Λιγότερο από ένα 24ωρο μετά την υπογραφή της πολυαναμενόμενης συμφωνίας για την ανάπυξη πυρηνική συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας για ειρηνικούς σκοπούς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανέτρεψε τους όρους της, θέτοντας νέα προϋπόθεση: το Ριάντ θα πρέπει να προσχωρήσει στις Συμφωνίες του Αβραάμ, εξομαλύνοντας τις σχέσεις του με το Ισραήλ.
Η ανατροπή της συμφωνίας ανέδειξε εσωτερικές τριβές στην αμερικανική κυβέρνηση και προκάλεσε αμηχανία τόσο στους Αμερικανούς διαπραγματευτές όσο και στη σαουδαραβική πλευρά, σύμφωνα με ανάλυση στο CNN.
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, έσπευσε να στηρίξει την παρέμβαση με την οποία ο Τραμπ ανέτρεψε τη συμφωνία θέτοντας νέους όρους. Σε ανακοίνωση του γραφείου του ανέφερε ότι οι ισραηλινές και οι αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν «δημιούργησαν τη δυνατότητα να διευρυνθεί ο κύκλος της ειρήνης».
«Οπως δήλωσε ο πρόεδρος Τραμπ, η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ θα αποτελούσε ιστορικό άλμα προς τα εμπρός για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή», προστίθεται στην ανακοίνωση.
Η συμφωνία κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες
Το απόγευμα της Τετάρτης, αξιωματούχοι συγκεντρώθηκαν στην έδρα του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας στην Ουάσιγκτον για την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας, η οποία αποτέλεσε καρπό διαπραγματεύσεων άνω των 20 ετών.
Ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, υπέγραψε τη συμφωνία μέσω τηλεδιάσκεψης με τον Σαουδάραβα ομόλογό του που βρισκόταν στο Ριάντ, ενώ αμερικανικές και σαουδαραβικές σημαίες κοσμούσαν την αίθουσα της τελετής.
Η συμφωνία θεωρήθηκε σημαντική επιτυχία για τη Σαουδική Αραβία, καθώς ικανοποιούσε μεγάλο μέρος των αιτημάτων της.
Ωστόσο χθες, Πέμπτη, πρωί, ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η συμφωνία θα ισχύσει μόνο εφόσον η Σαουδική Αραβία ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, πρωτοβουλία που είχε προωθήσει κατά την πρώτη του προεδρική θητεία και οδήγησε αρκετές αραβικές χώρες στην εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ισραήλ.
Παράλληλα, διέψευσε ότι η συμφωνία θα επέτρεπε στο Ριάντ να εμπλουτίζει ουράνιο.
Αιφνιδίασε ακόμη και τους διαπραγματευτές των ΗΠΑ
O Τραμπ φέρεται να ήταν ήδη δυσαρεστημένος επειδή ο υπουργός Ενέργειας δεν τον είχε ενημερώσει πως επρόκειτο να ανακοινώσει δημοσίως τη συμφωνία, ανέφερε πηγή που επικαλείται το CNN.
Η ενόχλησή του εντάθηκε μετά το κύμα επικρίσεων από ειδικούς και συντηρητικά μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων το Fox News και η Wall Street Journal, που υπογράμμισαν ότι η συμφωνία προχώρησε χωρίς να συνδεθεί με την εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ, κάτι που είχε επιδιώξει και η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν.
Η νέα προϋπόθεση αιφνιδίασε ακόμη και τους ίδιους τους Αμερικανούς διαπραγματευτές, σύμφωνα με δύο πηγές που επικαλείται το CNN.
Καθώς επικρατούσε σύγχυση, στελέχη του Λευκού Οίκου απέδωσαν ευθύνες στο υπουργείο Ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι είχε ζητηθεί να μη δημοσιοποιηθεί η συμφωνία.
Ο Ράιτ, ωστόσο, προχώρησε τόσο στην τελετή υπογραφής όσο και σε συνέντευξη στο Fox Business.
Για αρκετούς συνεργάτες του Τραμπ, η συμφωνία δεν είχε ακόμη οριστικοποιηθεί, καθώς δεν είχαν αποσταλεί στο Κογκρέσο οι απαραίτητες επιστολές.
Αντικρουόμενες ανακοινώσεις
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς υποστήριξε ότι η αμερικανική κυβέρνηση ήταν εξαρχής απολύτως ευθυγραμμισμένη ως προς τη βασική προϋπόθεση της συμφωνίας.
«Η συμφωνία για την ειρηνική πυρηνική συνεργασία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας εξαρτάται από την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις επιτυχημένες Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στην ειρήνη στη Μέση Ανατολή», ανέφερε.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Ενέργειας διέψευσε ότι υπήρξε έλλειψη συντονισμού με τον Λευκό Οίκο.
«Πρόκειται για ψευδείς πληροφορίες. Το υπουργείο Ενέργειας συντόνισε στενά τόσο τις διαπραγματεύσεις όσο και την ανακοίνωση της συμφωνίας με τον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ», δήλωσε ο εκπρόσωπος Μπεν Ντίτντεριχ.
Η ανάρτηση του Τραμπ αιφνιδίασε και τη σαουδαραβική ηγεσία, η οποία θεωρούσε τη συμφωνία σημαντική διπλωματική επιτυχία.
Το αρχικό κείμενο προέβλεπε ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να προχωρήσει σε εμπλουτισμό ουρανίου εντός της επικράτειάς της, ενώ περιόριζε και τις αρμοδιότητες της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας όσον αφορά τις επιθεωρήσεις ύποπτων εγκαταστάσεων.
Μία συμφωνία, πλήθος αντιδράσεων
Η αμερικανοσαουδαραβική συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων εδώ και σχεδόν 20 χρόνια.
Τον Οκτώβριο του περασμένου έτους οι δύο πλευρές κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία, με την κυβέρνηση Τραμπ να αποδέχεται ότι το Ριάντ δεν θα υποχρεωνόταν να υπογράψει το λεγόμενο «Πρόσθετο Πρωτόκολλο» του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.
Ωστόσο, η διαδικασία καθυστέρησε επί μήνες, εξαιτίας ανησυχιών για τις εξελίξεις με το Ιράν, αλλά και φόβων ότι το Κογκρέσο θα μπορούσε να απορρίψει τη συμφωνία.
Παρότι αξιωματούχοι του υπουργείου Ενέργειας πίστευαν ότι είχαν λάβει το «πράσινο φως» από τον Τραμπ στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος είχε εγκρίνει μία προσωρινή κατ’ αρχήν συμφωνία και όχι την οριστική ανακοίνωσή της.
Επιφυλάξεις ειδικών και υποψίες για ισραηλινή παρέμβαση
Ειδικοί σε θέματα μη διάδοσης πυρηνικών όπλων εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την προοπτική η Σαουδική Αραβία να αποκτήσει τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου. Εξέφρασαν επίσης ανησυχία για την απουσία αυστηρότερων μηχανισμών διεθνούς εποπτείας.
Οι υποστηρικτές της συμφωνίας, αντίθετα, επισήμαναν ότι η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα ενίσχυε την επιρροή της Ουάσιγκτον στο σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα και θα απέτρεπε ενδεχόμενη προσέγγιση του Ριάντ με την Κίνα ή τη Ρωσία.
Μετά την αιφνιδιαστική αλλαγή στάσης του Τραμπ, αρκετοί κύκλοι κοντά στην αμερικανική κυβέρνηση εκτίμησαν ότι είχε προηγηθεί παρέμβαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος διαχρονικά αντιμετωπίζει με καχυποψία κάθε ενδεχόμενο ανάπτυξης σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος.
Δύο ισραηλινές πηγές ανέφεραν στο CNN ότι ο Νετανιάχου επιδίωκε να συνδεθεί η συμφωνία με την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ριάντ.
Ο Λευκός Οίκος, πάντως, υποστήριξε ότι ο Τραμπ δεν είχε συνομιλήσει με τον Νετανιάχου πριν από την ανακοίνωσή του και πως απλώς επανέλαβε μία πάγια θέση της κυβέρνησής του.
Η επιρροή των συντηρητικών μέσων ενημέρωσης
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το CNN, σημαντικό ρόλο στην αλλαγή στάσης του προέδρου διαδραμάτισαν και οι επικριτικές παρεμβάσεις συντηρητικών μέσων ενημέρωσης.
Δημοσίευμα στη Wall Street Journal ανέφερε ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε συνδέσει εξαρχής την πυρηνική συνεργασία με την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ και διερωτήθηκε γιατί η κυβέρνηση Τραμπ εμφανιζόταν διατεθειμένη να προσφέρει το ίδιο αντάλλαγμα χωρίς αντίστοιχη δέσμευση.
Ανάλογο προβληματισμό εξέφρασαν και παρουσιαστές του Fox News, υπενθυμίζοντας ότι κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν κοντά στην επίτευξη συμφωνίας εξομάλυνσης μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.
Οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν συνεχιστεί και επί προεδρίας Μπάιντεν, όμως διακόπηκαν μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα.
Εκτοτε, ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ αν δεν διαφανεί ουσιαστική πρόοδος ως προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.
Παρά ταύτα, ο Τραμπ επανέφερε δημοσίως την προϋπόθεση αυτή με ανάρτησή του το πρωί της Πέμπτης, λίγα μόλις λεπτά αφότου το θέμα είχε τεθεί σε εκπομπή του Fox News.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ δήλωσε αργότερα ότι ο πρόεδρος δεν είχε επικοινωνήσει με τον πρίγκιπα διάδοχο πριν ούτε και μετά την ανακοίνωσή του, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική θέση ήταν γνωστή εδώ και καιρό στις σαουδαραβικές αρχές.
Πάντως, πιθανή πυρηνική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών εκτιμάται ότι θα αποφέρει έσοδα δισεκατομμυρίων δολαρίων σε αμερικανικές εταιρείες.
Με πληροφορίες από CNN, Politico




























