Kathimerini.gr
Γράφει ο Θύμιος Τζάλλας
Μέσα σε μία εβδομάδα η βρετανική κοινωνία παρακολούθησε δύο βίντεο που δεν αντέχονται. Στο πρώτο, ο 18χρονος φοιτητής Χένρι Νόβακ πεθαίνει στα χέρια αστυνομικών ενώ τον συλλαμβάνουν στο Σαουθάμπτον, τον περασμένο Δεκέμβριο. Ο Νόβακ λέει, ξανά και ξανά, στους αστυνομικούς ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει, αλλά εκείνοι δεν τον πιστεύουν. «Με έχουν μαχαιρώσει», επαναλαμβάνει τέσσερις φορές. «Δεν νομίζω, φίλε», του απαντάει ο αστυνομικός, ενώ τον ακινητοποιεί στο έδαφος και του περνάει τις χειροπέδες πίσω από την πλάτη του. Ο Νόβακ πράγματι είχε μαχαιρωθεί με ένα τελετουργικό στιλέτο από τον 23χρονο Βίκραμ Ντίγκουα. Ο δράστης το κουβαλούσε ως σύμβολο της θρησκείας των Σιχ. Καταδικάστηκε σε ισόβια (με ελάχιστη ποινή τα 21 χρόνια).
Μία εβδομάδα αργότερα, οι περαστικοί στο βόρειο Μπέλφαστ κατέγραψαν στα κινητά τους τον Χάντι Αλοντίντ, 30 ετών, υπήκοο του Σουδάν, στον οποίο χορηγήθηκε άδεια παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2023, να επιτίθεται στον 44χρονο Στίβεν Ογκιλβι. Τα πλάνα παραπέμπουν σε προσπάθεια αποκεφαλισμού.
Οι επιθέσεις σημειώθηκαν στις δύο άκρες της χώρας, σε περιοχές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους: στον νότο του Σαουθάμπτον, εκεί που «πιο Αγγλία δεν γίνεται», και στη Βόρειο Ιρλανδία, μία χώρα στην οποία το ζήτημα της απόσχισής της από το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έπαψε ποτέ να είναι στην ατζέντα. Η αλληλουχία των γεγονότων, όμως, είναι πανομοιότυπη, σαν να ακολουθείται κάθε φορά ένα πρωτόκολλο. Στην αρχή το σοκαριστικό βίντεο, μετά η ταυτοποίηση του δράστη, κατόπιν οι αντιμεταναστευτικές αναρτήσεις στα social media, με τον μονίμως εξοργισμένο Ελον Μασκ να πρωτοστατεί. Ακολουθεί ο Νάιτζελ Φάρατζ να ανάβει τα αίματα με τον δικό του θυμό και στο τέλος, οι ταραχές στους δρόμους. Τούβλα εις βάρος των αστυνομικών στο Σαουθάμπτον, εμπρησμοί σπιτιών στη Βόρειο Ιρλανδία, εκεί όπου ο αντικαθολικός σεχταρισμός των ακραίων προτεσταντών μετασχηματίζεται σε οργή κατά των ξένων γενικώς.
Εκ πρώτης όψεως, τα επιχειρήματα εναντίον της βρετανικής αστυνομίας και της κυβέρνησης είναι συντριπτικά. Στο Σαουθάμπτον οι αστυνομικοί δεν αντιμετώπισαν το περιστατικό ως ανθρωποκτονία, αλλά ως ρατσιστική επίθεση, απλώς γιατί αρκέστηκαν σε μία καταγγελία της στιγμής – ο δράστης τους είπε ότι ο Νόβακ του επιτέθηκε με ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς και του πέταξε το τουρμπάνι από το κεφάλι. Μπέρδεψαν τον θύτη με το θύμα και μάλιστα όχι τυχαία, αφού αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο εκπαιδεύονται να αντιμετωπίζουν παρόμοια περιστατικά. Στο εγχειρίδιο με το οποίο εκπαιδεύονται οι Βρετανοί αστυνομικοί αναφέρεται ότι κάποιες φορές δεν υπάρχουν «χειροπιαστά» αποδεικτικά στοιχεία, ώστε ο αστυνομικός να ξέρει με βεβαιότητα ότι η φυλετική διάκριση συνέβαλε στο περιστατικό. Σε αυτές τις ασαφείς περιπτώσεις, τo πρώτο μέλημα είναι να μη νιώσει ο καταγγέλλων ότι οι ανησυχίες του δεν ελήφθησαν σοβαρά υπ’ όψιν από την αστυνομία.
Πώς είναι λοιπόν δυνατόν οι αστυνομικοί να μη φτάσουν στη σκηνή κουρδισμένοι, ώστε να εντοπίσουν τον ρατσισμό ακόμη και εκεί όπου φαινομενικά δεν υπάρχει; Πώς να μην εγγράψουν στιγμιαία στη συνείδησή τους τον μειονοτικό Ντίγκουα ως τον άνθρωπο που πρέπει να προστατεύσουν; Μέσα σε αυτό το δυστοπικό woke σκηνικό, λένε πολλοί επικριτές της αστυνομίας, o λευκός είναι εξ ορισμού ο κατηγορούμενος, ο μαύρος το θύμα. Το αντίστροφο πρέπει να αποδειχθεί, αλλά στις αστυνομικές επιχειρήσεις, όπως είδαμε στο Σαουθάμπτον, κάθε δευτερόλεπτο μετράει και στοιχίζει ζωές.
Ακόμη και για το στιλέτο που κουβαλούσε ο δράστης είχε προνομιακή μεταχείριση. Η κατοχή του είναι παράνομη για οποιονδήποτε άλλον εκτός των Σιχ στη Βρετανία. Ακριβώς επειδή η κατοχή ενός θρησκευτικού μαχαιριού είναι νόμιμη, όχι απλώς μπορεί κάποιος να περιφέρεται με αυτό, αλλά και η ποινή θα είναι πιο ευνοϊκή για εκείνον στο ζήτημα της οπλοκατοχής.
Ο Τζέιμι Κόρι στέκεται έξω από το καμένο σπίτι του, ύστερα από τις βίαιες διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο Μπέλφαστ μετά την επίθεση εναντίον του 44χρονου Στίβεν Ογκιλβι από τον Σουδανό Χάντι Αλοντίντ. «Δεν ήταν ακροδεξιοί, ούτε εξτρεμιστές», είπε ο Νάιτζελ Φάρατζ για όσους συμμετείχαν στις ταραχές· «ήταν απλώς άνθρωποι που φοβούνταν πραγματικά για όσα συμβαίνουν στις κοινότητές τους και για την έλλειψη κυβερνητικής δράσης». Φωτ. AP / Peter Morrison
Φωνές αγανάκτησης
Πόσες αποδείξεις ακόμη χρειαζόμαστε για να διαπιστώσουμε ότι πράγματι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στην αστυνόμευση; Είναι ένας woke ζυγός, φωνάζουν οι λαϊκιστές, τον οποίο έχουν επιβάλει οι βρετανικές φιλελεύθερες ελίτ σε κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής. Γι’ αυτό και επίδοξοι δολοφόνοι μπαινοβγαίνουν οπλοφορώντας στα ιρλανδικά σύνορα χωρίς έλεγχο. Eίναι μετανάστες και εξ ορισμού η θέση μας απέναντί τους είναι να τους εμπιστευόμαστε.
«Αυτό που νιώθω όταν βλέπω το βίντεο είναι καθαρή οργή. Οι ζωές των λευκών δεν μετρούν, έχουμε αστυνόμευση δύο ταχυτήτων», είπε ο Φάρατζ σε επείγουσα συνέντευξη Τύπου για να σχολιάσει το βίντεο του Σαουθάμπτον. Λίγα 24ωρα αργότερα, τον ίδιο ισχυρισμό επανέλαβε και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς: «Ο Χένρι Νόβακ θα έπρεπε να είναι ακόμη ζωντανός, αν οι ευρωπαϊκές ελίτ είχαν αντισταθεί στη μαζική εισβολή μεταναστών (…). Κάθε φορά που χάνεται μια ζωή σαν τη δική του, η δέουσα αντίδραση –η μόνη αντίδραση– είναι η δίκαιη οργή». Μία εβδομάδα αργότερα, ο Φάρατζ έδωσε άφεση αμαρτιών και στους ταραξίες του Μπέλφαστ. Παραδέχθηκε μεν ότι υπήρξαν και ακραία στοιχεία που έκαναν «κακά πράγματα», αλλά τόνισε ότι όσοι βγήκαν στους δρόμους «δεν ήταν ακροδεξιοί, ούτε εξτρεμιστές· ήταν απλώς άνθρωποι που φοβούνταν πραγματικά για όσα συμβαίνουν στις κοινότητές τους και για την έλλειψη κυβερνητικής δράσης».
Ομως τα πράγματα είναι, όπως συνήθως, διαφορετικά από τον τρόπο που τα αφηγούνται ο αρχηγός του Reform και ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.
Στο Σαουθάμπτον, την αστυνομία ειδοποίησε με τηλεφώνημα στο 999 ο αδελφός του δράστη, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε ρατσιστική επίθεση: «Είμαστε Σιχ και φοράμε τουρμπάνια, και αυτός επιτέθηκε στον αδελφό μου», ακούγεται να λέει στην καταγεγραμμένη συνομιλία ο Γκουρπρίτ Ντίγκουα. Επομένως, οι αστυνομικοί κλήθηκαν για να διερευνήσουν μία καταγγελία για ρατσιστική επίθεση, όχι ανθρωποκτονία. Κατάλαβαν το λάθος τους ύστερα από ένα λεπτό, προσπάθησαν να βοηθήσουν τον Νόβακ, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο δικαστής Γουίλιαμ Μάουσλι, ο οποίος καταδίκασε τον Ντίγκουα σε 21 χρόνια κάθειρξης, ανέφερε ότι το θύμα δεν θα επιζούσε ακόμη και αν οι αστυνομικοί τα είχαν κάνει όλα σωστά.
Προβληματικό πάντως είναι και το επιχείρημα της θρησκευτικής ανοχής για το μαχαίρι. Πράγματι, όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά σε πολλές δυτικές χώρες οι Σιχ επιτρέπεται να φέρουν ένα μικρό τελετουργικό μαχαίρι («κιρπάν») στον λαιμό τους. Ομως, ο δράστης δεν χρησιμοποίησε αυτό το μαχαίρι για να σκοτώσει τον Νόβακ, αλλά ένα στιλέτο με λεπίδα 21 εκατοστών. Ο Ντίγκουα καταδικάστηκε όχι μόνο για ανθρωποκτονία, αλλά και για την κατοχή του συγκεκριμένου στιλέτου. Εξίσου προβληματικός είναι και ο ισχυρισμός του Τζέι Ντι Βανς ότι η δολοφονία είναι το αποτέλεσμα της μαζικής εισβολής μεταναστών. Στη Βρετανία η μετανάστευση εκτοξεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια, αλλά τα επίπεδα ανθρωποκτονιών είναι τα χαμηλότερα εδώ και μισό αιώνα. Οι μετανάστες αυξάνονται στην Αγγλία και στην Ουαλλία, αλλά τα εγκλήματα μειώνονται. Ειδικά η Βόρειος Ιρλανδία φιλοξενεί λιγότερους μετανάστες και αιτούντες άσυλο από σχεδόν κάθε άλλη περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ανταγωνισμός στα δεξιά
Αν θέλουμε να εξηγήσουμε πώς διεξάγεται η συζήτηση αυτές τις ημέρες στο Σαουθάμπτον και στο Μπέλφαστ, πρέπει να μεταφερθούμε στο Μάντσεστερ. Εκεί, στην περιοχή του Μέικερφιλντ, στις 18 Ιουνίου διεξάγεται μία μεγάλη αναμέτρηση και το Reform χωλαίνει. Είναι οι επαναληπτικές εκλογές στις οποίες ο Εργατικός Αντι Μπέρναμ κυνηγάει την έδρα με απώτερο στόχο την αντικατάσταση του Στάρμερ στην πρωθυπουργία. Το Reform έχει διασπαστεί γιατί ο αρχηγός του, με το άνοιγμα που επιχειρεί σε ευρύτερα εκλογικά στρώματα, καταγγέλλεται από κάποιους πρώην συντρόφους ως «προσκυνημένος». Ο Ρούπερτ Λόου, πρώην βουλευτής του Reform, εκδιώχθηκε από το κόμμα, έφτιαξε το Restore και τώρα στερεί ένα κρίσιμο 7% από τον Φάρατζ στη μάχη του Μέικερφιλντ.
Ο Λόου δεν παίζει με τις λέξεις ώστε να φανεί αρεστός. Λέει στον κόσμο πως δράστες όπως ο Ντίγκουα πρέπει να απαγχονίζονται (θεωρεί ότι η θανατηφόρος ένεση αποτελεί «woke» τρόπο εκτέλεσης). «Εκατομμύρια πρέπει να φύγουν», έγραψε στο ποστ με ένα screenshot από την επίθεση του Μπέλφαστ.
Ο Φάρατζ ψάχνει να βρει τις δικές του λέξεις για να συνομιλήσει με αυτόν τον κόσμο. Είναι ένας ψυχρός υπολογισμός, αλλά αυτή τη φορά φαίνεται ότι δεν του βγαίνει. Την περασμένη εβδομάδα, στην Ωρα του Πρωθυπουργού, είχαμε μια πρωτοφανή πολιτική συνθήκη. Βουλευτές από όλα τα έδρανα και όλα τα κόμματα ξεσηκώθηκαν απέναντι στον αρχηγό του Reform, ζητώντας του να καταδικάσει τη βία, αντί να την υποκινεί. Ηταν η πρώτη φορά που ο Φάρατζ έμοιαζε να χάνει την επαφή με το λαϊκό αίσθημα όπως εκφράστηκε από την οικογένεια του Νόβακ, που ζήτησε να μη γίνει η δολοφονία του ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Την ίδια ακριβώς αυτοσυγκράτηση ζήτησε και η οικογένεια του Ογκιλβι στο Μπέλφαστ. Σαν ο Φάρατζ να μην τα ζυγίζει αυτή τη φορά σωστά και να γέρνει προς τους ακραίους υπό τον φόβο ότι θα χάσει μία αναμέτρηση που παρακολουθεί όλη η Βρετανία.
Ο Τζέιμι Κόρι στέκεται έξω από το καμένο σπίτι του, ύστερα από τις βίαιες διαδηλώσεις που ξέσπασαν στο Μπέλφαστ μετά την επίθεση εναντίον του 44χρονου Στίβεν Ογκιλβι από τον Σουδανό Χάντι Αλοντίντ.
Η πολιτικός που ξεχώρισε για τη στάση της είναι η αρχηγός των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ. Στήριξε την αστυνομία, αλλά ζήτησε ψύχραιμη διερεύνηση των καίριων ερωτημάτων που χάθηκαν μέσα στον θόρυβο. Αν δηλαδή η αντιρατσιστική εκπαίδευση όντως αποπροσανατολίζει τους αστυνομικούς, ακόμη και αν γίνεται με καλή πρόθεση. Δεύτερον, αν ο νόμος πρέπει να αλλάξει ώστε να γίνουν σαφή τα κριτήρια με τα οποία ένα μαχαίρι μπορεί να χαρακτηριστεί τελετουργικό. Πάντως και η ίδια φαίνεται να αναγνωρίζει ότι το κύμα Φάρατζ – Λόου ήρθε για να μείνει. Η Μπάντενοχ λέει ότι δεν θα σταθεί εμπόδιο σε κυβέρνηση του Φάρατζ, αν η μοναδική εναλλακτική λύση είναι η Αριστερά. Οι Συντηρητικοί έχουν ήδη ατύπως παραχωρήσει στον Ρούπερτ Λόου τη θέση που τους αντιστοιχεί στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων. Μέχρι πρόσφατα το δίδυμο δρούσε εκτός «συστήματος», τώρα και οι δύο, πάντα εξοργισμένοι, παίρνουν σιγά σιγά τις θέσεις τους στην καρδιά των πολιτικών θεσμών.




























