
Βασίλης Νέδος
Τα σήματα όξυνσης της έντασης που εκπέμπει τελευταία η Αγκυρα στα ελληνοτουρκικά, είτε ευθέως, όπως έγινε μέσω του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν και της εκ νέου αύξησης του αριθμού παραβιάσεων στο Αιγαίο, είτε εμμέσως, μέσα από τους διαύλους του ΝΑΤΟ, γίνονται αντιληπτά από την Αθήνα ως ενταγμένα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διπλωματικής τακτικής με πολύ χειροπιαστούς και συγκεκριμένους στόχους.
Η νατοϊκή διάταξη
Πρώτον, η Αγκυρα επιθυμεί να αναδείξει την «προσωρινότητα» των μέτρων θωράκισης της ελληνικής επικράτειας αλλά και συμμάχων και εταίρων στο ΝΑΤΟ (Βουλγαρία) και την Ε.Ε. (Κυπριακή Δημοκρατία).
Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται αφενός με δηλώσεις όπως αυτές του κ. Φιντάν περί απόπειρας περικύκλωσης της Τουρκίας από μη φιλικές δυνάμεις (Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ), αλλά και με την ανάδειξη, από τον ίδιο τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του υπολογισμού από πλευράς της Αγκυρας ότι η λήξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα σημάνει και την ταυτόχρονη επαναφορά της αμυντικής διάταξης του ΝΑΤΟ και των Ευρωπαίων στο status quo ante.
Βέβαια, όπως φάνηκε πρόσφατα από τα επεισόδια στην Πράσινη Γραμμή (Πύλα) οι κατοχικές δυνάμεις επιχείρησαν για ακόμα μια φορά να αλλοιώσουν το καθεστώς στην ουδέτερη ζώνη στην Κύπρο, αμφισβητώντας ευθέως τη δικαιοδοσία των Κυανόκρανων της UNFICYP.
Το δήθεν μορατόριουμ
Δεύτερον, η Αγκυρα υπενθυμίζει στην Αθήνα τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία ερμηνεύει τη Διακήρυξη των Αθηνών. Και με βάση αυτή την τουρκική ερμηνεία στο Αιγαίο επικρατεί ένα άτυπο μορατόριουμ που εκτείνεται όχι μόνο στις ασκήσεις (και τους περιορισμούς που είναι κάπως χορογραφημένοι στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης – ΜΟΕ), αλλά και στις έρευνες υδρογονανθράκων.
Επιπλέον, δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανέλαβε και τις θέσεις της Αγκυρας για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, υπενθυμίζοντας στην Αθήνα τις τουρκικές προτεραιότητες. Για την Αγκυρα, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην παρούσα φάση είναι το αόρατο τείχος που βρήκε στο ΝΑΤΟ κατά τις διαμαρτυρίες για την ελληνική «ομπρέλα» αεράμυνας στην Κάρπαθο αλλά και τη Βουλγαρία (Λήμνος και Εβρος).
Τις αμέσως επόμενες ημέρες θα φανεί κατά πόσον θα επαναληφθούν και θα ενταθούν οι πιέσεις της Αγκυρας, μετά την απόφαση να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ και να προωθηθούν σε δεύτερο χρόνο οι συνομιλίες Ισραήλ και Λιβάνου.
Οι βολές Μπάρακ
Τρίτον και κυριότερο, όπως αναδεικνύουν και οι δημόσιες δηλώσεις του πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, περί επιστροφής της Αγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις που εξελίσσονται τον τελευταίο χρόνο επιταχύνθηκαν εν μέσω της δεύτερης φάσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Ηδη η ουσιαστικά ανύπαρκτη τουρκική αεράμυνα προκάλεσε επαφές ανάμεσα σε Αγκυρα και Ουάσιγκτον για εξεύρεση «ταχείας» λύσης στο ζήτημα των S-400 προκειμένου να ξεπεραστεί το εμπόδιο των κυρώσεων CAATSA και να ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή των F-35.
Ο κ. Μπάρακ έκανε, βέβαια, έναν μάλλον ατυχή παραλληλισμό με τους S-300 που βρίσκονται στην Κρήτη και κατέληξαν εκεί το 1999 και όχι στην Κύπρο (χώρα που δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ) διότι η Αγκυρα έθεσε θέμα απειλής όχι μόνο του ψευδοκράτους αλλά και της τουρκικής επικράτειας. Η μεταφορά του –απαρχαιωμένου πλέον– συστήματος έγινε σε πλήρη συνεννόηση με τις ΗΠΑ, όπως άλλωστε και η δοκιμαστική βολή που έγινε μετά σχεδόν 15 χρόνια στο Πεδίο Βολής Κρήτης, παρουσία Αμερικανών αξιωματικών.
Το ζήτημα της επιστροφής της Τουρκίας στα F-35 αναθερμάνθηκε την επομένη κιόλας της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Η Ελλάδα, βέβαια, επαφίεται σε σημαντικό βαθμό στην επιρροή του εβραϊκού λόμπι στην Ουάσιγκτον. Ωστόσο και αυτή έχει τα όριά της, ειδικά καθώς ο κ. Τραμπ έχει εκπεφρασμένη βούληση όχι απλά να επιτρέψει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, αλλά να τη φέρει ξανά –κατά το δυνατόν– πιο κοντά στο Ισραήλ.
Η ισραηλινή παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς από το γραφείο του κ. Νετανιάχου στην Ιερουσαλήμ περνούν αρκετές αποφάσεις που θα κρίνουν το μέλλον στην περιοχή. Οσο περνάει ο καιρός γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι οι συγκρούσεις που παρήγαγαν τα ειδεχθή γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, έχουν παρασύρει το Ισραήλ σε μια σειρά αλληλένδετων επεμβάσεων. Η δράση του ισραηλινού στρατού έχει ως βασικό στοιχείο την ασφάλεια του κράτους έναντι των βαλλιστικών απειλών του Ιράν, της Χεζμπολάχ, της Χαμάς και άλλων –πλέον λιγότερο πρόθυμων– αντιπροσώπων της Τεχεράνης όπως οι Χούθι.
Στην Αθήνα γνωρίζουν πολύ καλά ότι όσο και αν οι Αμερικανοί πιέζουν προς την κατεύθυνση της συμφιλίωσης Ισραήλ και Τουρκίας, το «ταγκό» Νετανιάχου και Ερντογάν είναι καταδικασμένο σε αδιέξοδο, όπου για κάθε βήμα μπρος, ακολουθούν δύο βήματα προς τα πίσω. Σε αυτό το πλαίσιο είναι πολύ σημαντική η σχέση των μυστικών υπηρεσιών Τουρκίας και Ισραήλ που παραμένει λειτουργική – αν και τραυματισμένη. Ενώ δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το νατοϊκό ραντάρ του Κιούρετζικ στη νοτιοανατολική Τουρκία, που βρέθηκε και στο στόχαστρο ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων το προηγούμενο χρονικό διάστημα, παρείχε πληροφορίες και στις δυνάμεις του Ισραήλ.
Στην Αθήνα αντιλαμβάνονται τη δυναμική που ενυπάρχει, ειδικά σε μια φάση αναπροσδιορισμού των σχέσεων στο σύνολο της Μέσης Ανατολής, γι’ αυτό και προετοιμάζονται αναπτύσσοντας κατά το δυνατόν έντονη διπλωματική δράση και στην υπόλοιπη περιοχή. Η βοήθεια της Ελλάδας στη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), και η παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ασπίδες», είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της χώρας και αποτελεί ένα διαπραγματευτικό χαρτί, που μπορεί να αξιοποιηθεί καταλλήλως.




























