Παίζει η καμπάνα, μόλις πριν λίγο σώπασε ο Χότζας, βγαίνω και πάλι στο δρόμο, είναι νύχτα με πανσέληνο, την ονομάζουνε το φεγγάρι του χιονιού, μ’αρέσει το όνομα, δίνει απλόχερα μια ενέργεια στην βραδιά μεταφυσική και κείνη την παίρνει και απλώνεται τριγύρω σαν σιωπηρός διάλογος μυστηρίων. Αυτή την φορά διαλέγω άλλη κατεύθυνση, από τον δρόμο του Καθεδρικού, στρίβω στο σοκκάκι του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, λατρεύω που η παλιά πόλη έχει σε κάθε της γωνια κάτι να πει κι’αυτό το κάτι είναι αλλιώτικο στο φως της μέρας, αλλιώτικο στης νύχτας και αλλιώτικό στο φως το ολοστρόγγυλου φεγγαριού. Αφουγκράζουμαι τους ψιθύρους της και περπατώ αργά για να εξερευνώ τις πτυχές της, ο ουρανός σκούρο μπλε, τα σύννεφα σαν παράταιρες σκιές και οι φοινικές, ταπεινές υπάρξεις άλλων αιώννων, όλα συνεργούν με το φως του φεγγαριού προκειμένου το προφανές να αποκτήσει απόψε άλλο βάθος και άλλη υφή.
Οι παλιές εξώπόρτες με τις χρονολογίες της ιστορίας και της ύπαρξης μας σχηματισμένες στα σιδερένια ημικύκλια τους, μοιάζουν να προφυλάσσουν κάποιο εύθραυστο ήχο που κατοικεί μέσα τους, ένα ήχο που σίγουρα ο πανήψυλος γυάλινος πύργος που βλέπω να φωτίζει στο βάθος το σχήμα της “προόδου” αδυνατεί να τον ακούσει, ο προορισμός του άλλωστε είναι άλλος, να επισκιάζει τα αστέρια και όχι να υποκλίνεται στο τρεμούλιασμα τους, πόσο μάλλον στο φεγγάρι και δη αυτό του χιονιού. Ξεθάβει, λένε, αυτή η πανσέληνος ό,τι είναι θαμμένο, επιτελεί τέτοια αποστολή, όχι για να πονέσει, αλλά για να ονοματίσει και για να εξαφανίσει τους ρόλους και τον έλεγχο και όλες τις παλιές αφηγήσεις του εαυτού, αυτό λένε. Όπως και νάχει εκείνο που συμβαίνει σαν μαγικό είναι πως οι δρόμοι έχουν μια απόκοσμη ησυχία που κάνει πολύ πιο φανερό το αποτράβηγμα της παλιάς πόλης από την σύγχρονη και ραγδαίως μεταδιδόμενη βεβαιότητα ότι μόνο μια εκδοχή υπάρχει. Σ’αυτά εδώ τα στενά οι τραχιές γραμμές μαλακώνουν και επιτρέπουν σε όλα τα ενδεχόμενα να γίνουν πιθανά, αν θές δηλαδή μπορείς να κοιτάξεις τις αδέσποτες γάτες όπως τις βλέπει ο ποιητής, “σαν ρακοσυλέκτες αγγέλους που σκαλίζουν τα σκουπίδια ψάχνοντας για πεταγμένα όνειρα”, τόσο διαπερατή είναι πραγματικότητα που εναπόκειται στο βλέμμα σου ποιά οπτική θα υιοθετήσει προκειμένου να σπάσει την μεμβράνη της λογικής και της επεξήγησης και να αφεθεί στο παραπέρα.
Το φεγγάρι του χιονιού είναι λοιπόν ένας σταλμένος επιτηρητής των λιγότερο προβεβλημένων εκδοχών, εκείνων που μοιάζουν λες και “ζητούν συγνώμη για κάποιο σφάλμα προσεχές”, αυτές τις εκδοχές ψάχνει να φωτίσει, γι’αυτό και τρυπώνει μέσα στα σπίτια σαν επίτημος προσκεκλημένος και περιφέρεται ανάμεσα στα πιάτα και τα ποτήρια των στρωμμένων τραπεζιών εντοπίζοντας και το τελευταίο αφανέρωτο ψίχουλο. Και ίσως γι’αυτό η ησυχία που επικρατεί είναι σχεδόν μυσταγωγική, όπως όταν συντελείται μια ιεροτελεστία και οι κουβέντες είναι σιγανές τόσο που μόνο τα σύμφωνα διαφεύγουν των χαραμάδων, κανένας άλλος ήχος, ούτε εκείνος της τηλεοράσης, σαμπώς και προετοιμάζεται μια συντονισμένη ήρεμη επανάσταση που ισοδυναμεί με ψυχική ανάταση, όχι με θυμό. Παρατηρώ και την τελευταία λεπτομέρεια αυτής της συμπυκνωμένης σιωπής, μέχρι που μια σταγόνα στην μύτη μου με κάνει να συνειδητοποιήσω πως αρχίσε ήδη να ψιλοβρέχει, δεν με πειράζει να βραχώ, αντιθέτως, ίσως αν να λουστώ από τις ανεπαίσθητες δονήσεις του ολόγιομου φεγγαριού να παραμείνω στο κέντρο μου, σημαντικό να παραμείνω στο κέντρο μου γιατί μόνο από κει μπορώ να συνεννούμαι πλήρως με τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς που κυκλοφορούν σαν προαιώννιοι αυτόχθονες όπως και με τα περιστέρια που πηγαινοέρχονται στα κεραμίδια ξερνώντας πνιγμένους λυγμούς. Όπως και νάχει πλησιάζω πίσω στο σπίτι μου, η Μπέλλα με περιμένει μισοβρεγμένη στα σκαλιά, ανοίγω βιαστικά την πόρτα, έλα μέσα της λέω, σου φέρνω νέα από το φεγγάρι του χιονιού, γυρίζει ανάσκελα και τρίβει την βρεγμένη της πλάτη στο χαλί γουργουρίζοντας και γω ξαπλώνω πλάι της και χωρίς να το επιδιώξω σκέφτομαι εκείνο τον στίχο του ποιητή που λέει πως “πάλι ο θόρυβος των φτερών μου δεν θα με αφήσει να κλείσω μάτι”.





























