ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Στο σπίτι της Γκιουνέϊ

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Της Ελένης Ξένου

Της Ελένης Ξένου

twitter

Με περίμενε στον κυκλικό κόμβο του Τρικώμου. Μου κόρναρε από απέναντι, χαιρετιστήκαμε με τα χέρια έξω από το παράθυρο, μόνο τηλεφωνικά είχαμε γνωριστεί, αναγνωριστήκαμε όμως χωρίς δυσκολία. Την ακολούθησα με το αυτοκίνητο μέχρι το σπίτι της, περάσαμε από τις δεκάδες γιγαντιαίες πολυκατοικίες του Νέου Τρικώμου που μας περικύκλωναν σαν τέρατα, τις είδες με ρώτησε όταν φτάσαμε στην αυλή της, “ξέρεις πόσα χρόνια χρειάζεται το χώμα για να γίνει έυφορο, πάνω από 500, κατάστρεψαν το χώμα με τόση ασχήμια, μόνο τα λεφτά τους γνοιάζουν όλους πια”, είπε και ξεκλείδωσε την πόρτα της.

Το σπίτι της μικρό, φτωχικό, “δεν είναι δικό μου, είναι της Μαρίας, ήρθε και το είδε, είχε θυμό, τί φταίω όμως εγώ;”, το δικό της είναι στη Λουρουτζίνα, το ζωγραφίζει σε όλα της τα σχέδια όπως και τα άλλα σπίτια του χωριού της και τους δρόμους και τα δέντρα και τα γαιδούρια και τους ανθρώπους και τα αστέρια. “Έλα να σου το δείξω” μου είπε, χάζευα την ξώπορτα που την έβαψε κίτρινη, την ακολούθησα σε ένα μικρό διάδρομο, καθοδόν συνειδητοποίησα πως υπήρχαν παντού μικρές κίτρινες γωνιές- στην κουζίνα, στο μπάνιο, στο καθιστικό- σαν ήλιοι δωματίου, και αναμεταξύ τους διάφανα ποτήρια με λουλούδια, γεράνια κόκκινα ή φούξια που ταιριάζουν στο κίτρινο.

Όπου κοιτούσε το μάτι μου ήταν σαν παιδική ζωγραφιά, λες και από παρόρμηση θέλησε να κάνει το χώρο πιο σύμφωνο με τα όνειρα της, ήθελα να την αγκαλιάσω προτού ακόμα την μάθω, από την άλλη όμως ήταν λες και την ήξερα από παλιά, από ένα πιο στέρεο βάθος, πέρα απο την κατατεμαχισμένη επιφάνεια. Η Ε. μου πρωτομίλησε γι’αυτήν, μου έδειξε τα σχέδια της, είναι Τουρκοκύπρια, είπε, ζωγράφος, μεγάλη πια, ζει μόνη, στο παλιό Τρίκωμο. Λάτρεψα τις ζωγραφιές της, δύσκολο να τις περιγράψω, ούτε και δοκιμάζω, η ενέργεια τους σχεδόν μεταφυσική, θέλω να την γνωρίσω είπα στην Ε. και αυτό έγινε. Τώρα περιφέρομαι μαζί της στο σπίτι της, εκείνη με μια μακριά φούστα και ένα μπλεχτό γιλέκο, ψιλόλιγνη σαν σκίτσο, μου μιλά κυπριακά όπως οι παλιές αθώες γειτόνισσες και στο βάθος παίζει το ραδιόφωνο που είναι συνήθως, λέει, συντονισμένο στον “Άστρα”.

Μου δείχνει το δωμάτιο όπου ζωγραφίζει, στο πάτωμα ένα σωρό μπογιές, στους φθαρμένους τοίχους οι πίνακες της, ο πιο κίτρινος απεικονίζει το σπίτι της, ήταν ωραίο λέει, μεγάλο, με μεγάλη αυλή, στην άκρη βλέπω ζωγραφισμένο ένα γαιδούρι, η συντροφιά μου όταν ήμουν μικρή, λέει, “το αγκάλιαζα, το φιλούσα, έψαχνα σ’αυτό την τρυφερότητα που έλειπε, δουλεύανε όλοι από το πρωί μέχρι το βράδυ, ποιός να σε αγκαλιάσει;” Τί ωραία τα χρώματα σου, της λέω, “κίτρινο, κόκκινο, μπλε”, λέει, “μ’αυτά φτιάχνεις όλα τα άλλα”, αυτά παραμένουν όμως τα βασικά, και εκείνη έτσι θέλει να ζει και να ζωγραφίζει, από τα βασικά στα βασικά. Καθόμαστε στην κουζίνα, μαγείρεψε μαύρο πιλάφι υγιεινό, επιμένει να μείνω να φάμε, δύσκολο να της αρνηθώ, είσαι όμορφη της λέω, εδώ νάμαστε όμορφοι λέει, εδώ και μου δείχνει την καρδιά. Τα χρόνια κυλούν και πάνε, λέει μετά και φέρνει ένα δοχείο με γιαούρτι, εκείνη το έφτιαξε, από γάλα κατσίκας, δοκίμασε, δοκιμάζω, μ’αρέσει, έχει δίκαιο, ο χρόνος κυλά και φεύγει και μαζί του παίρνει όλες τις χειροποίητες γεύσεις που δεν προλάβαμε να μοιραστούμε.

Πώς άρχισες να ζωγραφίζεις την ρωτώ, είμαστε η μια αντίκρυ στην άλλη και τρώμε το μαύρο πιλάφι σε λουλουδένια πιάτα, πάνω στο χώμα, απαντά, έφτιαχνε σχήματα με τα δάχτυλα της και ύστερα άρχισε στο χαρτί και ύστερα έμαθε τα χρώματα. Δεν δείχνει να πιστεύει πως κάνει κάτι σπουδαίο, πηγαίο το αισθάνεται, αυθεντικός άνθρωπος που ξέρει να μιλά το αλφάβητο του ήλιου έστω κι’αν έζησε κάμποσο από το σκοτάδι του τόπου. Η μνήμη της συγκρατεί το σπίτι της με μια αθωότητα σχεδόν επαναστατική που αγγίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα η οποία δεν είναι ρευστή, είναι διαρκής, δεν είναι φθαρτή είναι ακατάλυτη, σαν πηγή τρυφερότητας που μαλακώνει τις τραχιές γραμμές. Της υποσχέθηκα πως θα ξαναπάω, “την άλλη φορά θα σου πω και τον καφέ” μου είπε, γελάσαμε και ύστερα φιληθήκαμε σταυρωτά, ο χρόνος κυλά και φεύγει, σκεφτόμουν στην επιστροφή και μείς εξακολουθούμε να χάνουμε ο ένας τον άλλο.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Της Ελένης Ξένου

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση