Της υποσχέθηκα πως στο καινούργιο χρόνο θα διακοσμήσουμε μαζί το δωμάτιο της. Με τα δικά μου σχέδια, ρώτησε, με τα δικά σου σχέδια, απάντησα. Θα δεχτεί όμως η διευθύντρια ανησύχησε, μην φοβάσαι θα της μιλήσω και θάναι μια χαρά, την καθησύχασα, έτσι και έγινε. Πήρα ταινία διπλής όψεως, ψαλίδι και μια ρίγα και πήγα στη στέγη ευγηρίας δύο μέρες μετά την πρωτοχρονιά για να τηρήσω την υπόσχεση.
Τί είναι αυτά που κρατάς με ρώτησε, της εξήγησα, χάρηκε, ευτυχώς είπε που πήγα γιατί ήτανε λυπημένη που δεν κέρδισε το φλουρί, τα σχέδια σου αξίζουν πολλά φλουριά την διαβεβαίωσα, κόρδωσε όπως ένας ανερχόμενος ζωγράφος και ανακοίνωσε στις υπόλοιπες ηλικιωμένες που παρακολουθούσαν με απλανές βλέμμα το γιορταστικό Voice σε επανάληψη, πως ήρθε η στιγμή να αναρτηθούν οι ζωγραφιές της στο τοίχο. Η μόνη που ανταποκρίθηκε ήτανε η Ν. όπως και η φροντίστρια που μας ακολούθησε στο δωμάτιο για να παρακολουθήσει τί σχέδια θα διαλέγαμε. Καθίσαμε, η Φ και γω, στο κρεβάτι πλάι- πλάι, άνοιξα το συρτάρι ενός μικρού κομοδίνου, έβγαλα όλα τα τετράδια που της είχα γοράσει στο διάστημα των έξι και βάλε μηνών που διέμενε εκεί και αρχίσαμε να τα μετροφυλλάμε σελίδα σελίδα για να αποφασίσουμε ποιές από τις ζωγραφιές της θα έκαναν πιο όμορφο τον ύπνο και τον ξύπνιο της. Καμμιά άλλη δεν θάχει τέτοιο όμορφο δωμάτιο είπε και ήταν σαν ένα μικρό κοριτσάκι γεμάτο ρυτίδες, της χαίδεψα την πλάτη και της έγνεψα πως έτσι είναι όπως τα λέει και ύστερα αισθάνθηκε άσχημα, ίσως θα ήταν καλή ιδέα να δωρίσει και στις υπόλοιπες γριούλες ένα σχέδιο, σκέφτηκε, νάχουν κι’αυτές κάτι όμορφο να κοιτάνε.
Όπως θες, της είπα και την επανάφερα στην διαδικασία της επιλογής, της αρέσανε όλα, μα τί ωραία που τα ζωγράφισα καυχιότανε με μια χαρά αφτιασίδωτη, καμωμένη από υλικό ατόφιο και πανάρχαιο, ήσουνα πάντα τόσο καλή ζωγράφος την ρώτησε η φροντίστρια, της άρεσε να παίζει με τα χρώματα, να μουτζουρώνει κόλλες και τετράδια, ζωγράφος όμως δεν ήταν, είπε, δεν σκέφτηκε ποτέ κάτι τέτοιο, πότε να προλάβει να το σκεφτεί, τί σημασία έχει όμως, τώρα ζωγραφίζει και τα φτιάχνει τόσο όμορφα. Πόσα πρέπει να διαλέξουμε διερωτήθηκε, όσα περισσότερα γίνεται, της είπα, να γεμίσει ο τοίχος μέχρι πάνω και πιο ψηλά από όσο φτάνει το χέρι, και πως θα τα κρεμάσεις, απόρησε, θα βγάλω τα παπούτσια και θα πατήσω πάνω στο κρεβάτι, εξήγησα και την έπιασε το γέλιο, ένα γέλιο τρανταχτό που διαχύθηκε στον αέρα της στέγης σαν ξένο σώμα. Να βάλουμε την γοργόνα και το δελφίνι κι’αυτό το αστείο αρκουδάκι, είπε, συμφώνησα, και το βάζο με τα λουλούδια, και το αλογάκι της θάλασσας και κείνα τα τετράγωνα σχέδια από το άλλο το πιο μικρό βιβλίο, που δεν ήξερε να το ονοματίσει γιατί ήτανε μαντάλα, ήθελε και το γατί που κοιτάζει τον έναστρο ουρανό και το άλλο που έχει τα μάτια του κλειστά και η χελώνα της άρεσε δεν ήθελε να την αφήσει πίσω, το ίδιο και το γεφύρι με τον ανεμόμυλο. Τα μαζέψαμε το ένα δίπλα στο άλλο, αποφασίσαμε πως ήταν αρκετά και άρχισα να τα κολλώ ρωτώντας κατά διαστήματα αν είναι ίσια η στραβά, εκείνη παρακολουθούσε με αγωνία, όταν κάποιο μου ξέφευγε το ξεκολλούσα και το ίσιωνα και ύστερα ανέβηκα στο κρεβάτι για τα πιο ψηλά και σιγά-σιγά το δωμάτιο γέμισε σχήματα και χρώματα.
Οι υπόλοιπες ηλικιωμένες το πήραν είδηση, σηκώθηκαν από την θέση τους που συνήθως σηκώνονταν μόνο για τουαλέτα ή ύπνο και ήρθανε να χαζέψουνε τις ζωγραφιές και ήταν όπως επισκέπτεται κανείς μια γκαλερί, μαζευτήκανε στο δωμάτιο και κοιτούσανε ενθουσιασμένες ή τουλάχιστον έτσι ερμήνευα το βλέμμα τους που μέχρι πριν έμοιαζε κενό, τώρα μια σπίθα πετάριζε ανάμεσα στα βλέφαρα τους, κάποια είπε πως θέλει και κείνη μια ζωγραφιά της Φ. και ύστερα μια άλλη ζήτησε το ίδιο και μέχρι να κολλήσουμε όλα τα σχέδια η ανάγκη τους να ανακουφιστούν με κάτι όμορφο, που νάχει λίγο χρώμα, λίγη αθωότητα, μια χαραμάδα φωτεινού ήλιου, ένα τίναγμα ζωντάνιας, κάτι χειροποίητο ήτανε στα μάτια ολωνών τους εμφανής. "Τίποτα πιο απαραίτητο από ένα ανοιχτό παράθυρο” είπε κάποτε ο Κορτάσαρ, και έτσι ήταν αυτά τα σχέδια πάνω στον τοίχο, ανοιχτά παράθυρα σε μια άλλη θέα…





























