Ο Άνταμ λέει πως το βράδυ θα μαζευτούνε όλοι στην αίθουσα Σιρίγια. Εκεί, μαζί με την φίλη του, που τώρα δεν θυμάμαι το όνομα της, θα παίξουν κιρτάν. “Είναι ινδικό μουσικό όργανο το κιρτάν;” ρωτώ χαμηλόφωνα την Χ, εκείνη γελά, όχι δεν είναι όργανο μου λέει, είναι μια μορφή πνευματικής μουσικής και ψαλμωδίας, της ινδικής παράδοσης. Κάποιοι μάλιστα το περιγράφουν σαν ένα είδος «συλλογικού διαλογισμού μέσα από τη μουσική». Δηλαδή; επιμένω να ρωτώ, ο Άνταμ καταλαβαίνει ότι έχω απορίες και αναλαμβάνει να μου εξηγήσει. Είναι ένα επαναλαμβανόμενο τραγούδι μάντρα, συνήθως στα σανσκριτικά. Δεν έχει τόση σημασία αν καταλαβαίνεις τις λέξεις, λέει και με προλαβαίνει, μεγαλύτερη σημασία έχει να αισθάνεσαι τον ήχο, τον ρυθμό, την αναπνοή.
Τραγουδάμε όλοι μαζί, εξηγεί, κάτι σαν πνευματική άσκηση ή σαν μια μορφή προσευχής που ηρεμεί το μυαλό και μας κάνει να αισθανόμαστε όλοι σαν ένας.

Ο Άνταμ είναι δάσκαλος της γιόγκα. Κατάγεται από το Καναδά και βρίσκεται στο Άσραμ μόνο για λίγους μήνες. Μετά, μαζί με την φίλη του, θα συνεχίσουν την περιπλάνηση τους στην Ινδία. Ένα σακίδιο με τα απαραίτητα, μια κιθάρα και ένα μικρό αρμόνιο τους αρκούν για να τραγουδούν προσευχές και να μας υπενθυμίζουν πως ασχέτως της απόστασης που χωρίζει τις χώρες ή τις γλώσσες που μιλάμε, είμαστε όλοι το ίδιο ξεσκέπαστοι κάτω από τον ουρανό.
Στην ινδική παράδοση, μου εξηγεί, πιστεύουν πολύ στον ήχο των λέξεων, στην δόνηση τους, -ίσως και περισσότερο από το νόημα τους. Το νόημα εύκολα αλλοιώνεται, η δόνηση όμως όχι. Και όπως, λένε, επηρεάζει, την συνείδηση, το σώμα ακόμα και τον κόσμο γύρω μας. Η κάθε λέξη, λέει, φέρει μια ιδιαίτερη δική της ενέργεια. Μ΄αρέσει αυτή η πληροφορία, με φέρνει σε μια νέα σχέση με τις λέξεις που η αλήθεια είναι πως την έχω ανάγκη στους καιρούς μας· κάτι σαν πνευματική υγιεινή. Και όσο για την συνεχή επανάληψη του μάντρα, ο Άνταμ λέει πως δεν στοχεύει μόνο στην χαλάρωση αλλά σε κάτι πιο υπαρξιακό: Να ξεπεράσει ο άνθρωπος αυτό τον αδιάκοπο εσωτερικό διάλογο που τον εξαντλεί και δεν τον αφήνει να αισθανθεί ενότητα με κάτι μεγαλύτερο από το εγώ του. Όλες αυτές οι πληροφορίες, ειπωμένες με την ήρεμη φωνή του, με ανακουφίζουν. Νιώθω- περισσότερο από ένστικτο παρά λογική-πως έχουν την δύναμη να μας επαναφέρουν στο κέντρο μας, να μας ριζώσουν στην φύση όπως ένα δέντρο, μέρος δηλαδή του όλου και όχι αποκομμένα θραύσματα όπως είμαστε τώρα. Λέμε στον Άνταμ πως σίγουρα θα πάμε το βράδυ, λέει πως χαίρεται και μας θυμίζει πως θα αρχίσουν γύρω στις οκτώ, αμέσως μετά το δείπνο.

Στο δείπνο κάθομαι δίπλα από την Κίρστεν. Έίναι από την Καλιφόρνια, πάνω-κάτω στην ηλικία μου, δεν έτυχε να γνωριστούμε όλες αυτές τις μέρες. Την ρωτώ αν θα πάει στο κιρτάν, μου λέει πως φεύγει την επομένη, πως πρέπει να φτιάξει τα πράγματα της και μάλλον δεν θα προλάβει. Και ύστερα αρχίζουμε να μιλάμε για τις ζωές μας, με τον τρόπο όμως των ταξιδευτών, απευθείας στα βαθειά. Μου λέει πως έχει ένα γιό, πως έχει μεγάλη αγωνία γι’ αυτόν και ειδικά τώρα που τον κόσμο τον παρασέρνει ένα κύμα παραφροσύνης. Έτσι ακριβώς το διατυπώνει, δεν έχω παρά να συμφωνήσω μαζί της. “Ντρέπομαι να λέω πως είμαι αμερικανίδα” ψυθιρίζει έτοιμη να βάλει τα κλάματα, της αγγίζω το χέρι, “είσαι η Κίρστεν” της λέω, “αυτό αρκεί”. Στην κουβέντα μπαίνει και η Σοφία και ο Ούλφ από την Σουηδία και μέχρι να τελειώσουμε το κάρι και τα καυτερά λαχανικά, απλώνουμε πάνω στο τραπέζι τις συνειδητοποιήσεις και τους φόβους μας, μιλάμε για το άγχος που αρρωσταίνει σήμερα τον άνθρωπο από την μια άκρη της γης στην άλλη και γεμίζει τον κόσμο με τραυματισμένες ψυχές που κινούνται σαν χαμένες. Κάποτε γυρνώντας για ένα χρόνο στην Ασία είχα γράψει πως ο κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο από κορίτσια και αγόρια που ψάχνουν την αγάπη. Θα έγραφα άραγε το ίδιο σήμερα; Μοιράζομαι την σκέψη μου με τους υπόλοιπους “ίσως το μόνο που απομένει πια” λέει ο Ούλφ “είναι να εντάξει ο άνθρωπος λίγο ασκητισμό στην καθημερινότητα του”. Κι’ αυτό είναι πράγματι είναι μια απάντηση.
Οκτώ παρά κάτι είμαστε στην αίθουσα Σιρίγια. Ένα μεγάλο χαλί στο πάτωμα, πολύχρωμα μαξιλάρια τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο και νεαρά κορίτσια και αγόρια- το πολύ 25 χρονών- καθισμένα σταυροπόδι. Παίρνουμε θέση ανάμεσα τους. Τους παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου και αναρωτιέμαι από ποιό μέρος του κόσμου βρέθηκαν εδώ. Και ποιά εσωτερική παρόρμηση τους ώθησε να περπατήσουν στην άντιπέρα όχθη, εκεί όπου η ζωή δεν είναι δισδιάστατη μέσα σε οθόνες αλλά δονείται στα δέντρα και στα πουλιά και στις ματιές και στα τραγούδια. Κορίτσια με τα μαλλιά μπλεγμένα σε κοτσίδες, τυλιγμένα με όμορφα ινδικά σάλια και αγόρια με φαρδιές πολύχρωμες παντελόνες και μονόχρωμα φούτερ, πρόσωπα δροσερά, αθώα και απορημένα απέναντι στο αύριο, περιμένουν με ανυπομονησία να αρχίσει η μουσική, όχι μόνο για να τραγουδήσουν αλλά για να κρατήσει ο ένας το χέρι του άλλου με τρυφερότητα. Και με μια ανάγκη πέρα από όλα αυτά τα πρόσκαιρα στόρι που μοιράζονται, να μοιραστούν και μια ιστορία που να διαρκεί.
Ο Άνταμ κάθεται στο κέντρο της αίθουσας. Έχει τα μαλλιά του πιασμένα κοτσίδα και φοράει λευκά, το ίδιο και η φίλη του που κάθεται πλάι του και παίζει αρμόνιο. Αρχίζουν μαζί να τραγουδούν το ένα μάντρα μετά το άλλο, σαν απόκοσμη ψαλμωδία. Τους ακολουθούμε στην αρχή διστακτικά, σχεδόν ψιθυριστά, ύστερα πιο δυνατά και εννοώ συνειδητά. Κουνάμε τα κεφάλια ρυθμικά, πότε με τα μάτια κλειστά και πότε ανοιχτά. Στα μάγουλα των κοριτσιών βλέπω την χαρά να κάνει λακάκια, και στα μάτια των αγοριών να λαμπυρίζει σαν αστέρι. Συγκινούμαι. Θέλω να τους αγκαλιάσω ένα προς ένα και να τους διαβεβαιώσω πως όλα θα πάνε καλά γιατί ήδη αυτό που κάνουν- να γυρνάνε έστω για λίγο την πλάτη σε αυτό τον εξαντλητικό θόρυβο της αδιάκοπης πληροφορίας, της διάσπασης της προσοχής, και του ψέματος που κυκλοφορεί σαν αλήθεια, μοιάζει σχεδόν με πράξη αντίστασης.

Και κάπως έτσι λοιπόν κυλάει αυτή η νύχτα: Με συγκίνηση, φωνές που σμίγουν, καρδιές που ανοίγουν, ήχους που διαπερνούν την ψυχή και θυμίζουν αγάπη





























