Αποφασίζω μια βόλτα, είναι βράδυ, κάνει ψοφόκρυο, δεν πτοούμαι, έχω καιρό να περπατήσω στην γειτονιά και χρειάζομαι δόση από τα στενά της παλιάς πόλης, να αρπάξει το μάτι μου κανένα καινούργιο γκραφίτι ή κάποια αλλοπρόσαλλη φιγούρα να κινείται αθόρυβα ανάμεσα στις κουρνιασμένες γάτες και να φορτιστεί το μυαλό μου. Λέω να κατευθυνθώ προς το καινούργιο Δημαρχείο, διασχίζω πρώτα την Ερμού, μουσικές από τα μπαράκια και κάποιος που ψήνει μέσα στο δρόμο μπέργκερ ντυμένος σαν σκιέρ, έχει πλάκα η παρουσιά του, σκέφτομαι να τον βγάλω φωτογραφία αλλά οι παλάμες μου δεν συνεργάζονται και έτσι στρίβω προς στην Πενταδακτύλου και από κει σκοπεύω να κατευθυνθώ στην Ληδήνης, να ρίξω μια ματιά άν ο Σταύρος στο “Χαράτσι” έχει ανάψει την ξυλόσομπα και έχει μαζέψει γύρω από το μπαρ του καμμιά ασυνδύαστη παρέα, από κείνες που φτιάχνουν τους καλύτερους διαλόγους. Ανυποψιάστη πόσο έχουν λουστραριστεί τα σοκκάκια για τον ερχομό των Ευρωπαίων, συνειδητοποιώ καθοδόν πως επικρατεί μια εκτυφλωτική καθαριότητα εκεί όπου προ ημερών άνετα πατούσες περιττώματα σκύλων ή διάφορους άλλους λιγδιασμένους λεκκέδες, τώρα παντού απαστράπτουσες γωνιές και περασμένα από φυσούνες εξολόθρευσης φύλλων πεζοδρόμια, σχεδόν τρομάζω από την αλλαγή, μου αρέσει η καθαριότητα αλλά εδώ είναι τόσο κραυγαλέα επίπλαστη που με κάνει να νιώθω συμμέτοχος σε προμελετημένη παρωδία. Και μακάρι βέβαια νάτανε μόνο αυτό, πού να το βάλει ο νους μου πως σε λίγο οι επινοημένες προσθήκες στα δρομάκια της γειτονιάς για χατίρι των Ευρωπαίων θα με βαρούσαν στο κεφάλι σαν ξεχαρβαλωμένα κεραμίδια, και εννοώ πως ευθεία προς το μπουρδέλο που κάποτε άνηκε στην Σ. και τώρα κάποια άλλη νεαρή ψιλόλιγνη μοστράρει καθισμένη με τα εσώρουχα σε μια φθαρμένη πολυθρόνα, βλέπω πάνω στον τοίχο που βρίσκεται μπροστά του μια τεράστια αφίσα για το Κυπριακό ζήτημα με ένα κολάζ φωτογραφιών προσφύγων, συγγενών αγνοουμένων και μαυροντυμένων να πλαισιώνουν πληροφορίες στα ελληνικά και στα αγγλικά για το εθνικό μας πρόβλημα και να κυριαρχούν σαν διαφημιστική καμπάνια δραματικής σειράς μπροστά από το κόκκινο φωτάκι. Κάνω στάση στην γωνιά και μένω να κοιτάζω αυτή την αξεχώριστη αντινομία, παρατηρώ πότε την αφίσα, πότε το σκοτάδι, πότε το ύφος της γυναίκας που χασμουριέται πάνω στη πολυθρόνα ημίγυμνη χαζεύοντας την οθονη του κινητού της και πότε τους μαυρόσπρους πρόσφυγες στοιχισμένους ή καλύτερα στοιχειωμένους σε γραφιστική εναρμόνιση και με πιάνει ένα σφήξιμο στο στομάχι σαν κράμπα, μια αναστάτωση επίπονη στην διαπίστωση πως καταντήσαμε μια βιτρίνα, μια προθήκη για δείξουμε, να επιδείξουμε, να συμπτύξουμε την ύπαρξη μας όσο πιο βαθειά μέσα στην πληγη και να την περιφέρουμε σαν λιτανεία. Νιώθω την παλινδρόμηση ανάμεσα στην επιτηδευμένη αλήθεια και την άλλη, την ταπεινή, που κρύβεται μέσα στο μισοσκόταδο και περιμένει λίγο φως και συνάμα τον μετεωρισμό ανάμεσα στο “φωτογενές” τραύμα που αποτυπώνεται σε διαφωτιστικές αφίσες και το άλλο που παραμένει στην αφάνεια πίσω από κλειστές πόρτες, σιωπηλό και αγνοημένο και κάπως έτσι σέρνω τα πόδια μου μέχρι την Ληδήνης, εύχομαι να βρω τον Σταύρο ανοιχτό να μοιραστώ αυτή την νευρική ενέργεια που με καταβάλει αλλά είναι κλειστός και αμπαροκλειδωμένος και ο δρόμος έρημος σαν αγωνιώδης μοναξιά. Προχωρώ κατα μήκος του, και στην δεξιά μεριά, στον τοίχο που εφάπτεται της πράσινης γραμμής, συνειδητοποιώ πως έπεται συνέχεια, βλέπω κάμποσες μεγάλες μαυρόσπρες φωτογραφίες παρατεταγμένες την μια δίπλα στην άλλη, ξανά οι πρόσφυγες και οι συγγενείς αγνοούμενων και τα αεροπλάνα που βομβαρδίζουν και οι γυναίκες που επιστρέφουν, όλα καδραρισμένα σε άψεγάδιαστες εκτυπώσεις, απομεινάρια μιας παρατεταμένης πολιτικής προσποίησης που επιμένει να περιφέρεται σαν αληθοφανής έγνοια, όπως την απαστράπτουσα καθαριότητα των πεζοδρομίων για τα μάτια των Ευρωπαίων. Μένω πολύ λίγο, η αναστάτωση συνεχίζεται, η στοχευμένη αυτή περιφορά της αιμοραγούσας πληγής του τόπου που κανένας δεν την φροντισε αρκετά ώστε να κλείσει με κάνει να νιώθω όπως ένα πεσμένο φύλλο που το εξαφάνισε άρον-άρον η φυσούνα προκειμένου να περπατήσουν άνετα οι ξένοι στην καθαρότητα της νήσου των προχειρολόγων. Και ύστερα στρίβω αριστερά, προς την πλατεία του νέου Δημαρχείου και επιστρέφω αργά προς το σπίτι, το κρύο με παγώνει όπως και μια υπονόμευση που την αισθάνομαι να πλανάται στον αέρα…






























