Ο Βάρκι επιμένει πως το βράδυ πρέπει οποσδήποτε να πάμε στο φεστιβάλ. Είναι, λέει, σε ένα κοντινό χωριό βαθιά μέσα στο δάσος και στην διαδρομή αν είμαστε τυχεροί μπορεί και να δούμε κανένα ελέφαντα. Υποθέτω πως αυτό το τελευταίο το προσθέτει μήπως έτσι μας εξάψει περισσότερο την περιέργεια. Καθόμαστε στον κήπο και είμαστε κάπου στην Κεράλα, στα βουνά της Wayanad.

Είναι μεσημέρι, η Πίνα μαζεύει τα πιάτα, έχουμε μόλις καταβροχθίσει τα υπέροχα κάρι της, και ο Βάρκι φτιάχνει ζεστό καφέ, προιόν από τις δικές του φυτείες. Μαζί μας ο Σιάντι, ο οποίος συμφωνεί και επαυξάνει πως το συγκεκριμένο φεστιβάλ είναι μια εμπειρία που αξίζει να ζήσει κανείς· και για να το λέει ένας άνθρωπος που στα ογδόντα του χρόνια έχει ζήσει δεκάδες αξέχαστες εμπειρίες γυρνώντας τον κόσμο, κάτι πρέπει να σημαίνει. “Τι φεστιβάλ είναι;” ρωτώ για να προετοιμαστώ κατάλληλα. Ο Βάρκι, πρώην αστυνομικός και νυν ιδιοκτήτης του πανδοχείου όπου μένουμε- ένας εξηντάρης Ινδός που μοιάζει με παλιό σταρ του κινηματογράφου και ξέρει τα πάντα για την περιοχή σαν κινητή βικιπαίδεια- αναλαμβάνει να μου εξηγήσει τί πρόκειται να συμβεί το βράδυ. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη παράδοση που την ονομάζουνε Theyyam, λέει, όπου τοπικές φυλές- και εδώ στην περιοχή υπάρχουνε πολλές- ενσαρκώνουν τις θεότητες τους μέσα από ένα σωρό τελετουργίες. Χορός, μουσική, φωτιές που καίνε όλη τη νύχτα, τύμπανα που παίζουνε ρυθμικά, κεριά που ανάβουνε, παραδοσιακές στολές, θεατρικές αναπαραστάσεις, μια σχεδόν υπνωτιστική ατμόσφαιρα έκστασης μέσα στην άγρια φύση. “Τα υπόλοιπα θα τα δείτε εκεί”, λέει και κλείνει πονηρά το μάτι και την ίδια ώρα σχηματίζει στο τηλέφωνο του τον αριθμό του οδηγού ταξί για να κανονίσει πότε θα έρθει να μας πάρει.

Οκτώ παρά τέταρτο και είμαστε ήδη στο δρόμο. Μαζί μας και η Πίνα που πεθύμησε να ζήσει, όπως λέει, την ατμόσφαιρα του Τheyyam αλλά και για να μας λύνει όλες τις απορίες που θα προκύπτουν από αυτό το πρωτόγνωρο για μας βίωμα. Στην διαδρομή βαθύ σκοτάδι. “Έχετε το νού σας” λέει η Πίνα “μπορεί να εμφανιστεί κανένας ελέφαντας μέσα από τα πυκνά δέντρα”, τίποτα δεν διακρίνω, η λαχτάρα ωστόσο να συμβεί κάτι τέτοιο με κάνει να βλέπω παντού το περίγραμμα μιας προβοσκίδας. Το λέω στην Πίνα και κείνη ξεκαρδίζεται στα γέλια. Πλησιάζουμε στο χώρο του φεστιβάλ. Ο Σάτζι ο οδηγός, αφήνει το αμάξι σε ένα μεγάλο χωράφι γεμάτο αυτοκίνητα. “Από δω θα πάμε με τα πόδια” λέει και δείχνει στο βάθος ένα μονοπάτι στολισμένο με δεκάδες πολύχρωμα φωτάκια σαν λούνα πάρκ. Κόσμος πολύς, ντυμένοι όλοι με τα καλά τους και με αυτό εννοώ τις παραδοσιακές τους φορεσιές. Ακόμα και τα μικρά παιδιά έχουν τα πρόσωπα τους βαμμένα με χρώματα και από τα αυτιά τους κρέμμονται τα χαρακτηριστικά ινδικά σκουλαρίκια. Οι γυναίκες έχουν αφήσει λυτά τα μακριά μαύρα μαλλιά τους-που μυρίζουνε έντονα λάδι καρύδας- και τα έχουν στολίσει με λουλούδια ενώ οι άντρες σεριανίζουν με τα φρεσκοπλυμμένα λευκά πουκάμισα τους πάνω από τα επίσημα παρεό. Μόλις μπαίνουμε στο φωτισμένο μονοπάτι κάποιος μας γνέφει να σταθούμε ακίνητοι στην μια μεριά για να κάνουμε χώρο να περάσουν οι τυμπανιστές. Γυρνώ το κεφάλι μου και βλέπω μια ολόκληρη πομπή από ημίγυμνους εφήβους με τα τύμπανα περασμένα στην μέση να παίζουνε μανιασμένα, κρατώντας ένα επαναλαμβανόμενο ρυθμό που φτάνει μέχρι τον ορίζοντα του μαύρου σκοταδιού και επιστρέφει πίσω σαν απόκοσμη ιαχή. Πίσω τους ακολουθούν δεκάδες νεαρές κοπέλες ντυμένες με μωβ σάρι, που κρατάνε κεριά, και πιο πίσω ακολουθεί ολόκληρο το χωριό της τοπικής φυλής με πειθαρχημένο βηματισμό και απόλυτη σοβαρότητα. Αυτό που ήδη βιώνω-και είναι ακόμα η αρχή- δεν μοιάζει με φεστιβάλ αλλά με είσοδο σε ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο αντίληψης του κόσμου. Αισθάνομαι λες και βρίσκομαι στα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ που εξερευνά αρχαίες φυλετικές λατρείες, πνεύματα της φύσης και μυστήριώδεις τελετές. Η Πίνα λέει πως υπάρχουν πάνω από 400 μορφές Τheyyam και η κάθε μια έχει την δική της ιστορία, το δικό της μύθο, ξεχωριστό σχεδιασμό κοστουμιών, συμβολισμό χρωμάτων και άλλα ρυθμικά μοτίβα τυμπάνων. Κάποιες είναι ήρεμες, άλλες πολεμικές, κάποιες σχετίζονται με τη φύση και άλλες με θηλυκές θεότητες όπως η σημερινή. Προχωρούμε πιο βαθειά μέσα στο δάσος. Αυτά τα ιερά δάση όπου γίνονται οι τελετές τα ονομάζουνε kavu και θεωρούνται κατοικίες πνευμάτων και θεοτήτων γι’αυτό και επί αιώνες προστατεύονται από την αποψίλωση.

Φτάνουμε σε ένα ξέφωτο, με λίγες πέτρες, λάμπες λαδιού, κόκκινα υφάσματα δεμένα στα κλαδιά και ανθρώπους όλων των ηλικιών να έχουν πάρει τις θέσεις του σχηματίζοντας ημικύκλιο. Είμαστε οι μόνες ξένες εδώ, μας κοιτάζουνε απορημένα αλλά και φιλόξενα, σηκώνονται για να μας παραχωρήσουν θέση στην πρώτη σειρά, σαν τιμώμενα πρόσωπα. Θέλουν να έχουμε όσο το δυνατό καλύτερη θέαση σε κάτι που γι’αυτούς είναι στοιχείο ταυτότητας, ιερή προσφορά αλλά και κοινωνική συνάθροιση που ενώνει τα γύρω χωριά και τις ξέχωριστές φυλές τους. Τα τύμπανα συνεχίζουν να παίζουν. Κάπου στο πλάι σχεδόν κρυμμένος κάθεται ο χορευτής που σε λίγο θα υποδεχτεί μέσα του το πνεύμα της θεότητας. Δύο γεροδεμένοι άντρες του βάφουν αργά το πρόσωπο. Κόκκινο, μαύρο, άσπρο, λεπτές γραμμές σαν ιερογλυφικά. Τα χαρακτηριστικά του εξαφανίζονται κάτω από τα σχέδια. Τα βλέμματα του κόσμου στραμμένα πάνω του, περιμένουν με αγωνία πότε θα καταβληθεί από την θεότητα, το πιστεύουν πραγματικά. Και όταν αυτό συμβεί δεν βλέπουν πλέον μπροστά τους ένα περφόρμερ αλλά την θεότητα την ίδια. Οι ήχοι επιταχύνονται σταδιακά. Το περίτεχνο μακιγιάζ ολοκληρώνεται.Τώρα του φορούν στο κεφάλι μια τεράστια ξύλινη κατασκευή και του δένουν κουδούνια στα πόδια. Αρχίζουν γύρω τους να προσεύχονται και να βυθίζονται σιγά σιγά σε μια κατάσταση έκστασης. Παρακολουθούμε άναυδες και συνάμα συνεπαρμένες από όλη αυτή την μυσταγωγική συνθήκη στην οποία οι θεότητες δεν κατοικούν κάπου μακριά, αλλά περπατούν μέσα στην σκόνη, ιδρώνουν, χορεύουν, φωνάζουν και αναπνέουν μαζί με την κοινότητα. Ο χορευτής σηκώνεται. Τα κουδούνια στα πόδια του ηχούν ρυθμικά. Κάνει αργούς κύκλους γύρω από την φωτιά και ύστερα αρχίζει να στριφογυρίζει με απίστευτη ταχύτητα. Οι σκιές των δέντρων πίσω του κινούνται λες και συμμετέχουν κι’αυτές στην τελετή, ο αέρας τρέμει, κόσμος πλησιάζει και ζητά ευλογία και προστασία, εκείνος σταματά το στριφογύρισμα, τους αγγίζει στο κεφάλι και στα χέρια και μετά κάνει κάποιες ακατανόητες για μας χειρονομίες που η Πίνα, εξηγεί, πως είναι συμβολικές και αντιπροσωπεύουν την θεική δικαιοσύνη. Η όλη ατμόσφαιρα μοιάζει να καταργεί κάθε όριο ανάμεσα στην θρησκεία, το θέατρο, το χορό, την συλλογική μνήμη, την τελετουργική μέθεξη. Σαν μια αρχαία κοσμοαντίληψη που συνεχίζει να υπάρχει στα χωριά και στα δάση της Κεράλα με τις θεότητες παρούσες στα δέντρα, στα ζώα, στην γη, στη φωτιά και στους προγόνους.

Οι ρυθμοί ανεβοκατεβαίνουν, καπνοί μπαίνουν μέσα στα μάτια μας, παιδιά αρχίζουν να αποκοιμιούνται στα πόδια των μανάδων τους, σκύλοι περιφέρονται ανάμεσα στο πλήθος και από το δάσος ακούγονται τα νυχτερινά πουλιά. Η Πίνα, εμφανώς νυσταγμένη, μας λέει πως η τελετή θα συνεχιστεί μέχρι τα ξημερώματα. Συμφωνούμε όλες πως έχουμε ήδη πάρει αρκετή δόση από το Theyyum και πως είναι η ώρα να διασχίζουμε ξανά το δάσος για να επιστρέψουμε στο πανδοχείο. Και ποιός ξέρει; Τώρα που τα πνεύματα τριγυρίζουν ελεύθερα στην ζούγκλα και η φύση μοιάζει να χορεύει μαζί με τις θεότητες μπορεί να συναντήσουμε και κάποιο ελέφαντα να κυλιέται χαρούμενος στην μέση του δρόμου…





























