ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Ο Γαλατάς περιμένει τον Μ. Θεοδωράκη: «Είναι τιμή που επιστρέφει ο συγχωριανός μας»

Η ταφή του Μίκη Θεοδωράκη στον Γαλατά γεμίζει με περηφάνια τους κατοίκους, που διηγούνται στην «Κ» ιστορίες του παρελθόντος

Kathimerini.gr

Ηλιάνα Μάγρα

Ο ορίζοντας είναι ανοιχτός – εκτάσεις πράσινου και γαλάζιος ουρανός γεμίζουν τα μάτια, κρητικά βουνά ξεχωρίζουν στο βάθος, κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού θροΐζουν με τον αέρα χακί και ασημένια φύλλα ελιάς. Εκεί σε έχουν οδηγήσει δύο ταμπέλες, ή μάλλον μία ταμπέλα σε σχήμα βέλους, και ένα χαρτί κολλημένο με σκληρή, καφέ ταινία σε ένα λευκό τοίχο – πάνω είναι ζωγραφισμένο ένα βελάκι που θυμίζει πυροτέχνημα, ενώ με κεφαλαία γράμματα που θα μπορούσαν να είναι παιδικά, γράφει: MIKIS HOUSE. Στην εξωτερική πλευρά του αύλειου χώρου κυματίζει η ελληνική σημαία, ενώ δίπλα σε μια ροδιά ξεπροβάλλει μια ταμπέλα – «Εργο: Ανάπλαση – Αποκατάσταση – Επισκευή Κατοικίας Οικογένειας Μ. Θεοδωράκη». Οι κάτοικοι του Γαλατά, του κρητικού χωριού κοντά στα Χανιά από το οποίο ήταν ο πατέρας του Μίκη Θεοδωράκη, εκεί όπου είναι θαμμένοι ο πατέρας, η μητέρα και ο αδελφός του και όπου ήταν ρητή του επιθυμία να ταφεί και ο ίδιος, λένε πως μέχρι τον θάνατό του, ο αδελφός του Μίκη παραθέριζε συνέχεια σε αυτό το σπίτι. Και τον ίδιο όμως τον είχαν δει αρκετές φορές στο χωριό. Οι περισσότεροι κάτοικοι θυμούνται να τον βλέπουν ίσως πρώτη φορά στη συναυλία που έδωσε στον Γαλατά όταν πέθανε ο πατέρας του, και μετά στα 80στά του γενέθλια, όταν ο δήμος οργάνωσε γιορτή στο χωριό. Θυμούνται να τον ακούν κρυφά και περήφανα επί χούντας, μετά να τον ψηφίζουν βουλευτή. Τώρα, όλοι τους νιώθουν περήφανοι που ο Μίκης Θεοδωράκης επέλεξε να ταφεί στον Γαλατά, αποδεικνύοντας περίτρανα τον ρόλο που εκείνοι εδώ και δεκαετίες του έχουν αναθέσει: χωριανός.

«Είμαστε περήφανοι»

«Χωριανός μας ήταν, είναι τιμή για το χωριό, ήταν ένας άνθρωπος παγκόσμιας εμβέλειας, ασχέτως της κομματικής ταυτότητας», λέει στην «Κ» ο Μανώλης Καλαϊτζάκης. «Δεν είναι μικρό πράγμα, πάντα τον Μίκη τον θεωρούσαμε χωριανό», αναφέρει ο 66χρονος Παναγιώτης Αρώνης. «Είναι καλό να μην ξεχνάμε τις ρίζες μας», δηλώνει ο 44χρονος Στέφανος, τονίζοντας πως ολόκληρο το χωριό αντιλαμβάνεται τη σημασία του να γίνει η κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη στον Γαλατά, ένα χωριό αρκετά άγνωστο εκτός Κρήτης που θα γίνει διεθνώς γνωστό έστω και για λίγο, έστω και για την Πέμπτη, την ημέρα της ταφής, και θα μείνει για πάντα στην ιστορία ως το μέρος της τελευταίας και αιώνιας κατοικίας ενός αιώνιου ανθρώπου. «Αναγνωρίζεται το χωριό μας», συμπληρώνει ο Στέφανος, «είμαστε περήφανοι που ήταν από εδώ», λέει η 68χρονη Στέλλα. Ο ίδιος στιγμάτισε όχι μόνο το χωριό της, αλλά και τα παιδικά της χρόνια, όταν απαγορευόταν να παίζουν τα τραγούδια του, αλλά επειδή αντιστεκόταν εκείνος, ο σπουδαίος συγχωριανός τους, αντιστέκονταν κι αυτοί. «Σε έκανε να τον αγαπάς ακόμα περισσότερο», σημειώνει, «επειδή αντιστεκόταν». Αλλοι πάλι, δεν άκουγαν μόνο τα τραγούδια του. «Στη δεκαετία του ’60 ήμουν κι εγώ ένας “Λαμπράκης”», δηλώνει στην «Κ» ο 77χρονος Μανώλης Γιάγκος, αναφερόμενος στη «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», η οποία δημιουργήθηκε μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Πρόεδρός της ήταν ο Μίκης. Πέραν του ότι ήταν γείτονες, ο κ. Γιάγκος γνώρισε τον Μίκη προσωπικά καθώς ο θείος του ήταν συναγωνιστής του στη Μακρόνησο. «Μετά από το ’49 που ήρθε από τη Μακρόνησο, έγινε πανηγύρι στο σπίτι του», λέει, ενώ αργότερα τον έζησε περισσότερο. «Πολλά βράδια καθόμασταν και μιλάγαμε, πίναμε τσικουδιές, αγαπούσε εμάς τα παιδιά», δηλώνει. Θυμάται μια φορά να είναι στο σπίτι του και να θαυμάζει το χρυσό Ζ που φορούσε στο πέτο του. «Το έβγαλε έτσι και μου το έδωσε», αναφέρει ο κ. Γιάγκος. «Εγώ δεν πιστεύω πως έχει πεθάνει, στη μνήμη μου είναι συνέχεια, και θα είναι», τονίζει, «για αυτό υπάρχει η λέξη αθάνατος».

Αν κανείς δεν γνωρίζει πως η καταγωγή του Μίκη Θεοδωράκη είναι από τον Γαλατά Χανίων, σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από τα Χανιά, δεν θα το καταλάβαινε με μια επίσκεψη, τουλάχιστον όχι στην πλατεία. Δεν υπάρχουν προτομές ή αγάλματα, μεγάλες πινακίδες προς το σπίτι του, από τα παράθυρα και τα ραδιόφωνα δεν ακούγεται «Το περιγιάλι το κρυφό» ή το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο» ή «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» – στο μικρό σούπερ μάρκετ/καφέ στην κεντρική πλατεία, το ραδιόφωνο παίζει Βέρτη και Ρέμο. Ο κ. Γιάγκος λέει πως θα βάλουν πινακίδες, όχι αυτοσχέδιες, για το σπίτι του και θα ονομάσουν τον δρόμο που οδηγεί εκεί «Μίκη Θεοδωράκη», προς τιμήν του. Μόλις όμως ακολουθήσει κανείς τις υπάρχουσες πινακίδες και φτάσει στο σπίτι με την ελληνική σημαία που αγναντεύει το κρητικό πράσινο, βλέπει πως εκεί έχουν ήδη βρεθεί και άλλοι. Η εξωτερική πόρτα του κήπου είναι γεμάτη λουλούδια –κόκκινα τριαντάφυλλα, λευκά γαρίφαλα, πορτοκαλιές καλέντουλες– και σημειώματα.

Κάποια είναι γραμμένα στα αγγλικά και οι συγγραφείς υπογράφουν από χώρες όπως η Νορβηγία ή το Βέλγιο, κάνοντάς με να αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εδώ, ενώ δεν έχουν περάσει ούτε πέντε μέρες από τον θάνατο του Μίκη, άφησαν λουλούδια και μηνύματα. Στα περισσότερα ελληνικά σημειώματα, μια κοινή λέξη φιγουράρει: αθάνατος. Κάποια είναι υπογεγραμμένα από «τους αγαπημένους σου γείτονες», σε ένα άλλο γραμμένες είναι απλά δυο λέξεις «Σε ευχαριστώ». Δεν χρειάζονται προτομές, ούτε καν τραγούδια – είναι ξεκάθαρο. Ο Μίκης είναι ήδη εδώ, ζει μέσα από τους ανθρώπους. «Λυπούμαστε πολύ» για τον θάνατό του, λέει η Αγωνία Παγώνη στο καφενείο του Γαλατά, «αλλά χαίρομαι» που θα ταφεί εδώ. «Γιατί θα τον δω», τονίζει, «για τελευταία φορά».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση