Γράφει ο Κωνσταντίνος Κοντοκώστας
Μετά την Ανυσία Λιούρι, ο Ρομπέρτο Ντρίστι ήταν ο δεύτερος επιβάτης από το κυλικείο του Intercity που κατέθεσε σήμερα στη δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.
Σύμφωνα με την έκθεση της ΕΔΑΠΟ (Επιτροπή Διερεύνησης Ανεξάρτητων Πραγματογνωμόνων Οικογενειών) στο κυλικείο επέβαιναν 31 άτομα και τα θύματα ήταν 25. Εξι ήταν οι επιζώντες εκ των οποίων οι δύο πετάχτηκαν έξω από το βαγόνι. Σύμφωνα με την ΕΔΑΠΟ, τουλάχιστον τρία άτομα επέζησαν από τη σύγκρουση και κάηκαν από τη φωτιά.
Ο Ρομπέρτο Ντρίστι κατάφερε να βγει από το κυλικείο πριν αυτό παραδοθεί στις φλόγες και στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο για δύο μήνες. Τα τραύματα του από τη σύγκρουση ήταν τόσο σοβαρά που μπήκε σε τεχνητό κώμα για τις πρώτες έξι με δέκα μέρες όπως κατέθεσε σήμερα στο δικαστήριο.
Για τη στιγμή της σύγκρουσης κατέθεσε: «Ακουσα ένα φρενάρισμα και κουτούλησα με τον απέναντί μου. Εβαλα τα χέρια στο κεφάλι μου. Με χτυπούσαν τα σίδερα πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Πρέπει να λιποθύμησα. Αισθάνθηκα να ζεσταίνομαι στα πόδια μου και ξύπνησα και ξαφνικά βρέθηκα σε ένα πορτοκαλί βαγόνι από τις φωτιές. Πήδηξα έξω στα τυφλά».
Και συνέχισε για τη στιγμή που βρισκόταν πλέον έξω από το βαγόνι: «Με το που κρύωσα, σταμάτησα να κουνιέμαι. Ενιωθα ότι έμεινα παράλυτος. Ο ουρανός είχε γίνει πορτοκαλί και νόμιζα θα πεθάνω, θα με κάψει η φωτιά. Ακουγα ουρλιαχτά. Με σήκωσαν δύο άτομα και με άφησαν σε ένα δεντράκι. Ημουν ήδη ημιλιπόθυμος όταν ήρθαν τα ασθενοφόρα».
«Είναι έγκλημα, όχι μόνο δυστύχημα»
Στη σημερινή συνεδρίαση κατέθεσαν επίσης μάρτυρες που επέβαιναν στο δεύτερο και στο τρίτο βαγόνι. Αρχικά κατέθεσαν τέσσερις φίλες και ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που ταξίδευαν στο τρίτο βαγόνι.
«Ξύπνησα με ένα μεγάλο χτύπημα. Είχα πεταχτεί από τη θέση μου προς τη μηχανή και ήμουν μπλεγμένη με άλλα άτομα. Αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Είναι έγκλημα, όχι μόνο δυστύχημα. Δεν μπορούμε να φροντίζουμε να λειτουργεί ένα σύστημα με δύο γραμμές; Αυτό μου φέρνει οργή. Ο καθένας σε κάθε δουλειά έχει υπευθυνότητα. Είσαι υπουργός; Εχεις ευθύνη. Είσαι καθαρίστρια; Εχεις ευθύνη. Πρέπει να κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει για να είμαστε ασφαλείς πολίτες» κατέθεσε η Χέιζελ Λοραίν Χάγγινς.
Ο σύζυγος της κ. Χάγγινς, Πέτρος Σταυρόπουλος, κατέθεσε: «Αυτό που μας συνέβη ήταν πρωτοφανές. Είμαι από τους τυχερούς που κατόρθωσα και βγήκα από αυτή την την τρομερή σύγκρουση και επέζησα. Ευχαριστώ τον Θεό που με βοήθησε. Εύχομαι η ελληνική πολιτεία να φροντίσει να αποδοθεί δικαιοσύνη σε αυτό το συμβάν ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον».
Από το δεύτερο βαγόνι κατέθεσαν επίσης ο Δημήτριος Κωσταρέλος και ο Κωνσταντίνος Τοπουζίδης.
«Εγινε το μπαμ, νόμιζα ήταν εκτροχιασμός. Ηταν το χάος για 10-12 δευτερόλεπτα. Χτυπούσα παντού, δεξιά αριστερά, μπροστά. Ενιωθα οτι πηγαίνουμε γύρω γύρω. Ηταν αναποδογυρισμένο το βαγόνι. Το πρώτο πράγμα ήταν να δω αν μπορώ να πατήσω κάπου. Γλιστρούσα μέσα στο κουπέ. Υπήρχαν εστίες φωτιάς μέσα στο βαγόνι» κατέθεσε ο κ. Κωσταρέλος.
«Ακολούθησε χαμός, τρία άτομα χτυπιόμαστε μεταξύ μας, και αφού σταμάτησε η σύγκρουση το βαγόνι ήταν σε κλίση. Είχαν συμπιεστεί και είχαν γίνει ένα. Είδα εστία φωτιάς έξω από το βαγόνι, καπνό. Κατευθείαν με κυρίευσε το αίσθημα επιβίωσης και είπα πώς θα φύγουμε. Με το που βγήκα στον δρόμο κατέρρευσα. Οι τύψεις του επιζώντα και οι τύψεις που δεν βοήθησα με βαραίνουν μέχρι και τώρα. Το βασικό πρόβλημα μετά τα Τέμπη είναι ότι νιώθω εγκλωβισμένος. Δεν νιώθω καθόλου ασφάλεια σε αυτή τη χώρα» κατέθεσε ο κ.Τοπουζίδης.
Επισήμανε επίσης πως όταν κατάφεραν να βγουν στον δρόμο υπήρχε σταθμευμένο λεωφορείο και ένας αστυνομικός τους είπε ότι αν θέλουν μπορούν να επιβιβαστούν για να συνεχίσουν στη Θεσσαλονίκη ή να πάνε στα ασθενοφόρα που είχαν φτάσει.
Η δίκη συνεχίζεται την Τεταρτη 18 Νοεμβρίου.




























