ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Ιστορικό Αφιέρωμα: Το ξέσπασμα της Επανάστασης

Οι πρώτες ημέρες της Επανάστασης στις ιστορικές πηγές και στα απομνημονεύματα των αγωνιστών.

Kathimerini.gr

Οι πρώτες ημέρες της Επανάστασης στις ιστορικές πηγές και στα απομνημονεύματα των αγωνιστών.

16 Μαρτίου: Το πρώτο βόλι

«Κατά τα μέσα και επ. Μαρτίου (1821), συνέβησαν και τα εξής, μεμονωμένα και άσχετα. Ο Α. Κορδής προσέβαλεν ενόπλως τους Τούρκους. Ο Ν. Σουλιώτης μετ’ άλλων τινών εφόνευσαν τρεις Τούρκους εις θέσιν Πόρταις παρά το χωρίον Αγρίδι εκ Τριπόλεως ερχομένους. Οι Πετμεζαίοι εφόνευσαν την 16η είκοσι οκτώ Τούρκους, προερχομένους εκ Σαλώνων και δι’ Ακράτας πορευομένους εις Τρίπολιν.

Τότε (την 16 Μαρτίου) ευρεθέντες εις Καλάβρυτα ο Σεϊδή-Κεχαγιάς και ο εκ Βυτίνης Τραπεζίτης Ν. Ταμπακόπουλος, επέστρεφον εις Τρίπολιν, πυροβοληθέντες δε από τους Χοντρογιαννέους (πλαγία και μυστική ενθαρρύνσει του Ασημάκη Ζαΐμη), εις θέσιν Χελωνοσπηλιά, αυτοί μεν εσώθησαν δρομαίοι εις Φενεόν, εφονεύθησαν δε δύω υπηρέται του Τούρκου και τα πράγματά των διηρπάγησαν.

Την επιούσαν (17) θέλων ν’ αναχωρήση εκ Καλαβρύτων και ο Ιμπραήμ-Αγάς Αρναούτογλους, Βοεβόδας της επαρχίας εκείνης διά την Τρίπολιν, προαπέστειλεν υπηρέτην εις Ντάρα, χωρίον ιδιόκτητον ή τσιφλίκι του, να τω προετοιμάση εκεί το γεύμα· ούτος δε μαθών τα εις Χελωνοσπηλιάν συμβάντα, και ότι εκεί υπήρχεν ενέδρα, επιστραφείς, απαντήσας τον Βοεβόδα και αναγγείλας αυτώ ταύτα, τον έκαμε να επανέλθη εις Καλάβρυτα. Αλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύω σπαΐδας (ενοικιαστάς φόρων) εις Λιβάρζι, και έτεροι εις Φενεόν τους Γυφτοχαρατζίδας. Αι ειδήσεις αύται από τον Σεϊδή-Κεχαγιάν και τον Ταμπακόπουλον, και από άλλους ελθόντες εις Τρίπολιν, εγνώσθησαν και εις την εξουσίαν. Οι δε Τούρκοι εθεώρουν τα σποραδικά τούτα συμβεβηκότα ως σπασμούς σώματος μη υγιαίνοντος ή ενδείξεις δεινής επισκηψούσης αυτώ νόσου, (και είχον δίκαιον ως προς τούτο)».

Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, υπό Μ. Οικονόμου του εκ Δημητσάνης, Γραμμ. του Γεν. Αρχ. της Πελοποννήσου, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Θ. Παπαλεξανδρή, 1873, σελ. 86

17-21 Μαρτίου: Οι Ελληνες πολιορκούν τους Τούρκους στους πύργους Καλαβρύτων

«Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός [σ.σ. το χτύπημα στη Χελωνοσπηλιά], ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί. Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων.

Ηγουμένου δε του Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν τινές γυφτοχαρατζίδες κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς τον Χουρσήδην· εκτυπήθησαν και τινές άλλοι Τούρκοι αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε συνελήφθησαν· Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά, ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.

Καθ’ ην δε ημέραν εκλείσθησαν οι περί τον Αρναούτογλουν εντός των πύργων, οι προεστώτες των Καλαβρύτων απουσίαζαν. Πρώτος των άλλων, ο Χαραλάμπης, μαθών το γεγονός και αγνοών ότι φοβηθέντες οι υπό τον Αρναούτογλουν εκλείσθησαν εις άμυναν μάλλον ή εις βλάβην, παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ του προχείρου ενόπλους υπό τους Πετμεζάδας, εισήλθεν εις την πόλιν και επολιόρκησε τους εν τοις πύργοις κλεισθέντας, οίτινες παρεδόθησαν.

Γενομένου δε γνωστού του συμβάντος τούτου, όπερ και η φήμη και οι επικρατούντες φόβοι εμεγάλυναν, οι μεν εν Βοστίτση Τούρκοι διεπορθμεύθησαν όλοι αβλαβείς και ανεμπόδιστοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Γαλαξείδι, και κατέφυγαν εις Σάλωνα όπου ήσαν ικανοί Τούρκοι· οι δε εν Πάτραις, οίτινες, και αφ’ ότου έμαθαν, ότι οι Αχαιοί απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις Τριπολιτσάν, είχαν αρχίσει να μεταφέρωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εις την ακρόπολιν, εγκατέλειψαν την πόλιν και συνεκλείσθησαν την 21 Μαρτίου, μήτε πολεμούντες μήτε πολεμούμενοι».

Σπυρίδωνος Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοσις δευτέρα, Εν Λονδίνω, Εκ της εν τη Αυλή του Ερυθρού Λέοντος Τυπογραφίας Ταϋλόρου και Φραγκίσκου, 1860, σ.σ. 59-60.

22 Μαρτίου: Ελληνικές δυνάμεις στην Πάτρα

22 Μαρτίου«Οι Τούρκοι των Π. Πατρών φοβούμενοι μη προσβληθώσιν εξαίφνης εις αυτάς τας εστίας των, ησφάλισαν εις το φρούριον τας οικογενείας και τα πράγματά των, και την 21η ώρμησαν εις την οικίαν του Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου επί σκοπώ να εύρωσιν εις αυτήν όπλα και πολεμοφόδια, ως υπώπτευον, και τότε να επιτεθώσι κατά των χριστιανών· αλλ’ ευρόντες τας θύρας ησφαλισμένας, ήρχισαν έξωθεν να τουφεκίζωσι και να πιστολίζωσιν απειλούντες. Εβαλον δε πυρ εις τας πέριξ οικίας, εν ω και από το φρούριον ήρχισαν να πυροβολώσι την του αρχιερέως [σ.σ. Π. Πατρών Γερμανός] και άλλας άλλων χριστιανών, όπου ενόμιζον ότι είναι πολλοί κεκλεισμένοι. Τότε λοιπόν εξελθόντες οι Ελληνες ένοπλοι εις τα οδούς, εντόπιοι Πατρείς και τινες πάροικοι Επτανήσιοι ομού με τον Νικόλαον Γερακάρην Κεφαλλήνα, προσέβαλον τους Τούρκους, τους εδίωξαν από την πόλιν και τους απέκλεισαν εις το φρούριον. Ειδοποίησαν δε παρευθείς τον αρχιερέα των και τον Ζαΐμην, οι οποίοι έφθασαν όσον τάχιστα με τους Κουμανιώτας και άλλους, και πολιορκήσαντες τους Τούρκους, διεκήρυξαν την επανάστασιν, και προσεκάλεσαν τους Ελληνας εις τα όπλα, εν ω άλλη ελπίς σωτηρίας δεν έμεινεν εις αυτούς.

Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν Ιστορίαν της Ελλάδος, Αθήνησιν, τόμ. Α΄, Εκ του ΤυπογραφείουΧ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1851, σ.σ. 59-60.

23 Μαρτίου: Απελευθέρωση της Καλαμάτας

«Τη 23 εξεστράτευσεν ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, ουχί πολιτικός ήδη, αλλά στρατιωτικός ηγεμών, και εις Καλάμας, πρώτην της Μεσσηνίας πόλιν, εισήλθεν άγων δισχιλίους ενόπλους. Ηνούντο δε μετ’ αυτού άπασαι της Λακωνίας αι στρατιωτικαί επισημότητες, οι Τρουπάκαι (και μετά τούτων ο Κολοκοτρώνης), οι Καπετανάκαι, Χρηστέαι, Κουμουνδουράκαι, Κυβέλλοι, και μετ’ αυτών υποδεέστεροι πολλοί άλλοι. Αμέσως δε έδραμον προς τούτον, εις μέσον ιόντες και φανεροί ήδη επαναστάται, ο Αναγνωσταράς, Δικαίος, Νικήτας και Κεφάλας, ίνα συσκεφθώσι περί του πολεμικού σχεδίου και οδηγηθώσι περί της γραμμής, ην έκαστος έμελλεν ακολουθήσαι.

Μετά την ενθουσιώδη όλως και παρά πάντων ευλογουμένην είσοδον του Μαυρομιχάλου, ετελέσθη τη επιούση παρά τον έξω της πόλεως μικρόν ποταμόν, τον ρέοντα διά των συνόρων της Λακωνίας και Μεσσηνίας, δοξολογία κοινή προς τον Υψιστον και δέησις η περιπαθεστέρα διά την σωτηρίαν της πατρίδος. Εκεί ιερείς και ιερομόναχοι, την ιεράν περιβεβλημένοι στολήν, έφερον τας εικόνας των Αγίων, δι’ αυτών δε ηυλογήθησαν αι σημαίαι, και οιονεί ωρκίσθησαν πάντες, ο μεν Μαυρομιχάλης, ίνα “αμύνη την πατρίδα και μόνος και μετά πάντων, και ιερά τα πάτρια τιμήση”· οι δε στρατιώται, ίνα “μη καταισχύνωσι τα όπλα τα ιερά, ούτε εγκαταλείψωσι τον παραστάτην, όσω αν στοιχήσωσι”. Ενδόμυχος αγαλλίασις, ην εμπνέει τοις δούλοις η ώρα της ελευθερίας, ανέλαμπεν επί του προσώπου όλων πάσης τάξεως, ηλικίας και γένους· η δε δόξα του Μαυρομιχάλου, αρχιστρατήγου κηρυχθέντος των λακωνικών όπλων, ήτο ήδη η αληθής δόξα του δυνατού, εφ’ ου εστηρίζονται μεγάλαι ελπίδες».

Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά Ιωάννου Φιλήμονος, τόμ. Γ΄, Αθήναι, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1860, σσ. 25-26.

26 Μαρτίου: Κήρυξη της Επανάστασης στις Σπέτσες

Πρώτοι λοιπόν οι Σπετσιώται ύψωσαν, κατά την 2 και 3 Απριλίου 1821 [σσ. αναφέρεται αυτή η ημερομηνία], διά μεγάλης τελετής και πολυκρότων κανονιοβολισμών, την σημαίαν της ελευθερίας επί των πλοίων των, εξ ων τινά μεν είχον εξέλθει του λιμένος την προτεραίαν, όλα δε τ’ άλλα παρετάχθησαν την αυτήν ημέραν έμπροσθεν της πόλεως εις τον πορθμόν. Η ημέρα εκείνη ανέτειλε όντως λαμπρά και φαεινή· «αίγλη δ’ ουρανόν ήκε, γέλασε δε πάσα πέρι χθων». Η σημαία της ελευθερίας κυματίζουσα εις όλα τα πλοία, εις το επί της παραλίας δημοτικόν κατάστημα και εις πολλούς εξώστας οικιών, παρίστα θέαμα μεγαλοπρεπέστατον, αύρα δε ελευθερίας εζωογόνει και εφαίδρυνε πάντων τα πρόσωπα. Και αληθώς απερίγραπτος ενθουσιασμός κατείχε τους πάντας καθώς κατά τας εθνοσωτηρίους εκείνας ημέρας, καθ’ ας η του Λαζάρου διά του Θεανθρώπου εξανάστασις, και η των Βαϊοφόρων Παίδων επί τη του Σωτήρος του ανθρωπίνου γένους προελεύσει, αγαλλίασις, μυστηριωδώς προηγίαζε το μέγα κίνημα, και ευηγγελίζετο παραδόξως του Ελληνικού Εθνους την εθνεγερσίαν.

27 Μαρτίου: Η σημαία της Επανάστασης υψώνεται στα Σάλωνα

Προ της εκρήξεως της επαναστάσεως οι πάντες ειργάζοντο μεν δραστηρίως, αλλά και μετά της απαιτουμένης φρονήσεως· άμα δε έμαθον τα εν Αχαΐα, ο μεν Πανουριάς κατέλαβε την μονήν του Προφήτου Ηλία, προσεκάλεσεν ευθύς υπό την σκέπην των όπλων του τους προύχοντας, συνέστησεν εφορίαν και υπέβαλε τα πάντα, όσον ήτο δυνατόν τότε, εις πειθαρχίαν τινά και κανωνικήν ρύθμισιν· και την 27 Μαρτίου ύψωσεν επισήμως την σημαίαν της επαναστάσεως.

Η Αμφισσα, λέγει ο Φίνλαϋ υπήρξεν η πρώτη πόλις της στερεάς Ελλάδος, η υψώσασα την σημαίαν της επαναστάσεως. Αμα ως έμαθον οι Αμφισσείς τα εν Πάτραις, ο Πανουριάς έπεισε τους προεστούς των Σαλώνων να κηρύξωσι την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος και εξώρκισε τους πάντας ν’ αποσείσωσι τον ζυγόν των Τούρκων. […]

Την 23 Μαρτίου οι Αραχωβίται, άμα μαθόντες εξ ανθρώπων, ελθόντων εξ Ιτέας, ίσως και του Πανουριά, ότι ήρξαντο ήδη ταραχαί εν Πελοποννήσω, θερμουργοί τινές απήλθον εις Ζεμενόν κ’ εφόνευσαν εξ ενέδρας τον ταχυδρόμον και άλλους τινάς· και οι προύχοντες, συνελθόντες έπεμψαν εις Αμφισσαν και εις Λεβαδείαν πεζούς, ίνα μάθωσιν ακριβώς τα περί της επαναστάσεως. Την 24 Μαρτίου ήρξαντο να προπαρασκευάζωνται εις άμυναν, ανήγειραν προμαχώνας τινας κατ’ αντίκρυ του φρουρίου και αλλαχού, ιδίως επί των βράχων Κουτρούλη και Πλούτης και έθηκαν σκοπούς.

Ο δε Πανουριάς τότε αποκλείσας τους Τούρκους εντός του φρουρίου Σαλώνων και πολιορκήσας αυτούς τα και τους εξ Αιγίου ελθόντας, έπεμψεν απανταχού αποσπάσματα ίνα διεγείρωσι τους λαούς εις τα όπλα και φονεύσωσιν όσους δυνατόν πλειοτέρους Τούρκους.

Μεταξύ τούτων τα αποσπάσματά του εφόνευσαν, λέγει ο Τρικούπης, και τον ταχυδρόμον του εκ Σερρών Γιουσούφ Πασσά, ηγεμόνος της Ευβοίας, επανερχόμενον εξ Ιωαννίνων· ανέγνωσαν τα προς τας Τουρκικάς αρχάς γράμματά του, τα διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώριον ο Γιουσούφ και πληροφορηθείς τα εν Πάτραις, διέκοψε την πορείαν του και μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων. Πέμψας λοιπόν αμέσως ο Πανουριάς τας επιστολάς ταύτας προς τους εν Πάτραις επαναστάτας, κατέστησεν αυτούς προσεκτικούς και ενησχολείτο εις τα του τόπου. Ετεροι δε εκ των εφόρων, έσπευδον, ως είδομεν, αλλαχού, να προτρέψωσι και άλλους, ίνα μιμηθώσι το παράδειγμά των προς επανάστασιν.

Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος Διαπρεψάντων Ανδρών, υπό Αναστασίου Ν. Γούδα, τόμ. Η΄: Ηρωες της Ξηράς, Εν Αθήναις, Τύποις Ελληνικής Ανεξαρτησίας, 1876, σσ. 243-245.

27 Μαρτίου: Ελληνικές νίκες στην Καρύταινα

Σταις 27 εσηκώθηκα χαραυγή, με τα χαράματα και άφηκα τους Καρυτινούς καμμιά δεκαπενταριά νομάτους, κι εγώ έπιασα το στενό· την ίδια νύκτα που είμουν εις την Καρύταινα μου ήλθε είδησις από τον Παναγιώτη Γιατρόπουλο, ότι στείλε μας στράτευμα, διατί ημείς δεν εσυναχθήκαμε ακόμα· – παλιανθρωπιά.

Την αυτήν ημέραν ’πού εκίνησα, ήγουν 27, με έφθασε ένας ντεσκερές του μακαρίτου του Μπεϊζαντέ Ηλία, ότι έφθασε με 200 Σπαρτιάταις εις το Λεοντάρι, και του έγραψα, ότι να φθάση γλήγορα, γιατί σήμερο έχομε τουφέκι. Από εκεί οπού του έγραφα έως εις το Λεοντάρι είναι 4 ώραις τραβικταίς, και κατά τύχη έντεσε παλιάνθρωπος ο πεζός και δεν επήγε, που να φθάσουν εις τον πόλεμον· και εγώ επήγα εις το στενό, εις τον άγιο Αθανάσιο.
Την αυγή εξαγνάντησε το στράτευμα το Φαναρίτικο (οι Τούρκοι) μία ώρα αλάργα, και ο τόπος στενός, και φορτώματα, και εκρατούσε 2 ώραις ο μάκρος τους, η σειρά τους· και βλέποντάς μας ευθύς εμβήκαν το τουφέκι ομπροστά διά να πολεμίσουν, και ημείς είχαμε ταμπούρια και επολεμήσαμε 6 ώραις. Οι Σπαρτιάται έκαμαν τότε έναν πόλεμον, που εμιμήθηκαν τον Λεωνίδα· 300 ήτον οι πρώτοι, 1.700 οι Τούρκοι. Από ταις 6 ώραις έσωσαν τα φουσέκιά τους, ελαβώθηκε ο Βοϊδής, ο Δουράκης, εσκοτώθηκαν πέντε, έξη. Εις το μεσημέρι έσωσαν τα φουσέκια· μου λένε το στράτευμα, να τους ανοίξωμεν· – όμως τα Κολιόπουλα ήτον 6 ώραις μακρυά εις το ποτάμι του Ρουφιά, εις χωριό Τζούκα· εφύλαγαν διά τους Λαλαίους· ακούοντας το τουφέκι εκίνησαν πλην δεν έφθασαν (είχαν τετρακόσιους) εις την ώραν αλλ’ έπειτα από μισή ώρα. Οι Τούρκοι εσκοτώθηκαν 15, επολεμούσαν με καρδιά, διότι είχαν το βιότους και ταις γυναίκαις τους. Αν έφθαναν τα Κολιόπουλα, ο Γιωργάκης και ο Δημήτρης ήθελε χαλασθούν οι Τούρκοι.

Επήραν οι Τούρκοι την θέσιν μας· ακούοντας την μπατερία των Κολιαίων εβγήκαν αγνάντια να ιδούν. Βλέπωντας ότι μας έρχεται μεντάτι τότενες οι Σπαρτιάτες επήραν τους λαβωμένους και έμεινα με πολλά ολίγους. Ακούοντας την μπατερία, εφράξαμεν τον τόπον, να μην πέρασουν οι Τούρκοι από το γεφύρι, με 20 ανθρώπους. Εκούναγα το μπαϊράκι διά να με γνωρίσουν τα Κολιόπουλα· είχε πιασθεί ο λαιμός μου από ταις φωναίς της ημέρας. – Οι Τούρκοι βγαίνουν εις βοήθεια από το Κάστρο, διώχνουν εκείνους οπού ήτον στην χώρα. – Κυνηγούμε τους Τούρκους με τα γυναικόπαιδα, 500 ψυχαίς εχάθηκαν εις το ποτάμι της Καρύταινας, μην ειμπορώντας ν’ απεράσουν από το γεφύρι, το οποίον το είχαμε πιασμένο. Οι Ελληνες έπερναν τα ζώα, τα άτια όλα λαβωμένα. Δεν τους εχώραε το Καστράκη, και ήτον απέξω σαν το μελίσσι (η πρώτη νίκη κατά Τούρκων – των Καλαβρύτων πρώτα).

Ημείς τους πολιορκήσαμεν. Μετά το εσπέρας έφθασε και ο Ηλίας Μπεϊζαντές από το Λεοντάρι, σταις 28 ήλθε και ο Κανέλος με 200 Καρυτινούς. Ο Αναγνωσταράς και ο Παπαφλέσσας εκίνησαν διά την Αρκαδία με 500 ανθρώπους. Σαν οι Αρκαδιανοί ήτον φευγάτοι, εγύρισαν και ήλθαν εις την Καρύταινα με 1.000. Σε 2 ημέραις εγινήκαμε 6.000.

Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, Αθήνησιν, Τύποις Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, 1846, σσ. 56-58.

27/28 Μαρτίου: Προκήρυξις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Γερουσίας

Ως ο Γερμανός μετά των προκρίτων Ανδρέου Ζαΐμη, Ανδρέου Λόντου, Βενιζέλου Ρούφου, Προκοπίου, Σωτηράκη (ούτος ην εκ Βοστίτζης) και Παπαδιαμαντοπούλου απετέλεσαν επιτροπήν, ούτως οι εν Μεσσηνία αρχηγοί και πρόκριτοι απετέλεσαν Γερουσίαν, τοπικόν δηλονότι συμβούλιον μέλλον να εδρεύη εν Καλάμαις και να διευθύνηται υπό του Πετρόμβεη. Οι άνδρες ούτοι εξέδωσαν υπό χρονολογίαν 27/9 Απριλίου προκήρυξιν προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς αιτιολογούσαν την σταθεράν αυτών απόφασιν να αποσείσωσι διά παντός τον τουρκικόν ζυγόν και εξαιτουμένην την συνδρομήν της ευρωπαϊκής φιλανθρωπίας (όπλα, χρήματα και συμβουλάς), ανθ’ ων παρέσχον οι αρχαίοι Ελληνες υπηρεσιών εις την μόρφωσιν του ανθρωπίνου γένους, και διαβεβαιούσαν ότι η Ελλάς εν κρείττοσιν ημέραις έμελλε να δείξη εντίμως την ευγνωμοσύνην αυτής.

ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ
ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑΣ ΑΥΛΑΣ
Εκ μέρους του Αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλου και της Μεσσηνιακής Γερουσίας τη εν Καλαμάτα.
Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και επέκεινα αιώνος κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Ελληνας, ειμή μόνον φωνή, και αυτή διά να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους αναστεναγμούς των. Εις τοιαύτην όντες αθλίαν κατάστασιν, στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα όπλα και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους φατρία και διχόνοια, καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας.

Αι χείρες μας, αίτινες ήσαν δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη και έλαβον τα όπλα κατά των τυράννων. Οι πόδες μας, οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας αγγαρεύσεις της ασπλαγχνίας, τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας, η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον σκληρόν ζυγόν, τον απετίναξεν και άλλο δεν φρονεί ειμή την ελευθερίαν. Η γλώσσα μας, η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον εκτός των ανωφελών παρακλήσεων προς εξιλέωσιν των τυράννων, κράζει τώρα μεγαλοφώνως και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας. Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν.

Διό παρακαλούμεν την συνδρομήν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαϊκών γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας, και να λάβωμεν τα δίκαιά μας, και να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και σεις εφωτίσθητε, απαιτεί όσον τάχιστα την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας και διά χρημάτων και διά όπλων και διά συμβουλών, των οποίων είμεθα ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογεί άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξει πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.

Εν τω Σπαρτιατικώ στρατοπέδω της Καλαμάτας, τη 25 Μαρτίου 1821
Πέτρος Μαυρομιχάλης, Ηγεμών και Αρχιστράτηγος, και η Μεσσηνιακή Γερουσία εν Καλαμάτα

Γουσταύου Φρειδερίκου Χέρτσβεργ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρασις Παύλου Καρολίδου, τόμ. Α’, Εν Αθήναις, Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Δ. Φέξη, σ.σ. 59-60.

28 Μαρτίου: Υψώνεται η σημαία της Επανάστασης στο Λιδωρίκι.

Γνωσθείσης της πολιορκίας των Σαλώνων, ο Δήμος Καλτσάς, οπλαρχηγός του Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, συννοηθείς μετά του Αναγνώστη Λιδωρίκη, του Παπά Γεωργίου Πολίτη, και λοιπών προεστώτων των δύο επαρχιών, έχων και αυτός 60 αρματωλούς και συμπαραλαβών τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα χωρικούς, ύψωσε την σημαίαν της Ελευθερίας την 28 Μαρτίου· και αυτός μεν εισήλθε την αυτήν ημέραν υπό τον ήχον των τυμπάνων εις Λιδωρίκι, απέστειλε δε τον οπλαρχηγόν του Θεοδωρήν Χαλβαντσήν εις Μαλανδρίνον. Οι Τούρκοι και οι εν Λιδωρικίω και οι εν Μαλανδρίνω εκλείσθησαν εντός τινων οικιών, και αντέστησαν· αλλά μετά δύο ημέρας, αφ’ ου εφονεύθησάν τινες αυτών, κατέθεσαν τα όπλα και παρεδώθησαν ως και οι εν Σαλώνοις.

Σπυρίδωνος Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοσις δευτέρα, Εν Λονδίνω, Εκ της εν τη Αυλή του Ερυθρού Λέοντος Τυπογραφίας Ταϋλόρου και Φραγκίσκου, 1860, σελ. 172.

28 Μαρτίου: Πολιορκία κάστρου Μονεμβασιάς

Εις δε Μονεμβασίαν αφού Μανιάται υπό τους Ντσανετάκην Γρηγοράκην Πιεράκον και Γρηγοράκον, εφάνησαν από της 28 Μαρτίου περί την Μονεμβασίαν, την επιούσαν ήλθον επίσης εκείσε και 250 Τζάκονες εκ Πραστού υπό τους Γ. Μιχαλάκην και Θ. Γούλελον. Οθεν οι εις τα πέριξ χωρία διεσπαρμένοι Τούρκοι συνήχθησαν εν φρουρίω· εισήλθον δ’ εν αυτώ και 50-60 οικογένειαι Μπαρδουνιωτών χάριν ασφαλείας, ως είρηται.
Των δ’ εν Μονεμβασία Τούρκων, οι πλείστοι ήσαν πτωχοί, εξωμόται οι πλείους, εργαζόμενοι την γην ως και οι χριστιανοί, και την Οθωμανικήν γλώσσαν μη γνωρίζοντες πλην ολίγων τυπικών λέξεων· και η πενία των κατήντησε παροιμιώδης· διότι ελέγετο ότι ενός μπινισίου (επενδύτου) και ενός καβουκίου (πίλου) και αυτών πεπαλαιωμένων, ως στολής αναγκαίας προς παράταξιν ή συνάθροισίν τινα των αγάδων ήσαν πλείονές τινες συνιδιοκτήται και ελάμβανον αυτά αλληλοδιαδόχως και κατά σειράν, ο δε ενδυόμενος δι’ αυτών επορεύετο εις το ντσαμί, είτα και εις το καφενείον την Παρασκευήν, διά να αγαδευθή (φανή ότι είναι αγάς)· και τούτο μεν σαρκαστικόν, αλλ’ οπωσδήποτε οι εν Μονεμβασία Τούρκοι συνέζων ειρηνικώς και εν ισότητι κατά τα άλλα με τους χριστιανούς εις τον κοινωνικόν και ιδιωτικόν των βίον.

Μ’ όλον τούτο, ιδόντες και αυτοί την τοιαύτην ένοπλον συνάθροισιν και εξέγερσιν των ραγιάδων, διά να κάμωσι και αυτοί επίδειξιν ότι είναι αγάδες, οπλισθέντες ημέραν τινά έως 450, και διαιρεθέντες εις τρία, εξήλθον μέχρι Συκιάς, Αγίου Νικολάου και Φοινικίου, και απετάθησαν εις τους κατοίκους συμβουλευτικώς περί ειρηνεύσεως και ησυχίας δι’ υποταγής εις την Σουλτανικήν εξουσίαν· αλλ’ οι Ελληνες τούς απεδίωξαν προτρεπτικώς και επί τέλους τους εκτύπησαν, και εφόνευσαν τότε εξ αυτών 4 και επλήγωσαν 7· αλλά και αυτοί επιστρέφοντες εις το φρούριον συνέλαβον τινας Ελληνας καθ’ οδόν ως αιχμαλώτους. Εισελθόντες δε, κατέστρεψαν την γέφυραν, δι’ ης ωσεί νησιώται απεσπασμένοι της στερεάς, εκοινώνουν δι’ αυτής. Ουχ’ ήτον δε με τους εντός της Μονεμβασίας γείτονάς των χριστιανούς συνέζων εν ειρήνη οικογενειακή ασφαλείς όντες εν τω φρουρίω άλλως· δεν επρομηθεύθησαν όμως και από τροφάς αναλόγους, άνευ των οποίων η ασφάλεια ήτο πρόσκαιρος, καταναλίσκοντες δ’ ας είχον ησύχαζον ελπίζοντες ταχείαν εμφάνισιν θαλασσίας Σουλτανικής δυνάμεως προς εφοδίασιν του φρουρίου, καθ’ ας εκ Ναυπλίου ελάμβανον επιστολάς ενθαρρυντικάς και επελπιστικάς.

Περί δε τα μέσα Μαΐου λαβόντες εκείθεν και επιστολάς χαροποιάς περί της ελεύσεως, πορείας και των ευτυχών κατορθωμάτων του Κεχαγιάμπεη, και ενθουσιασθέντες διενοήθησαν να πράξουν και αυτοί λόγου τι άξιον. Οθεν 140 επίλεκτοι εξελθόντες την 18 Μαΐου νυκτός, κατέλαβον την παλαιάν Μονεμβασίαν, ίνα επιπέσωσιν και αυτοί αίφνης εκ των οπισθίων κατά των πολιορκητών, εξέλθωσι δε και οι εν τω φρουρίω κατά μέτωπον, βάλωσιν ούτω αυτούς μεταξύ δύω πυρών και κατωρθώσωσιν ούτω την της πολιορκίας διάλυσιν. Αλλ’ οι πολιορκηταί προειδοποιηθέντες, απέκλεισαν εκεί τους 140, και τους ηνάγκασαν να παραδοθώσι αμαχητί, και ως αιχμάλωτοι να διασκορπισθώσιν εις τα χωρία. Ηλθον δε και πλοία εκ Σπετζών τρία εις πολιορκίαν του φρουρίου διά θαλάσσης, τα των Γ. Πάνου, Η. Θερμισιώτου και Γ. Κλίσια και ένα εκ Γυθείου, το του Μπουζουναρά. Τότε δα οι ισχυρώτεροι, ή αξιωματικοί εκ των Τούρκων, εσκέφθησαν και περί οικονομίας των τροφών. Οθεν λαβόντες αυτοί ας είχαν, ανέβησαν και εκλείσθησαν με αυτάς εις την ακρόπολιν, απαγορεύσαντες εις τους ενδεείς και στερουμένους τούτων Τούρκους την εις την ακρόπολιν είσοδον. Εμελέτησαν δε να φέρωσιν εν αυτή και κρατήσωσιν ως ομήρους και τους των χριστιανών εγκριτωτέρους, ή και διά να τους φονεύσωσιν ως ούτοι υπώπτευσαν. Οθεν συνεννοηθέντες οι τε χριστιανοί και Τούρκοι, οι εν τη πόλει, ανταλλάξαντες υποσχέσεις αμοιβαίας περί ασφαλείας οπωσδήποτε και αν αποβώσι τα πράγματα, διά των εν τω λαώ ισχυρών Τούρκων, εματαίωσαν το σχέδιον των πρώτων, κατορθώσαντες να άρωσι το εμπόδιον της εις την ακρόπολιν εισόδου, καταστήσαντες αυτήν εις πάντας τους Τούρκους κοινήν· ούτω δε πάλιν κοινώς καταναλίσκοντες τας τροφάς και καταναλισκόμενοι, απεφάσισαν κατά Ιούνιον να παραδώσωσιν εαυτούς και το φρούριον».

Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, υπό Μ. Οικονόμου του εκ Δημητσάνης, Γραμμ. του Γεν. Αρχ. της Πελοποννήσου, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Θ. Παπαλεξανδρή, 1873, σ.σ. 161-163.

29-30 Μαρτίου: Εναρξη της Επανάστασης στη Λιβαδειά
«Γενικώς ενομίζετο, ότι εκ των πρώτων, των περιστοιχούντων την σημαίαν της ελευθερίας, ήθελον είσθαι οι αρματωλοί των της Στερεάς επαρχιών, οίτινες και πρότερον ήδη είχον αγωνισθή υπέρ της ελευθερίας αυτών κατά του Αλή πασά. Αλλ’ αφ’ ενός μεν φόβος της δυνάμεως και του ονόματος του Αλή, αφ’ ετέρου δε η υποψία, μη οι περί τα Ιωάννινα αγωνιζόμενοι αντίπαλοι συνδιαλλαγώσιν αιφνιδίως, τέλος δε και η εγγύτης μεγάλων στρατιωτικών σωμάτων, περιέστειλε πάσαν ομόφρονα απόφασιν των αρματωλών. Και αυτοί οι Σουλιώται, οι προ πολλού τα της Εταιρίας μεμυημένοι, εδίσταζον ακόμη να λάβωσι καθαρώς επαναστατικήν θέσιν απέναντι της Πύλης. Και αν μεταξύ των αρματωλών ευρίσκετο πατριώτης ένθερμος, ως εν Λεβαδειά ο ανδρείος Αθανάσιος Διάκος (εκ Λιδωρικίου), όστις ήτο προ παντός αλλού πρόθυμος να δώση το σημείον της επαναστάσεως, πρόσκομμα εις τούτο τω ήτο η διχόνοια των προκρίτων. Και όμως και εις αυτάς τας μακράν της Ηπείρου κειμένας επαρχίας της ανατολικής Ελλάδος εξερράγη αίφνης καθ’ ην ημέραν εκινήθησαν οι Μανιάται η υποκαίουσα πυρκαϊά. Εν τη επαρχία των Σαλώνων συνεκάλεσεν ο οπλαρχηγός Πανουργιάς τους προκρίτους της χώρας και της πόλεως (24/5 Απριλίου) εις την μονήν του Προφήτου Ηλιού, και απέστειλε συγγενείς του τινάς προς στρατολογίαν· εκ των απεσταλμένων τούτων εις ήτο και ο μετά ταύτα πολλάκις αναφερόμενος Ιωάννης Γούρας, όστις έμελλε να τεθή επί κεφαλής των Γαλαξειδιωτών, οίτινες προτροπή των Πατρέων, μεθ’ ων ευρίσκοντο εις εμπορικάς σχέσεις, επόθουν ν’ αποτινάξουν τον τουρκικόν ζυγόν. Μετά δύο ημέρας συνηθροίσθησαν υπό τον Πανουργιάν 600 οπλοφόροι, οίτινες πολιορκήσαντες το φρούριον των Σαλώνων, ένθα είχον κλεισθή οι εκ της πόλεως και των περιχώρων Τούρκοι το ηνάγκασαν να παραδοθή. Συγχρόνως επανέστη και ο Διάκος εν Λεβαδεία, κατέλαβε τας προς την πρωτεύουσαν αγούσας οδούς και διόδους, συνεφιλίωσε τους προκρίτους, εισέβαλεν (30/11 Απριλίου) εις την πόλιν, και εν αυτή επολέμησεν επί πέντε όλας ημέρας κατά οκτακοσίων Τούρκων και Αλβανών, έκλεισεν αυτούς εντός του φρουρίου και ηνάγκασε τούτο, μετά ματαιωθείσαν έφοδον, διά της πείνης και δίψης να παραδοθή. Είτα δε απήλθε μετά εξακοσίων ανδρών εις τας Θερμοπύλας, ένθα εν τη επαρχία της Λαμίας ηγέρθη ο οπλαρχηγός Ιωάννης Δυοβουνιώτης, όστις επολιόρκησε (8/20 Απριλίου) την Βοδωνίτσαν, και ηνάγκασε και το φρούριον αυτής να παραδοθή».

Ιστορία της Επαναστάσεως και Αναγεννήσεως της Ελλάδος, συγγραφείσα υπό Γ. Γ. Γερβίνου, μεταφρασθείσα δε από του πρωτοτύπου υπό Ιωάννου Η. Περβανόγλου, τόμ. Α΄, Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως,1864, σ.σ. 208-209.

26 Μαρτίου – 4 Απριλίου: Τουρκικές βιαιότητες

«Η Πύλη είχεν από τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας και απέδιδεν ίσως την φαινομένην ανησυχίαν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλή· αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, ων κομισταί ήσαν ο Υππατρος και ο Αριστείδης [σημ. Απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας], δεν αφήκαν αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. […]

Το ξίφος του σουλτάνου έπεσεν εν πρώτοις επί την κεφαλήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων την 22 Μαρτίου, καθ’ ην απεκεφαλίσθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος πρώην διερμηνεύς του στόλου και γαμβρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέκος υιός του Φωτεινού αρχιάτρου του αυθέντου της Μολδαυΐας. Τα πρώτα ταύτα σφάγια της σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα την 26 και 27, ήγουν ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του αυθέντου της Μολδαυΐας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την 3 Απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών αναγγέλλων δι’ ων έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος. Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει ταύτη, και ήρχισε να φονεύη απονώτερον.

31 Μαρτίου: Σφαγές χριστιανών στη Σμύρνη

«Πάσα πόλις τουρκική, κατοικουμένη ολοκλήρως ή κατά το πλείστον μέρος υπό Ελλήνων, υπέκειτο πάντοτε μεν υπό το ύποπτον όμμα της εξουσίας, εκάστοτε δε υπό τας αχαλινώτους ορμάς του όχλου. Παρά την τοιαύτην εξουσίαν και τον τοιούτον όχλον προσετίθεντο εν τισι τόποις και θεομανείς υπηρέται του μωχαμεθανισμού, ζητούντες εν ονόματι του ουρανού το αίμα των αθώων και πάσαν επιτρέποντες και προκαλούντες κακουργίαν κατά των Ελλήνων. Τούτων όλων πρόχειρον λαμβάνομεν παράδειγμα την Σμύρνην.

Επίσημος και αρχαία πόλις, ως και επίνειον, της Ιωνίας επί του Μέλητος ποταμού, σχηματίζουσα δε το τερπνότερον αμφιθέατρον εντός της ενδοτάτης γωνίας του ομωνύμου κόλπου, η Σμύρνη κατωκείτο επί της εποχής ταύτης υπό τριάκοντα και εκατόν χιλιάδων, και πλείστων Ελλήνων. Εντεύθεν επωνομάζετο παρά των Τούρκων “Γκιάουρ Ισμερί” (Απίστων Σμύρνη). Ο ελληνικός πληθυσμός ταύτης, φύσει και ήθει ωραίος, ευημερών και προαγόμενος διά της εμπορίας, της φιλεργίας και προ πάντων της ηθικής και της καλής πίστεως, αναδείκνυεν αυτήν υπέροχον μεταξύ των άλλων εν τη Ασία κοινωνιών. Ιδού οι κυριώτεροι λόγοι, δι’ ους, άμα κηρύξαντος του Υψηλάντου την επανάστασιν, υπέκειτο αύτη, ακίνητος μεν μένουσα, αλλά το κάρφος ούσα του τουρκισμού, ως “πόλις απίστων”, ως χώρα πλουσίων εμπόρων, εις όλας τας τραγικωτέρας περιπετείας.

Ο τουρκικός όχλος ωπλίσθη από της 23 Μαρτίου αυθαδέστερος, ή πρότερον, θηριωδέστερος προ πάντων, και επιρρεπής εν γένει προς παν είδος ωμότητος και αθεμιτουργίας. Προς μείζονα δ’ ατυχίαν προσετέθη επί της δεινοτάτης ταύτης εποχής και η μάστιξ δύο δερβισών, απόλυτον εχόντων την πρόθεσιν, ίνα μεταβάλωσι την Σμύρνην από χώρας απίστων εις χώραν πιστών. Ορμώμενοι ούτοι υπό μόνου θρησκευτικού μίσους, επαρουσιάσθησαν ως απεσταλμένοι δήθεν παρά του προφήτου, και περιφερόμενοι τας οδούς και τα άλλα δημόσια μέρη, ηρέθιζον διά παντός τρόπου τους Τούρκους, όπως εξαλείψωσι του “γκιαούρ Ισμιρλί” (απίστους Σμυρναίους), ως εχθρούς της μωαμεθανικής πίστεως και του τουρκικού κράτους. Ευτυχώς τινες των προκριτωτέρων και ισχυρωτέρων των εν Σμύρνη κατοίκων Τούρκων, διότι είχον μεγάλα τα συμφέροντα αυτών διά των κατοίκων Ελλήνων. Ευτυχέστερον δε ο μουτεσελήμης της πόλεως Μεχμέτ αγάς, σύμφωνος ευρεθείς προς τας διαθέσεις αυτάς των προκριτωτέρων, κατώρθωσε, προτροπή τούτων, όπως απομακρύνη εκείθεν τους δερβίσας διά τρόπου ευσχήμου και αφαιρέση ούτω την αφορμήν του σκανδάλου. Προσθετέον όμως, ότι πολλοί μεν των Σμυρναίων, και μάλιστα οι γνωρίζοντες τα της Εταιρίας, ήρξαντο αναχωρείν εκείθεν από της 28 Μαρτίου, ουδόλως κωλυούσης της εξουσίας· τινές δε εκ του τουρκικού όχλου εθανάτωσαν αυθαιρέτως εικοσιδύο Χριστιανούς τη 31 Μαρτίου, καθ’ ην διεδόθη η πρώτη ψευδής φήμη παρά τινων φιλοτούρκων και μισορθοδόξων περί κηρύξεως πολέμου ρωσσικού κατά της Τουρκίας. Η σφαγή ήδη ήρξατο από τινος δυστυχούς αρτοποιού, σκοπόν κύριον έχουσα, ίνα εμπνεύση τον τρόμον εις τους Ελληνας της Σμύρνης και προλάβη ούτω ενδεχόμενον επαναστατικόν κίνημα συνεπεία του ρωσσικού πολέμου. Τις όμως πιστεύει, ότι την περί πολέμου ρωσσικού φήμην ως αληθή υπεστήριζεν ο εκεί αγγλικός πρόξενος, ίνα μη διαφέρη του εν Πάτραις Φιλίππου Γρην, αδιαφορών, αν εκινδύνευον εκ τούτου όλοι οι Ελληνες της πόλεως; […] Αλλά η σφαγή των εικοσιδύο Ελλήνων ήτο η απαρχή άλλης και άλλων εν τω μέλλοντι μεγαλητέρων και αλλεπαλλήλων σφαγών. Την επανάστασιν της Πελοποννήσου μαθόντες τη 6 Απριλίου οι Τούρκοι, εχαιρέτησαν διά της εν τη αγορά σφαγής τριπλασίων Ελλήνων και διά της απειλής γενικής σφαγής. […] Τοσαύτη δ’ εγένετο η ταραχή εκ των νέων αυτών και αιφνιδίων φόνων, και τοσαύτη εγεννήθη η απελπισία ως εκ της επικειμένης γενικής σφαγής, ώστε και μητέρες τα τέκνα αυτών και τέκνα τας μητέρας αυτών ελησμόνησαν, ζητήσαντα σωτηρίαν εν τω λιμένι της Σμύρνης. Εκεί άνδρες κάτωχροι, εκεί ωρθωμένων τριχών γυναίκαι μετά νηπίων, εκεί νέαι ανυπόδητοι, πάλλουσαι και ασθμαίνουσαι, των βαρβάρων βοηδρομούντων μετά γυμνών μαχαιρών, ερρίπτοντο εν τη θαλάσση, ίνα σωθώσι της σφαγής ή του εξανδραποδισμού, ει μη προέφθανον εις τα πλοία. Τότε και γυναίκες, έγκυοι τυχούσαι, απέβαλον εν τω μέσω των οδών· αι δε άγριαι φωναί των βαρβάρων διωκόντων, και αι θρηνωδίες των διωκομένων επλήρουν τον ορίζοντα».

Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Επαναστάσεως, παρά Ιωάννου Φιλήμονος, τόμ. 3, Αθήνα, Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1860, σσ. 239-240.

4 Απριλίου: Η Πύλη κατά Φιλικών και Φαναριωτών

«Κατά τον μήνα Μάρτιον πολλαί οικογένειαι ελληνικαί προαισθανόμεναι καλώς το επικείμενον αιματηρόν μέλλον είχον καταλίπει την Κωνσταντινούπολιν φεύγουσαι εις την αλλοδαπήν. Τη δε 22/3 Απριλίου ήρξαντο συχναί σφαγαί Ελλήνων συνωμοτών της Εταιρείας. Αι δε ειδήσεις αι περί των εν Πελοποννήσω φοβερών γεγονότων έδοσαν εις τα πράγματα νέον χαρακτήρα. Αι φυλακίσεις (εν αις και η των επισκόπων Δέρκων και Νικομηδείας και των μητροπολιτών Αδριανουπόλεως, Θεσσαλονίκης και Τυρνόβου) και αι κατ’ οίκον έρευναι επολλαπλασιάζοντο καθ’ εκάστην. Και νυν ήρξαντο σφαγαί πολυπληθών υψηλάς θέσεις κατεχόντων Φαναριωτών. Η πρώτη σφαγή ήτο η των ευνοουμένων του Ρώσου πρέσβεως, του μεγάλου διερμηνέως Μουρούζη αποκεφαλισθέντος τη 4/16 Απριλίου προ των οφθαλμών του Σουλτάνου εν επισήμω στολή και υπό την μεγάλην πύλην των ανακτόρων, κατά τα λεγόμενα ένεκα των προς τον βέην της Μάνης σχέσεων αυτού. Και ενώ πολλοί επίσημοι Ελληνες υπέκυπτον αλλεπάλληλοι εις την αυτήν τύχην, οι Τούρκοι ιεροσπουδασταί, οι σοφτάδες, ήρξαντο να βεβηλώσι τας ελληνικάς εκκλησίας, τουρκικά δε στρατεύματα πεμπόμενα εις Βάρναν εν τη διά των προαστείων παρά τον Βόσπορον πορεία αυτών διέπραττον παντοίας ωμότητας και βιαιότητας, ο δε όχλος καθίστατο καθ’ εκάστην ωμότερος και και απειλητικώτερος. Και αυτού του μέγα παρά τη Πύλη δυναμένου Αγγλου πρέσβεως η γυνή ερραπίσθη δημοσία παρ’ οθωμανίδος μεγαίρας, ηπειλήθησαν δε και αυταί αι κατοικίαι των Φράγκων και των ξένων πρέσβεων».

Γουσταύου Φρειδερίκου Χέρτσβεργ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρασις Παύλου Καρολίδου, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις, Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Δ. Φέξη, σσ. 99-100.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση