Kathimerini.gr
Οταν κανονίσαμε τη συνέντευξη με τον Κάρλο Μασάλα πριν από λίγες εβδομάδες, ο σκοπός ήταν να εστιάσουμε στο πρόσφατο βιβλίο του, «If Russia Wins», που εξετάζει ένα ανατριχιαστικά αληθοφανές σενάριο ρωσικής εισβολής σε μικρή χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και την αποτυχία της Συμμαχίας να αντιδράσει αποφασιστικά. Οταν όμως συζητήσαμε μέσω τηλεδιάσκεψης το πρωί της Τετάρτης, η πιο πιεστική απειλή για το ΝΑΤΟ έμοιαζε να προέρχεται από τα δυτικά – από την ανανεωμένη όρεξη του Ντόναλντ Τραμπ να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, με ή χωρίς τη συναίνεση της Δανίας στην οποία σήμερα ανήκει.
Ξεκίνησα λοιπόν την κουβέντα με τον Μασάλα, καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Bundeswehr στο Μόναχο, ρωτώντας αν πλέον οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν πιο άμεση απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια από ό,τι η Ρωσία – και αν έχει δίκιο η πρωθυπουργός της Δανίας ότι η προσάρτηση της Γροιλανδίας από τον Τραμπ θα σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ.
«Η Ευρώπη θα πρέπει να ανησυχεί εξίσου για τις δύο απειλές, από τις ΗΠΑ και από τη Ρωσία, καθώς η μία ενισχύει την άλλη», απαντάει. «Το άρθρο 5 (του καταστατικού χάρτη του ΝΑΤΟ) ήδη βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης. Η απειλή της χρήσης βίας είναι κάτι που το έχουμε ξαναδεί, από την Τουρκία προς την Ελλάδα. Αλλά αυτές είναι δύο μεσαίου μεγέθους χώρες-μέλη. Τώρα έχουμε την ισχυρότερη δύναμη του ΝΑΤΟ να απειλεί στρατιωτικά ένα άλλο μέλος της Συμμαχίας. Αυτό είναι ήδη ένα μείζον πλήγμα για το άρθρο 5, ανεξαρτήτως αν θα πραγματοποιηθεί η απειλή».
Τώρα όλα είναι πιθανά
Θα το κάνει όμως ο Τραμπ; Θα επιχειρήσει να καταλάβει τη Γροιλανδία διά της βίας; «Μέχρι πριν από δύο εβδομάδες θα απαντούσα ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Θεωρούσα ότι ήταν απλώς μια εκστρατεία πίεσης προς τη Δανία και προς την αυτόνομη κυβέρνηση της Γροιλανδίας για να έχει την πρόσβαση που θέλει στην περιοχή. Εδώ που φτάσαμε, δεν θα απέκλεια τίποτα. Ο Ρούμπιο είπε ότι (οι Αμερικανοί) ετοιμάζουν κάποιου είδους προσφορά προς τις Αρχές της Γροιλανδίας. Το ερώτημα πλέον είναι τι θα γίνει αν οι Γροιλανδοί απορρίψουν αυτήν την προσφορά. Και δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να κάνουν οι Ευρωπαίοι – μόνο συμβολικές κινήσεις, όπως μια ναυτική αποστολή στην περιοχή σε ένδειξη αλληλεγγύης. Δεν θα πάνε όμως σε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη Γροιλανδία. Κανείς δεν θέλει να πολεμήσει τις ΗΠΑ, κανείς δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Ούτε υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος αποτροπής τους. Αν ο Τραμπ θέλει να πάρει τη Γροιλανδία, θα την πάρει».
Πώς σκέφτεται η Μόσχα για τα γεγονότα στη Βενεζουέλα, της οποίας ήταν στενή σύμμαχος; «Εχουμε μια ανάμεικτη αντίδραση. Από τη μία, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αποφασισμένες να διώξουν τη Ρωσία και την Κίνα από το δικό τους ημισφαίριο. Αυτό είναι μέρος του σκεπτικού για (το χτύπημα) στη Βενεζουέλα (όπως είναι και η έξωση της Χεζμπολάχ από τη χώρα). Από την άλλη, είναι πλέον πιο δύσκολο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να αμφισβητήσουν το ρωσικό αφήγημα σχετικά με την Ουκρανία. Εξ ου και η κριτική (για την αμερικανική επίθεση) που προέρχεται από τη Μόσχα είναι λιγότερο σκληρή από την κριτική που προέρχεται από το Πεκίνο. Η Ρωσία βλέπει τώρα ένα παράθυρο ευκαιρίας».
Μιλώντας τον Νοέμβριο στο BBC, ο Μασάλα είχε προβεί στην εκτίμηση ότι βιώνουμε την πιο επικίνδυνη συγκυρία για την Ευρώπη από την αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πλέον, μετά τη δημοσίευση της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ και τις πρόσφατες απειλές κατά της Γροιλανδίας, πιστεύει ότι η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη, «καθώς δεχόμαστε πίεση από δύο πλευρές – από τη Ρωσία και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αμφότερες ευθυγραμμίζονται στη θεώρηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως εχθρικής δύναμης. Και αυτό γιατί αμφότερες θέλουν μια αδύναμη Ευρώπη».
Ισχυρή εξάρτηση
Η «χλιαρή» αντίδραση των Ευρωπαίων στην αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα, όπως σημειώνει ο Μασάλα, αναδεικνύει «τον βαθμό εξάρτησης που εξακολουθεί να έχει η Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες – στην άμυνα αλλά και στην τεχνολογία». Αναδεικνύει επίσης, λέει, τον ευρωπαϊκό φόβο ότι μια πιο σθεναρή στάση θα είχε αρνητικές συνέπειες στη στάση της Ουάσιγκτον στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία. «Πρόκειται για μια καταστροφή για την Ευρώπη».
Μιλώντας για την Ουκρανία, θεωρεί ότι θα υπάρξει ειρήνη ή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μέσα στο 2026; Η απάντηση έρχεται πριν προλάβω να ολοκληρώσω την ερώτηση: «Οχι, δεν το πιστεύω καθόλου». Και εξηγείται: «Αυτά που συμφωνήθηκαν χθες στο Παρίσι (σ.σ.: στη συνάντηση της Συμμαχίας των Προθύμων με τους Αμερικανούς) έχουν απορριφθεί επανειλημμένως από τους Ρώσους – η παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Ουκρανία, με την υποστήριξη των Αμερικανών. Δεν βλέπω γιατί τώρα θα τα αποδεχθούν. Επιπλέον, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία για το Ντονμπάς, για το αν θα αποχωρήσουν οι Ουκρανοί από περιοχές που εξακολουθούν να ελέγχουν, ούτε για το πυρηνικό εργοστάσιο στη Ζαπορίζια. Αυτό που δεν μπορώ να αποκλείσω –και το λέω με επιφύλαξη, γιατί δεν είμαι οικονομολόγος– είναι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ρωσία να την οδηγήσουν σε αλλαγή στάσης στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, αν το καθεστώς θεωρήσει ότι η συνέχιση του πολέμου το αποδυναμώνει οικονομικά σε βαθμό που θα δημιουργήσει πρόβλημα στο εσωτερικό».
Το αντίστροφο σενάριο; Να επιταχυνθεί η ρωσική προέλαση και να πετύχει η Μόσχα στο πεδίο μάχης αυτά που δεν μπορεί να πετύχει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; «Κι αυτό είναι ένα πιθανό σενάριο. Αυτό που βλέπουμε είναι δύο παράλληλοι πόλεμοι φθοράς: ο ένας κατά των ουκρανικών δυνάμεων, που αντιμετωπίζουν θέμα αναπλήρωσης προσωπικού, και των βασικών υποδομών της Ουκρανίας, και ο άλλος κατά των βασικών υποδομών της Ρωσίας. Και το ερώτημα είναι ποιος θα εξαντληθεί πρώτος. Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχουν ενδείξεις κατάρρευσης του ουκρανικού μετώπου. Στον πόλεμο, φυσικά, είναι δύσκολο να κάνεις προβλέψεις και το μέτωπο είναι αδύναμο, αλλά οι Ουκρανοί καταφέρνουν να το σταθεροποιήσουν όποτε δέχονται επίθεση».
Μάρτιος 2028: Το σενάριο της ρωσικής νίκης
Η συζήτηση στρέφεται στο «If Russia Wins», το βιβλίο του Μασάλα που έγινε σχεδόν εν ριπή οφθαλμού μπεστ σέλερ στη Γερμανία. Στο σενάριο που περιγράφει, τον Μάρτιο του 2028, λίγο μετά τη νίκη της Ρωσίας στην Ουκρανία, ρωσικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τη ρωσόφωνη πόλη Νάρβα στην Εσθονία και ένα μικρό εσθονικό νησί και το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο με υπαρξιακή κρίση.
Η επιλογή της ημερομηνίας συνδέεται με το γεγονός ότι βρίσκεται εντός της δεύτερης τετραετίας Τραμπ;
«Επέλεξα το 2028 γιατί όταν έγραψα αυτό το μικρό βιβλίο, οι εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ανέφεραν το 2029 ως το έτος που οι Ρώσοι θα είναι έτοιμοι να επιτεθούν στην Ευρώπη, αν το θέλουν. Και σκέφτηκα ότι οι Ρώσοι, γνωρίζοντάς το αυτό, θα επιχειρούσαν να το κάνουν νωρίτερα, ώστε να επωφεληθούν από το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Δεύτερον, στάθηκα στους στόχους της Ρωσίας, όπως τους διατύπωσε ο Λαβρόφ στην επιστολή του προς τον Λευκό Οίκο και το αρχηγείο του ΝΑΤΟ τον Δεκέμβριο του 2021: Η Μόσχα επιδιώκει την αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού τοπίου ασφαλείας, να ανακτήσει τη σφαίρα επιρροής της. Δεν θέλουν αναγκαστικά περισσότερα εδάφη, την ανασύσταση της ΕΣΣΔ. Αλλά θέλουν να κυριαρχούν πολιτικά και οικονομικά επί των γειτόνων τους. Δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι οι στόχοι αυτοί έχουν αλλάξει. Και επέλεξα το σενάριο μιας μικρής κλίμακας εισβολής γιατί δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι θα εισέβαλλαν στην Πολωνία – το ρίσκο επίκλησης του άρθρου 5 θα ήταν σε αυτήν την περίπτωση υπερβολικά μεγάλο. Αντ’ αυτού, θεωρώ ότι θα δοκιμάσουν το μαλακό υπογάστριο του ΝΑΤΟ – πόλεις με ρωσικές μειονότητες, μικρά νησιά με λίγους κατοίκους κ.ο.κ. Και μπορεί να εκτιμούν σωστά ότι για τέτοια μικρά κομμάτια γης, το ΝΑΤΟ δεν θα ενεργοποιούσε το άρθρο 5. Αλλά –όπως και με τη Γροιλανδία– η μη επίκληση του άρθρου 5 σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ είναι νεκρό, και οι Ρώσοι θα έχουν πετύχει τον σκοπό τους».
Οι παλινωδίες
Πόσο επιτυχής έχει υπάρξει η προσέγγιση των Ευρωπαίων απέναντι στον Τραμπ – κολακεία, κατευνασμός και απεγνωσμένες επιχειρήσεις αποτροπής μιας συμφωνίας στην Ουκρανία κομμένης και ραμμένης στα μέτρα του Κρεμλίνου;
«Στην αρχή, η στρατηγική αυτή ήταν σωστή. Πλέον, μετά 11 μήνες κυβέρνησης Τραμπ, πρέπει να αποδεχθούμε πως δεν υπάρχει τρόπος διασφάλισης ότι θα συνεχίσει να εμπλέκεται στο πλευρό της Ουκρανίας», σημειώνει. Οση πρόοδος και να γίνεται στο διπλωματικό μέτωπο για μια κοινή ευρωαμερικανική γραμμή, «ο Τραμπ πάντα στρέφεται ξανά (υπέρ της Μόσχας). Ηταν σαφές ξανά πρόσφατα, με το τηλεφώνημα με το οποίο ο Πούτιν τον έπεισε ότι οι Ουκρανοί επιτέθηκαν στην οικία του. Συνεπώς, ό,τι και να συμφωνήθηκε χθες (σ.σ.: την Τετάρτη) στο Παρίσι, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι έως αύριο ο Τραμπ δεν θα αλλάξει πάλι πλευρά».
Η καλύτερη έκβαση, βραχυπρόθεσμα, για την Ουκρανία και την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αναγνωρίζει ο Μασάλα, είναι ο Τραμπ να αναστείλει τις αμερικανικές προσπάθειες διαμεσολάβησης, αλλά να συνεχίσει να παρέχει υποστήριξη σε επίπεδο πληροφοριών και πουλώντας αμυντικά συστήματα στους Ευρωπαίους για να τα δώσουν στους Ουκρανούς.
«Αυτό που δεν κατανοώ είναι γιατί η Ευρώπη δεν κατήρτισε το δικό της σχέδιο ειρήνης, ώστε να το προωθήσει στη συνέχεια στον Τραμπ. Ο λόγος, νομίζω, είναι ότι, παρά τα όσα έχουν συμβεί τους τελευταίους 11 μήνες, οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ είναι στο πλευρό μας. Και λίγες μόνο χώρες –αυτές που είναι πιο κοντά στα ρωσικά σύνορα, και η Γερμανία (στην Ελλάδα ήταν υψηλές ούτως ή άλλως)– έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες. Ακόμη δεν έχουμε πάρει στα σοβαρά την ιδέα ότι κάτι θεμελιώδες έχει αλλάξει στις διατλαντικές σχέσεις».



























