ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μεσημέρι στου Ματθαίου

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Ο καιρός αναποφάσιστος, τα σύννεφα αραιά, ίσα για να φωτίζεται ο Σταυρός του Μισιρίκου και οι γλάστρες με τους βασιλικούς. Διαλέγω τραπέζι μέσα, η Αθηνά επιμένει να καθίσω στο βάθος δίπλα στο ψυγείο που πάνω του ένα παλιό ραδιόφωνο παίζει Μαρινέλα. Εδώ καθόταν πάντα η Γιαννούλα, μου λέει, το καλύτερο τραπέζι, τίποτα δεν σου ξεφεύγει από το βλέμμα. Τώρα η Γιαννούλα είναι καδραρισμένη πίσω μου σε μια έγχρωμη φωτογραφία τεκμήριο της ύπαρξης της, της ρίχνω ένα χαμόγελο και της λέω καλημέρα ψυθιριστά μην ενοχλήσω το μυστήριο που παρεμβάλεται μεταξύ παρουσίας και αμετάκλητης απουσίας. Ο Ματθαίος που ανακατεύει μέσα τα φαγητά στις κατσαρόλες, σκύβει από το μικρό άνοιγμα και με καλωσορίζει, η φωνή του είναι τόσο ζεστή που στάζει νοσταλγία για μια πραγματικότητα χαμένη που ακόμα κι’αν δεν την έζησες την αναγνωρίζεις στα πρόσωπα άλλων εποχών, αυτών δηλαδή που κυκλοφορούν εδώ συνήθως τα μεσημέρια σαν αβόλευτες μονάδες.

 

Παραγγέλνω φασόλια χωρίς πολύ λάδι, μην ανησυχείς ξέρει ο Ματθαίος πώς τα τρώς μου λέει η Αθηνά, μια παρέα ηλικιωμένων παραδίπλα που είναι χρόνια θαμμώνες θέλουν να παραγγείλουν καφέ, μ’αυτούς γράφεις βιβλίο μου λέει εκείνη και προτού αποσυρθεί στην κουζίνα με ενημερώνει στα πεταχτά πως τον ένα τον φωνάζουνε Μπάρκουλη γιατί κάποτε ήταν ο ομορφονιός της γειτονιάς. Απλώνω στη καρέκλα με αγαλίαση, η διαπίστωση πως ό,τι συμβαίνει γύρω μου λοξοδρομεί από το συνηθισμένο με συναρπάζει, με κάνει να νιώθω πως τρυπώνω κλεφτά στις σελίδες κάποιου μυθιστορήματος που ακόμα δεν έχει γραφτεί, με χαρακτήρες ιδιαίτερους, λοξούς και μ’αυτό εννοώ εκείνους που ξέρουν να περισώζουν το απαραίτητο. Ζητώ από την Αθηνά να χαμηλώσει την ένταση του ραδιοφώνου, θέλω να κρυφακούω τις κουβέντες της παρέας του Μπάρκουλη της λέω, συνομωτεί μαζί μου και βγάζω το σημειωματάριο για νάμαι σε ετοιμότητα να καταγράψω ακόμα και την πιο μικρή χειρονομία ή φράση που ξεγλιστρά από το αναμενόμενο για να υπερασπιστεί την αυθεντικότητα της, χωρίς να γνοιάζεται που οι “πρακτικοί” και οι “ικανοποιημένοι” παρα έξω θα την ονοματίσουνε γραφική και περιθωριακή. Ο ποιητής άλλωστε το λέει καθαρά πως “τότε που έπαιρναν του ανθρώπου τη μιλιά οι ξωθιές αυτός μιλούσε, σήμερα κιοτεύει και συντηρείται με την μασημένη τροφή, γι’αυτό και δεν βρίσκει χώρο να περάσει ο άγγελος”.

 

Η πόρτα ανοίγει και μια νεαρή Κινέζα τουρίστρια με το σακκίδιο στην πλάτη εμφανίζεται, περιεργάζεται το χώρο με περιέργεια και ρωτάει την Αθηνά τί φαγητό σερβίρουν. Κάθεται σε ένα τραπέζι έξω, τοποθετεί το σακκίδιο της στην καρέκλα, χαιδεύει την Φεβρονία- το νέο γατί του μαγαζιού- και μετά παρατηρεί γύρω της όπως ένας τουρίστας. Μ’αρέσει η παρουσία της, προσθέτει στην λογοτεχνικότητα της στιγμής, μένω να την κοιτάζω μέσα από το τζάμι και αναγνωρίζω πάνω της κάτι από τον εαυτό μου, τέτοια μέρη είναι που ψάχνω και γω όταν ταξιδεύω στις άλλες άκρες του κόσμου, τα ξεχασμένα από την πρόοδο, εκείνα δηλαδή που διατηρουν ακόμα την μαγική ικανότητα να σε κάνουν να νιώθεις πλήρης μες το ελάχιστο. Φοβερή αυτή η θέση, λέω στην Αθηνά που τώρα κατευθύνεται με ένα βρεγμένο σφουγγάρι προς το τραπέζι της Κινέζας, κάτι ήξερε η Γιαννούλα που καθόταν πάντα εδώ, σου φανερώνεται η μυστήρια ολότητα του μέσα με το έξω, του βασιλικού στην γλάστρα με την εικόνα του Χριστού στον τοίχο, του παλιού σταματημένου ρολογιού με την ζωγραφιά της Νίκης. Όσο περνά η ώρα αρχίζω μυστηριακά να ακούω τον άηχο διάλογο που εκτυλίσσεται μεταξύ των αντικειμένων και χωρίς να ξέρω τί λένε νιώθω πως αυτό που λένε με αφορά γιατί προυπάρχει και με εμπεριέχει. Ένα από αυτά τα αντικείμενα να φύγει από την θέση του, συλλογιέμαι, και το οικοδόμημα θα καταρρεύσει, θα γίνει λουστραρισμένο, σιδερωμένο, αριθμημένο, τίποτα που να φαντάζει εξαίρεση. Τα φασόλια είναι μέλι λέω στο Ματθαίο που βγήκε επιτέλους από την κουζίνα για λίγο, εκείνος επιμενει να πάω ένα πρωινό που θα έχει περισσότερο χρόνο να μου διηγηθεί ιστορίες, σπουδαίος αφηγητής, όπως οι παλιοί παραμυθάδες, του το υποσχομαι και ζητώ το λογαριασμό από την Αθηνά. Αρνείται να πάρει λεφτά, θέλει λέει να με κεράσει, είναι από την Γιαννούλα, λέει και κάπως έτσι, η πραγματικότητα αυτό το μεσημέρι γίνεται πιο εκτεταμένη, πιο ελάστικη, με ανοίγματα προς τους αγγέλους.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Ελένη Ξένου

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση