
Γιάννος Σταυρινίδης
Η χρηματοοικονομική σταθερότητα παραμένει ευάλωτη λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων και ανορθόδοξων εμπορικών πρακτικών. Την ίδια στιγμή, οι αγορές μετοχών και ομολόγων βρίσκονται σε τόσο οριακά επίπεδα που συνιστούν ευθεία απειλή για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Οι συνθήκες στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό στερέωμα επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. H κατάσταση προκαλεί ευρωπαϊκή ανησυχία, αφού η διακύμανση των ισοτιμιών επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών που υπό προϋποθέσεις μπορεί να προκαλέσει την εκτίναξη του κόστους χρηματοδότησης κρατών, εταιρειών και τραπεζών. Ως εκ τούτου, η χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ευρωζώνης έχει να αντιπαλέψει τρεις πηγές κινδύνων.
Από τον Απρίλιο του 2025 καταγράφεται θετικό πρόσημο στις αγορές, οδηγώντας τις αποτιμήσεις ψηλότερα από τα ήδη αυξημένα επίπεδα της προηγούμενης περιόδου. Το ενδιαφέρον των επενδυτών εστιάζεται στα θέματα τεχνολογίας που ουσιαστικά κινεί ένα μικρό δείγμα κυρίαρχων εταιρειών του κλάδου. Αν όμως προκύψουν ζητήματα σε σχέση με τα επιχειρηματικά μοντέλα και την κερδοφορία αυτών των λίγων εταιρειών, θα προκληθεί τέτοια αναστάτωση που θα επηρεάσει τους ισολογισμούς των εταιρειών του χρηματοοικονομικού κλάδου.
Σε πολλές οικονομίες εμφανίζονται αυτή την περίοδο σημαντικές δημοσιονομικές ανισορροπίες που πρόκειται να ενταθούν το επόμενο διάστημα. Ήδη, αρκετές χώρες καταγράφουν αυξημένα επίπεδα χρέους και ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που παραπέμπει σε ελλείμματα του προϋπολογισμού και την ανάγκη για νέα δάνεια. Το επόμενο διάστημα οι πλείστες χώρες της Ευρωζώνης θα εισέλθουν σε περίοδο αυξημένων αμυντικών δαπανών και απομάκρυνσης από το πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων, παλαιοτέρα γνωστό ως Μάαστριχτ. Η συγκυρία αναμένεται να δοκιμάσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών σε μια πραγματικότητα που η Ευρωζώνη δεν μας έχει συνηθίσει. Παράλληλα, η συσσώρευση τεράστιου όγκου χρέους από τις ΗΠΑ κάποια στιγμή θα πυροδοτήσει την ανησυχία των αγορών, οι οποίες το δίχως άλλο θα στραφούν και προς την Ευρωζώνη που θα βρίσκεται σε κατάσταση ανισορροπίας.
Οι πραγματικότητες στο παγκόσμιο εμπόριο είναι ανησυχητικές και αναμένεται να επηρεάσουν τα κέρδη των επιχειρήσεων, προκαλώντας επιδείνωση στην ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων. Αν και οι τράπεζες της Ευρωζώνης εμφανίζουν μεγάλη ανθεκτικότητα και έχουν επιτυχώς ξεπεράσει προηγούμενες κρίσεις, μια δύσκολη οικονομική κατάσταση θα προκαλέσει τον σχηματισμό αυξημένων προβλέψεων για ενδεχόμενες πιστωτικές ζημιές. Προς ώρας η πραγματική οικονομία κινείται στους ρυθμούς του ακριβού ευρώ και των αυξημένων δασμών που επηρεάζουν κυρίως τα βιομηχανικά προϊόντα. Αν η κατάσταση ξεφύγει και οδηγηθούμε σε μια νέα τραπεζική κρίση, τότε το κόστος δανεισμού θα εκτοξευθεί.
Σε αυτή την περίπτωση θα προκύψουν χρεοκοπίες, πτώση των αποτιμήσεων και ζημιές στα χαρτοφυλάκια, κυρίως των εταιρειών ιδιωτικών κεφαλαίων. Η αγορά ιδιωτικών κεφαλαίων που λόγω της φύσης της παραμένει αδιαφανής, θα απαιτήσει χρόνο να «αποκαλύψει» τις ζημιές. Η διασύνδεση όμως αυτών των εταιρειών με τις τράπεζες, αν και διαχειρίσιμη θα μετατραπεί σε ακόμα έναν παράγοντα ανησυχίας. Δεν θα πρέπει, εξάλλου, να μας διαφεύγει ότι η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε του 2008 ήταν το αποτέλεσμα τριών παραγόντων: αυξημένου δανεισμού, αδιαφάνειας και αλληλεξαρτήσεων.
Σε αυτό το σύμπαν η ανάγκη για ενίσχυση του ρόλου της Ευρωζώνης είναι αυξημένη. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει να αναληφθούν εκείνες οι πρωτοβουλίες που θα καταστήσουν την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά καταθέσεων και κεφαλαίων εφικτή.
