ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μια αγγελία

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Της Ελένης Ξένου

Της Ελένης Ξένου

twitter

Κλείσαμε ραντεβού στο άγαλμα της ελευθερίας, liberty monument της έγραψα στο whatsapp, είχε δει την αγγελία μου στο φέιςμπουκ πως ψάχνω οικιακή βοηθό για ηλικιωμένη συγγενή μου, έστειλε μήνυμα, ήταν ιδιαίτερα επίμονη, σε “παρακαλώ μάνταμ” έγραφε, “εδώ που είμαι δεν είναι καθόλου καλά”, δεν ρώτησα γιατί, προτίμησα να τα πούμε από κοντά. Κυριακή απόγευμα, ελάχιστοι στην πόλη, αφόρητη η ζέστη, ο ουρανός ασυννέφιαστος, ένα-δύο τουρίστες κάθονται εξουθενωμένοι σε ένα παγκάκι με υποτυπώδη σκιά και σκουπίζουν τον ιδρώτα τους, οι γάτες εξαφανισμένες κάτω από σταθμευμένα αμάξια ή χωμένες μέσα σε παρτέρια και μόνο τα αγάλματα στην θέση τους ανθετικά σε κάθε καιρική συνθήκη.

Τοποθετώ τον εαυτό μου κάτω από ένα δέντρο και την περιμένω, έχει αργήσει, διερωτώμαι αν συννενοηθήκαμε σωστά, είμαι έτοιμη να στείλω ξανά μήνυμα όταν σηκώνω το βλέμμα και βλέπω απέναντι μου σε απόσταση τριών μέτρων ένα αδύνατο κορίτσι με μακριά μαύρη κοτσίδα, στενό τζίν και ροζ αραχνούφαντο μακρυμάνικο μπλουζάκι να κατευθύνεται δειλά προς το μέρος μου. Είναι τόσο λεπτή που προς στιγμήν αισθάνομαι ανακούφιση που δεν φυσά ίχνος αέρα, θα την έπαιρνε μαζί του σαν πεταλούδα, σκέφτομαι, εκείνη πλησιάζει διστακτικά, της χαμογελώ και της συστήνομαι, απαντά με ψίθυρο, δυσκολεύομαι να ακούσω το όνομα της. Της προτείνω να περπατήσουμε μέχρι το σπίτι μου, είναι μόνο δύο βήματα από δω, λέω, γνέφει καταφατικά και όπως αρχίζουμε να περπατάμε η ερώτηση που με παιδεύει από την ώρα που την είδα, δραπετεύει ασυγκράτητη από το στόμα μου. Πόσο χρονών είσαι ρωτώ, είκοσι απαντά με την ίδια ντροπαλοσύνη, φαίνεται πιο μικρή, όπως και νάχει επιβεβαιωμένα πλάι μου περπατά ένα νεαρό κορίτσι λεπτεπίλεπτο σαν εύθραυστο βάζο. Τί γυρεύει εδώ σε μια άγνωστη χώρα να κυκλοφορεί μέσα στην ζέστη και να εκλιπαρεί για δουλειά, σκέφτομαι και σφίγγεται το στομάχι μου σαν άλυτος κόμπος. Είναι από την Ινδία λέει, δεν συγκρατώ την τοποθεσία, πρώτη φορά έρχεται Κύπρο να δουλέψει, είναι μόνο κάτι μήνες εδώ. Σκουντουφλά άτσαλα πάνω στις λέξεις, είναι φανερό πως δεν ξέρει καλά αγγλικά και όσα ξέρει φοβάται να τα μιλήσει μήπως κάνει λάθος. Φτάνουμε στο σπίτι, της προτείνω να καθίσουμε στην αυλή, στριμώχνεται στην γωνιά του καναπέ με τα πόδια κολλημένα το ένα στο άλλο και τα χέρια της να τρίβουν τα γόνατα γεμάτα αμηχανία.

Δεν ξέρω πως να διαχειριστώ αυτή τη παράδοξη συνθήκη που πρέπει να την λογαριάζω ως φυσιολογική αλλά όσο παρατηρώ την κοπελίτσα- τα χείλη της είναι μικρά όπως ένα στρογγυλό κόκκινο κεράσι και τα μάτια της μεγάλα και βαμμένα με μαύρο μάσκαρα- με καταβάλει μια ανυπόφορη λύπη που σχεδόν με ακινητοποιεί. Πώς βρέθηκε από την άλλη άκρη του κόσμου στον καναπέ μου σαν βρεγμένο γατί, γιατί δεν είναι στο σπίτι της να τρώει το φαγητό της μάνας της ή να βολτάρει στην γειτονιά με τις φιλενάδες της; Την ρωτώ αν θέλει κάτι να πιει, δεν θέλει λέει αλλά επιμένω, της φέρνω παγωμένο νερό, καταπίνει μια γουλιά ίσα-ίσα για να δροσιστεί ο ουρανίσκος της και το τοποθετεί πίσω στο τραπέζι, την ρωτώ που δουλεύει τώρα και γιατί θελει να φύγει. Είναι σε ένα χωριό στα βουνά, λέει, προσέχει ένα παππού, δεν είναι καλά εκεί, δεν είναι καλοί μαζί της, δεν ρωτώ λεπτομέρειες, με παρακαλεί να της βρω άλλη δουλειά, τα μάτια της υγραίνονται, βάζει μάλιστα τα χέρια της σε στάση προσευχής και σκύβει το κεφάλι κοιτώντας το πάτωμα.

Σηκώνομαι και ανάβω τον ανεμιστήρα, το μπλουζάκι της είναι κουμπωμένο μέχρι το λαιμό, αποκλείεται να μην ζεσταίνεται, από την άλλη έχω και γω επείγουσα ανάγκη για αέρα, εκείνη τώρα παίζει με την κοτσίδα της, τα μαλλιά της είναι μακριά μέχρι την μέση, την φαντάζομαι να τα χτενίζει τα βράδια πριν κοιμηθεί και μούρχεται να την αγκαλιάσω. Δεν ξέρω τι άλλο να πούμε, της λέω πως θα την ειδοποιήσω σε μια-δυο μέρες και της φέρνω από το ψυγείο παγωτό, απλώνει το χέρι και το παίρνει όπως θα έκανε κάθε κοριτσάκι κατακαλόκαιρα και ύστερα με πιάνει μια ορμητική ανάγκη να της απολογηθώ εκ μέρους της πάσχουσας ανθρωπότητας που μας έφερε την μια απέναντι στην άλλη σ’αυτή εδώ την αυλή παγιδεύοντας μας μέσα σε αυτό τον ξεδιάντροπο συσχετισμό μάνταμ-οικιακής βοηθού. Δεν λέω όμως τίποτα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Της Ελένης Ξένου

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση