παρότι αυτό το αποτέλεσμα κυμαίνεται ανά τύπο καρκίνου και ανά στάδιο.

Τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα από το πρώτο τεστ που διατίθεται στο εμπόριο, παρουσιάστηκαν στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία Παθολογίας Ογκολογίας (ESMO) τον Οκτώβριο του 2025. Για κάθε δέκα άτομα με θετικό τεστ, έξι είχαν πράγματι καρκίνο. Σε όλα τα θετικά αποτελέσματα απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις, γεγονός που χρειάζεται χρόνο, προσθέτει στο κόστος και ίσως ενέχει κινδύνους για την υγεία του εξεταζομένου από τις ίδιες τις διαγνωστικές παρεμβάσεις, χωρίς να αναφέρουμε και το επιπρόσθετο στρες και άγχος. Τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα είναι σπάνια, αλλά ενδέχεται να καθυστερήσουν την αναγκαία θεραπεία εάν ο ασθενής αγνοήσει αργότερα τα πραγματικά συμπτώματα εξαιτίας μιας ψευδούς αίσθησης ασφάλειας.

Οι ογκολόγοι αναφέρουν πως τα τεστ MCED έχουν τη δυνατότητα να μετασχηματίσουν το τοπίο, όμως επισημαίνουν ότι το όφελος των MCED δεν έχει εκτιμηθεί μέσω μελετών για τον εντοπισμό καρκίνου ή για τη βελτίωση είτε της ποιότητας είτε της διάρκειας ζωής ενός ατόμου. «Τέτοιου είδους μελέτες χρειάζονται δεκαετίες για να ολοκληρωθούν, καθώς στηρίζονται στην επιβίωση των ασθενών, κάτι που δεν είναι ακόμη διαθέσιμο για τα τεστ MCED», λέει η δρ O’Donnell.

Ποιος θα πρέπει να υποβληθεί στο τεστ;

Επί του παρόντος, δεν έχουμε δεδομένα ώστε να πούμε ποιος θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να υποβληθεί σε ένα τεστ MCED, λέει η δρ O’Donnell. Όμως, άτομα με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου θα μπορούσαν να αποτελέσουν καλούς υποψηφίους. «Ο προσυμπτωματικός έλεγχος μπορεί να ισχυροποιεί τα άτομα αυτά, ακόμη και να προκαλεί λιγότερο άγχος από το να μην κάνουν τίποτα», λέει.

Τα τεστ MCED (για τα οποία απαιτείται συνταγή γιατρού) αντιπροσωπεύουν μια νέα κατάσταση για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου, γιατί τα άτομα μπορούν όχι μόνο να ζητήσουν το τεστ από τον δικό τους γιατρό, αλλά και να το αιτηθούν διαδικτυακά. Μόλις περίπου 1% με 2% θα λάβουν ένα αποτέλεσμα που θα υποδηλώνει ότι έχουν καρκίνο. «Όμως χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο να διασφαλίσουμε ότι τα άτομα αυτά λαμβάνουν τις κατάλληλες εξετάσεις παρακολούθησης», λέει η δρ O’Donnell. Προτείνει την αναζήτηση μιας κλινικής δοκιμής σε ένα μεγάλο αντικαρκινικό κέντρο, η οποία μπορεί να προσφέρει το τεστ χωρίς χρέωση και να παρέχει την απαραίτητη παρακολούθηση.

Πηγή: Harvard Health Publishing

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Υγεία: Τελευταία Ενημέρωση

Μία νευρολόγος και μία ασθενής, που ανήκει στο 5% με διάγνωση Αλτσχάιμερ κάτω από τα 65 χρόνια, περιγράφουν στην «Κ» τα ...
Kathimerini.gr
 |  ΥΓΕΙΑ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ