
Παναγιώτης Χριστιάς
Πόσο ιδιαίτερη είναι η βία στις φοιτητικές εξεγέρσεις στη Γαλλία; Πόσο ξένη είναι στον ανθρώπινο πολιτισμό; Είναι όντως «κακό», το οποίο πρέπει να καταστείλουμε… βίαια; Η θεωρία της βίας και της επιθετικότητας κατά τον Κόνραντ Λόρεντς, όπως διατυπώθηκε κυρίως στο εμβληματικό του έργο «Το λεγόμενο κακό» (Das sogenannte Bose, 1963), προσεγγίζει το φαινόμενο μέσα από το πρίσμα της ηθολογίας (ethologie), ορίζοντας την επιθετικότητα ως ένα εγγενές, εξελικτικό και βιολογικά απαραίτητο ένστικτο για την επιβίωση των ειδών.
Ο Λόρεντς ανατρέπει την άποψη ότι η βία είναι μια απλή αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα, όπως η απογοήτευση, εισάγοντας το «υδραυλικό μοντέλο» των κινήτρων: η επιθετική ενέργεια παράγεται συνεχώς και αυτόματα στον οργανισμό και, αν δεν εκτονωθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, συσσωρεύεται σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να εκραγεί αυθόρμητα, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη εξωτερικής αφορμής. Αυτή η επιθετικότητα μεταξύ μελών του ίδιου είδους επιτελεί κρίσιμες λειτουργίες, όπως η ομοιόμορφη κατανομή του πληθυσμού στον διαθέσιμο ζωτικό χώρο (Καντ) ή η προστασία των απογόνων. Ωστόσο, ενώ τα περισσότερα είδη έχουν αναπτύξει ισχυρούς γενετικούς μηχανισμούς αναστολής, όπως σήματα υποταγής, που εμποδίζουν τη θανάτωση του ομοειδούς τους, ο άνθρωπος αποτελεί μια επικίνδυνη εξαίρεση. Σύμφωνα με τον Λόρεντς, η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της πολεμικής βιομηχανίας και των όπλων μαζικής εξόντωσης καθιστούν την ανθρώπινη βία μια αυτοκαταστροφική απειλή για το είδος μας που απαιτεί πολιτισμικούς τρόπους διοχέτευσης, όπως ο αθλητισμός. Η θεωρία του Λόρεντς βρήκε πρόσφορο έδαφος στις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις του Μισέλ Μαφεσολί. Ο τελευταίος θεωρεί ότι η ενδοκοινωνική βία είναι αναγκαία απόρροια της συλλογικής ύπαρξης.
Η έννοια της «κοινότοπης και θεμελιώδους βίας» (violence banale et fondatrice), όπως την ανέπτυξε ο Γάλλος κοινωνιολόγος κυρίως στο έργο του «La Violence fondatrice» (1978), ανατρέπει την παραδοσιακή ηθικοπλαστική προσέγγιση για να αναδείξει τη βία ως δομικό, αναπόσπαστο και μόνιμο στοιχείο της κοινωνικής συνύπαρξης. Σύμφωνα με τον Μαφεσολί, η βία είναι «θεμελιώδης» επειδή αποτελεί την ίδια την απαρχή του κοινωνικού δεσμού. Η τριβή που προκαλείται από την ετερότητα και την ανάγκη των ανθρώπων να ζήσουν μαζί γεννά μια ζωτική δύναμη που οργανώνει και αναγεννά τις κοινωνίες. Παράλληλα, είναι «κοινότοπη» (banale) με την ετυμολογική έννοια του όρου –από το μεσαιωνικό banal, που σημαίνει το κοινοτικό, το κοινόχρηστο–, δηλαδή ριζωμένη στην καθημερινότητα, στις μικρο-κοινωνικές παρορμήσεις και στις διονυσιακές εκφράσεις της συλλογικής έξαψης, όπως τα rave parties. Οι παραδοσιακές κοινωνίες κατάφερναν να εξισορροπούν τη βίαιη τάση της ανθρώπινης φύσης μέσω μιας «κοινωνικής ομοιοπαθητικής», διοχετεύοντας τη βία ελεγχόμενα και σε μικρές δόσεις μέσα από τελετουργίες, όπως το καρναβάλι. Αντίθετα, η σύγχρονη τάση των θεσμών να αποστειρώσουν, να εξορκίσουν και να απαλείψουν πλήρως κάθε μορφή βίας, αποδεικνύεται επικίνδυνη. Πέραν του ότι στερεί την κοινωνία από τις απαραίτητες βαλβίδες αποσυμπίεσης, με αποτέλεσμα η καταπιεσμένη αυτή ενέργεια να επιστρέφει νομοτελειακά, οδηγεί σε μια γενικευμένη κρατική βαρβαρότητα είτε με τη μορφή του ολοκληρωτισμού είτε με την πιο ήπια μορφή του, τον υγιεινισμό (hygienisme), την οργανωμένη δηλαδή προσπάθεια της κρατικής μηχανής καταστολής να ελέγξει όλες τις πτυχές της ατομικής ύπαρξης στο όνομα ενός αφηρημένου συλλογικού αγαθού, όπως η κοινωνική ειρήνη.
Δεν είναι επομένως τυχαίο το ότι η δαιμονοποίηση των μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων στη Γαλλία αποτελεί κεντρικό πυλώνα στην επικοινωνιακή στρατηγική της ακροδεξιάς. Η τελευταία εργαλειοποιεί συστηματικά τη διάχυση σοκαριστικών εικόνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τον ιδεολογικό προσηλυτισμό στον λεπενισμό. Μέσα από μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη ρητορική «νόμου και τάξης», οι κοινωνικές διεκδικήσεις των νέων για την παιδεία απογυμνώνονται πλήρως από το πολιτικό τους περιεχόμενο και επαναπλαισιώνονται αποκλειστικά ως «αστικό χάος», βανδαλισμοί και «αχαλίνωτη παραβατικότητα». Φωτογραφίες και βίντεο από φλεγόμενα οδοφράγματα, αποκλεισμένα λύκεια και βίαιες συγκρούσεις απομονώνονται από το πλαίσιο της κρατικής ή αστυνομικής καταστολής και αναπαράγονται με σκοπό να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα γενικευμένης ανασφάλειας και ηθικού πανικού στους πολίτες. Αυτή η οπτική στρατηγική παρουσιάζει τον Εθνικό Συναγερμό (RN) της Λε Πεν ως τη μοναδική «ασπίδα» απέναντι στην υποτιθέμενη παρακμή της χώρας, μετατρέποντας τον φόβο της μεσοαστικής τάξης μπροστά στην εξέγερση της νεολαίας σε δεξαμενή ψηφοφόρων και πολιτική νομιμοποίηση για την ακροδεξιά ατζέντα.
Επιπλέον, πυρήνα της επικοινωνιακής στρατηγικής του RN αποτελεί η στοχοποίηση των μειονοτήτων και των μεταναστών. Εφαρμόζει μια προσεκτικά ενορχηστρωμένη προπαγάνδα εθνοτικής πλαισίωσης (ethnic framing) των γεγονότων. Μέσω της συστηματικής χρήσης όρων όπως η «αποπολιτισμικοποίηση» (decivilisation) ή ο «εξαγριωτισμός» (ensauvagement)», η ακροδεξιά ρητορική επιχειρεί να συνδέσει άμεσα τις κοινωνικές ταραχές και τους βανδαλισμούς με το μεταναστευτικό ζήτημα και τη θρησκευτική ή εθνοτική καταγωγή των διαδηλωτών, ακόμη και όταν οι κινητοποιήσεις αφορούν αμιγώς εκπαιδευτικά ή εργασιακά αιτήματα. Ψηφιακά δίκτυα και λογαριασμοί προσκείμενοι στον λεπενισμό απομονώνουν οπτικό υλικό, βίντεο και φωτογραφίες, από τις συγκρούσεις, εστιάζοντας σκόπιμα σε πρόσωπα με μεταναστευτικό υπόβαθρο, προκειμένου να παρουσιάσουν τις εξεγέρσεις όχι ως πολιτική διαμαρτυρία της νεολαίας, αλλά ως μια «εθνοτική επίθεση» ενάντια στις γαλλικές αξίες και τη Δημοκρατία. Αυτή η στρατηγική καλλιέργειας του «ηθικού πανικού» αποσκοπεί στη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από τα αίτια της κοινωνικής κρίσης, όπως η υποχρηματοδότηση της παιδείας ή η κρατική βία, προς την ατζέντα της ασφάλειας και του ελέγχου των συνόρων. Εδραιώνεται έτσι το RN στη συνείδηση ενός φοβισμένου εκλογικού σώματος ως η μόνη δύναμη που μπορεί να επιβάλει την τάξη απέναντι σε μια υποτιθέμενη «εσωτερική απειλή» ή μια «πέμπτη φάλαγγα».
* Ο Παναγιώτης Χριστιάς είναι αν. καθηγητής πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
