
Κηπουρός
Πνεύμα αδάμαστο, ηθικό ακμαιότατο
Ενδέχεται να μην έχω μοιραστεί μαζί σας αυτή την πλευρά του χαρακτήρα μου, την ευαίσθητη και ευσυγκίνητη, έχοντας επιλέξει να φορώ ένα πιο ανθεκτικό, σαν πουρνάρι στα ανεμοδαρμένα Σφακιά της Κρήτης, προσωπείο που με προστατεύει από τα αγκάθια, όχι των τριαντάφυλλων, της ζωής… Αλλά, πραγματικά, δύναται άνθρωπος που αγαπά τη φύση, πόσο μάλλον κάποιος που αυτή του την αγάπη την εξέλιξε στην ιδιότητα του κηπουρού, να μην είναι ευαίσθητος;
Συγχωρήστε μου την αυτοαναφορικότητα, αλλά είναι που θέλω να σας αποκαλύψω τη βαθιά συγκίνηση που με διακατέχει (ακόμα!), εξαιτίας της προ ημερών πατριωτικής επανεμφάνισης του Μάριου Ματσάκη. Η οποία μπορεί να μη θύμιζε σε τίποτα τις πολυθρύλητες «καταδρομικές επιχειρήσεις» του ένδοξου παρελθόντος του, χάρη στις οποίες λατρεύτηκε παράφορα από τους ρεπόρτερ των νεοεμφανιζόμενων τότε τηλεοπτικών καναλιών και δοξάστηκε ως υπερήρωας από τον αυθεντικό λαό μας, εντούτοις χαρακτηριζόταν από το ίδιο αγωνιστικό σθένος. Γι’ αυτό και με άγγιξε τόσο, γι’ αυτό και κατάφερε να αναπτερώσει το αντικατοχικό φρόνημα του λαού της δοκιμασμένης μας νήσου. Ναι, ακόμα κι έτσι: υποταγμένος κι αυτός στις νέες τεχνολογίες και στις νέες μορφές επαναστάσεων, διά του πληκτρολογίου, ωστόσο διατηρώντας το ηθικό ακμαιότατο και το αγωνιστικό πνεύμα αδάμαστο.
Συγκλονιστική, σαν φωνή εν Ραμά
Η ιαχή του «Σπίτι σου, φιλότουρκε κλόουν», που απηύθυνε πλημμυρισμένος από αγανάκτηση προς τον Ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος «δεν είπε ούτε λέξη για την κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία. Απλώς μίλησε για την εισβολή στην Ουκρανία και ζήτησε ξανά και ξανά τη βοήθεια της Ε.Ε.», έφτασε σαν αντίλαλος απ’ άκρη σ’ άκρη της μισής Κύπρου και διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά κάθε Ελληνοκύπριου – πρόσφυγα ή μη.
Γι’ αυτό σας λέω, δεν έχει σημασία εάν δεν ζώστηκε το σμιρίλιο και να απείλησε να κόψει τα συρματοπλέγματα της κατοχής, αν δεν κρύφτηκε πίσω από (απαγκιστρωμένα έστω) φυλάκια και να ανέμισε (προς τη δική μας πλευρά, έστω) την κυπριακή σημαία, αν δεν φόρεσε βατραχοπέδιλα, έτοιμος να συγκρουστεί με τους Τούρκους στα ανοιχτά της Αμμοχώστου, αν δεν επιχείρησε να εισέλθει στα κατεχόμενα (πάντοτε από σημεία υπό τον έλεγχο των Βάσεων, έστω), αν δεν προσπάθησε να κατεβάσει το πανί που οι άλλοι αποκαλούν σημαία, αν δεν κατήλθε σε απεργία πείνας (ενός 24ώρου, έστω) και να κινδύνεψε να οδηγηθεί ακόμη και στον θάνατο από την αφυδάτωση… Το μόνο που έχει σημασία, είναι η συνέπειά του στο Δεν Ξεχνώ και Αγωνίζομαι.
Ναι, το παραδέχομαι πως θα έδινα τι και τι προκειμένου να ξαναζούσα, μέσα από την προσωπική εξιστόρησή του, κάτι τόσο κινηματογραφικό, μα αληθινά γενναίο: «…Έβγαλα τη ζώνη που φορούσα και ζήτησα όπως αμέσως αφεθώ ελεύθερος και προσγειωθεί το ελικόπτερο για να με κατεβάσει. Αυτοί αντέδρασαν, μου επιτέθηκαν οι ψευδο-αστυνομικοί των Βάσεων, ο ένας με έπιασε από τον λαιμό και οι άλλοι προσπαθούσαν με τα χέρια τους να μου φορέσουν τις ειδικές χειροπέδες για καθήλωση κρατουμένων. Μετά από ολιγόλεπτη πάλη μέσα στο ελικόπτερο και με κίνδυνο πτώσης του ελικοπτέρου κατάφεραν να με καθηλώσουν, γιατί ήτανε πολλοί αυτοί και εγώ ήμουνα μόνος μου…».
Τα χρόνια όμως περνούν, οι συνθήκες αλλάζουν, πλέον οι πόλεμοι γίνονται υβριδικά, σε παγιδεύουν, σε εκθέτουν, σε υπονομεύουν για 150 ψωροεκατομμύρια που σου υποσχέθηκαν… Σημασία έχει να μην εγκαταλείπεις τον αγώνα. Και ο Μάριος Ματσάκης δεν τον εγκατέλειψε. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Έχει μνήμες πικρές… που θα τον συνοδεύουν για πάντα. Μνήμες βιωματικές, από τα μπουντρούμια του εχθρού στα οποία σύρθηκε από τους Αττίλες όταν, ως ευρωβουλευτής, προσπάθησε να μεταβεί στα κατεχόμενα και συνελήφθη εξαιτίας μιας παλαιάς καταδρομικής επιχείρησής του που είχε ως αποτέλεσμα να κατεβάσει την τουρκική σημαία από ένα εγκαταλελειμμένο φυλάκιο. Μια πράξη ανδρείας, έστω κι αν χαρακτηρίστηκε «θεατρινίστικη» από τον τότε πρόεδρο, Τάσσο Παπαδόπουλο.
Πολυμήχανος
Οσα έζησε, όσα τραυματικά χάραξαν για πάντα την ψυχή του, τις νύχτες του στα «μπουντρούμια» του Αττίλα, στο «κρύο και υγρό κελί» με το «τσιμεντένιο κρεβάτι και τις τρεις κουβέρτες» και τους «γκρίζους λύκους να ουρλιάζουν απ’ έξω», κατάφερε να τα εξιστορήσει ο ίδιος αργότερα όταν, ως άλλος πολυμήχανος Οδυσσέας, ξεγέλασε τους Αττίλες και αποφυλακίστηκε. Πώς τα κατάφερε; Όχι, όχι, δεν χρειάστηκε να πιαστεί κάτω από την κοιλιά προβάτου και να ξεφύγει κρυμμένος, όπως ο άλλος, της Πηνελόπης. Μα μηχανεύτηκε, όπως αποκάλυψε, κάτι πολύ πιο ευφυέστατο. Του είχαν ζητήσει, οι καημένοι, να υπογράψει την «εγγύηση» του «Δικαστηρίου» για να αφεθεί ελεύθερος. Μόνο που δεν ήξεραν με ποιον είχαν να κάνουν. Εκείνος δεν την υπέγραψε… «Απλά έβαλα μια… πώς την λέτε, όχι υπογραφή, απλά μια τζιήζα», είπε αμέσως μόλις πέρασε στα ελεύθερα εδάφη της αδούλωτης πατρίδας μας, μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών καναλιών που υποκλίθηκαν στον υπερήρωα που κατάφερε να επιβιώσει στο «κρύο και υγρό κελί» με το «τσιμεντένιο κρεβάτι» και τις «τρεις κουβέρτες», που παρά την κραυγή των λύκων –των γκρίζων, όχι της Αλιφέρη– βρήκε τη δύναμη και την ευφυΐα να ξεγελάσει τους Τούρκους κατακτητές, βάζοντάς τους απλά μια… τζιήζα, αντί για υπογραφή.
Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε, έχοντας τέτοιες μνήμες, να εγκαταλείψει τον αγώνα; Πώς να μην οργίζεται από την υποκρισία που βλέπει να κυριαρχεί στον κόσμο τούτο; Πώς να μην αγανακτεί και να βροντοφωνάζει: «Δυστυχώς, η συμπεριφορά αυτή του Ζελένσκι, μου επιτρέπει να δηλώσω πως έχει αναδείξει τον εαυτό του σε έναν υποκριτή και ένα κλόουν της πολιτικής»;



