
Μιχάλης Περσιάνης
Η κυπριακή οικονομία μπήκε στο 2026 με ιδανικά δημοσιονομικά στοιχεία – η ανάπτυξη παραμένει καλή παρά την αποκλιμάκωση της, το χρέος συνεχίζει να μειώνεται, τα πλεονάσματα συνεχίζονται και οι αξιολογήσεις βελτιώνονται. Το Γραφείο Διαχείρισης του Δημόσιου Χρέους περνά τις πιο εύκολες του μέρες. Την ίδια ώρα, μπήκε σε λειτουργία ένα νέο φορολογικό καθεστώς, με μειώσεις για αρκετά νοικοκυριά, η κονταρομαχία για την ΑΤΑ έχει ολοκληρωθεί με γενική συνθηκολόγηση όλων των πλευρών, και η αναθεώρηση του συνταξιοδοτικού είναι, όπως φαίνεται, σε εξέλιξη.
Υπό την επιτυχημένη, εκ των στοιχείων, υπουργία του Μάκη Κεραυνού, το αφήγημα της κυπριακής οικονομίας είναι μάλλον ανιαρό. Και, τα ανιαρά αφηγήματα αποτελούν, σε γενικές γραμμές, μια επιτυχία για τα εκάστοτε υπουργεία Οικονομικών. Η οικονομία βρίσκεται σε μια pax keravni, όπου η επικράτηση των κεντρικών στόχων του υπουργού Οικονομικών έχει φέρει ηρεμία στα δημόσια οικονομικά. Η αλήθεια είναι πως, παρά τις κάποιες πιέσεις, το σημερινό υπουργείο Οικονομικών έχει επιτύχει την κεντρική του αποστολή. Ο γράφων έχει παραπονεθεί για έλλειψη φαντασίας, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η αποστροφή στο ρίσκο και τα πολλά «όχι» που είπε το σημερινό υπουργείο Οικονομικών έχουν διαφυλάξει τη χώρα από σημαντικά παραπατήματα στα οποία η πολιτική ηγεσία (εκτελεστική και νομοθετική) θα είχαν υποπέσει, αν δεν υπήρχε η διάθεση για αποφυγή περιπετειών στον τρίτο όροφο της Μιχαλάκη Καραολή.
Όπως όλες οι επιτυχημένες πολιτικές, όμως, η pax keravni, εμπεριέχει τους σπόρους της αδυναμίας της. Η σουμπετεριανή αυτή πραγματικότητα δεν μπορούσε, εξάλλου, να ήταν διαφορετική: έχοντας επιλέξει την ομαλότητα και την αποφυγή του μεγάλου λάθους, η δημοσιονομική πολιτική έπρεπε αναγκαστικά να θυσιάσει κάτι. Και αυτό το κάτι, ήταν οι μεγάλες αλλαγές στην οικονομία.
Τα σφάγια στον βωμό της ομαλότητας, είναι απλά:
Πρώτο, δεν δόθηκαν πόροι σε καίρια ζητήματα τα οποία σοβούν, και τα οποία, ακριβώς εξαιτίας της καθυστέρησης, θα στοιχίσουν ακόμα περισσότερο όταν η αντιμετώπισή τους θα είναι πλέον αναπόφευκτη. Η λίστα είναι γνωστή και περιέχει, μεταξύ άλλων, δημόσιες συγκοινωνίες, υδατικό, ενέργεια, φυσικές καταστροφές, γερασμένες υποδομές, δίκτυο διανομής του ηλεκτρισμού ξεπερασμένο από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα.
Δεύτερο, μια ΑΗΚ και ένα εσωτερικό σύστημα λειτουργίας του κράτους που παραμένουν σαθρά και λειτουργούν ως βαρίδι για την οικονομία και ιδίως τους μικρούς της παίκτες.
Τρίτο, η απουσία πραγματικής μεταρρύθμισης, ιδίως στην ψηφιοποίηση του κράτους. Εκεί, οι επιτυχίες περιορίζονται στα σημεία επαφής του πολίτη με το κράτος, αλλά πίσω από τη βιτρίνα, η εικόνα παραμένει εγκλωβισμένη σε μια απηρχαιωμένη δομή λειτουργίας, η οποία στοιχίζει και εκνευρίζει, τόσο τον πολίτη όσο και τον δημόσιο υπάλληλο. Εκεί όπου έγιναν κάποιες κινήσεις, αυτές χαρακτηρίστηκαν από το πιο σύνηθες λάθος των ψηφιακών μεταβάσεων: Οι υφιστάμενες δομές και διαδικασίες μεταφέρθηκαν από το χαρτί στην οθόνη, χωρίς όμως να προσαρμοστούν ως προς την ουσία τους. Πρόκειται, κατά τη σχετική βιβλιογραφία και την αντίστοιχη εμπειρία, για τον πιο συχνό λόγο αποτυχίας στην ψηφιοποίηση.
Τέταρτο, και πιο επικίνδυνο, είναι η απόλυτα παθητική πολιτική ως προς τις Άμεσες Ξένες Επενδύσεις. Οι σχετικές αναλύσεις δείχνουν πως, ενώ οι ΑΞΕ είναι ευλογία, το γεγονός ότι δεν υπάρχει δομή κινήτρων για διασύνδεσή τους με την εγχώρια οικονομία, δημιουργεί σοβαρές ανισότητες. Ταυτόχρονα, τα γνωστά προβλήματα (στεγαστικό, συγκοινωνιακό, εποπτικό) όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται, αλλά επιδεινώνονται. Το γεγονός ότι επιδεινώνονται εν μέσω αυξανόμενης ανισότητας, έχει ήδη δημιουργήσει μακροοικονομικές ανισορροπίες αλλά και σοβαρές κοινωνικές πιέσεις. Πάνω από όλα, έχει δημιουργηθεί μια αυξημένη τρωτότητα της οικονομικής μας πορείας σε εξωγενείς εξελίξεις τις οποίες δεν μπορούμε να επηρεάσουμε και οι οποίες παρουσιάζουν, πλέον ρωγμές. Αυτή η τρωτότητα θα εντείνεται όσο δεν διασυνδέονται οργανικά οι ΑΞΕ με την εγχώρια οικονομία.
Οι αδυναμίες αυτές είναι οι σπόροι που θα διαλύσουν, αν τους επιτραπεί, την οικονομική pax keravni της σημερινής διακυβέρνησης. Μέχρι σήμερα, το υπουργείο Οικονομικών είχε να επιλέξει μεταξύ της ομαλότητας και της περιπέτειας, και επέλεξε το πρώτο. Και, εκ του αποτελέσματος, πολύ καλά έκανε.
Καθώς οδεύουμε, όμως, προς το τέλος του 2026,το παιχνίδι έχει αλλάξει. Αν στην οικονομική terra nostra επικρατεί ειρήνη, οι προαναφερθέντες βάρβαροι (κλιματικοί, τεχνολογικοί, υδατικοί, ενεργειακοί και λοιποί) μαζεύονται πλέον στο τεότομπουργκ όπου ολόκληρες λεγεώνες μπορεί να χαθούν, χάνοντας μάλιστα και τους αετούς τους.
Αν η μέχρι σήμερα πολιτική επιλογή ήταν και η ορθή (και φαίνεται πως ήταν) πλέον το παράθυρο ευκαιρίας είναι ανοικτό. Δεν θα είναι, όμως, για πολύ, και ήρθε η ώρα για σοβαρές κινήσεις.
Έστω κι αν έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «μεταρρύθμιση» (και δη «εμβληματική») τον κάθε εξωραϊσμό πλατείας και την κάθε μικροπεριθωριακή προσαρμογή, η ταλαιπωρημένη λέξη πρέπει πλέον να αποτελέσει την αληθινή ατζέντα από το τέλος του έτους, και κυρίως για το 2027, του οποίου ο προϋπολογισμός θα παρουσιαστεί τις επόμενες ημέρες στη Βουλή. Μπροστά στην εδραίωση των ανισορροπιών (οικονομικών και κοινωνικών), στην αύξηση της τρωτότητας, στις γεωπολιτικές αναταράξεις και στην αναδιαμόρφωση του χάρτη επενδύσεων, εμπορίου και απασχόλησης, πρέπει να προετοιμαστούμε, όχι μόνο για τον σημερινό αλλά και για τον επόμενο (οικονομικό) πόλεμο.
Ναι, το υπουργείο Οικονομικών ήταν τυχερό. Τέτοιες δουλειές χρειάζονται και τύχη. Και, ναι, το αποτέλεσμα μέχρι σήμερα ήταν ανιαρό. Αλλά αυτή είναι μια επιτυχία όταν διαχειρίζεται κανείς μια οικονομία σε τόσο αβέβαιο περιβάλλον. Ναι, ακόμα, οι σπόροι της αυτοκαταστροφής της σημερινής ειρήνης, εμπεριέχονται στην ίδια τη φύση της σημερινής ακριβώς ειρήνης. Αλλά κι αυτό είναι εκ φύσεως αναπόφευκτο. Απλώς, το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει κάνει μεγάλο λάθος πολιτικής ή στρατηγικής και του αξίζουν συγχαρητήρια.
Και τώρα θα πρέπει να αλλάξει πορεία.




























