Γράφει η Ελευθερία Κούρταλη
Οι μετοχές, τα ομόλογα και ο χρυσός κατέγραψαν ράλι τη Δευτέρα και οι τιμές της ενέργειας πραγματοποίησαν «βουτιά», σε μια κοινή ανάσα ανακούφισης στις αγορές, έπειτα από την είδηση ότι ΗΠΑ και Ιράν κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία που θα ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ και θα τερματίζει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ο οποίος μετράει τρεισήμισι μήνες.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι εάν υπογραφεί η σχετική συμφωνία και το πετρέλαιο αρχίσει να ρέει και πάλι με διατηρήσιμο τρόπο, ο μεγαλύτερος ωφελημένος θα είναι η Ευρώπη, καθώς έχει πληγεί περισσότερο από το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος. Πάντως, τονίζουν ότι το μνημόνιο συνεργασίας είναι ένα πλαίσιο, όχι μια τελική συμφωνία, με χρονικό περιθώριο διαπραγμάτευσης 60 ημερών και πολλά μπορεί να συμβούν εν τω μεταξύ, αντιστρέφοντας το κλίμα.
Επιπλέον, παρά την αρχική «βύθιση» του πετρελαίου, η επιστροφή στην κανονικότητα θα πάρει χρόνο, ενώ μια συμφωνία δεν θα αποτρέψει την περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού βραχυπρόθεσμα.
Εάν επιτευχθεί ειρήνευση, ο μεγαλύτερος ωφελημένος θα είναι η Ευρώπη, καθώς έχει πληγεί περισσότερο από το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος
«Είναι ακόμη αβέβαιο εάν θα υπογραφεί συμφωνία, αλλά η πιθανότητα σχεδόν πλήρους επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ φαίνεται να είναι η υψηλότερη από την έναρξη του πολέμου», σημειώνει η Deutsche Bank. «Η επαναλειτουργία του Ορμούζ θα αύξανε την ελκυστικότητα της Ευρώπης», τονίζει. Ανάλογες είναι και οι απόψεις της Barclays: «Εάν οι τιμές του πετρελαίου συνεχίσουν να μειώνονται με την επίλυση της σύγκρουσης, αυτό θα ωφελήσει περισσότερο την Ευρώπη, δεδομένου ότι η περιοχή έχει πληγεί περισσότερο από τις άλλες από το στασιμοπληθωριστικό σοκ από τον πόλεμο».
Με εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και φυσικού αερίου να έχουν χαθεί από τότε που έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, η επιστροφή των ροών και των τιμών στα προ του πολέμου επίπεδα είναι ζήτημα πολλών μηνών. «Η διέλευση θα παραμείνει πιο επικίνδυνη και δαπανηρή από ό,τι πριν από τον πόλεμο. Η πιθανότητα ζημιών από νάρκες ή η κλιμάκωση της σύγκρουσης είναι πιθανό να διατηρήσει τα ασφάλιστρα για τη χρήση των Στενών υψηλότερα από το κανονικό. Ως αποτέλεσμα, οι φυσικές ροές θα ανακάμψουν σταδιακά και όχι άμεσα», εκτιμά η Oxford Economics.

Ακόμη κι αν τα πλοία θα έχουν πλέον ασφαλή διέλευση, πολλά δεξαμενόπλοια είναι μακριά λόγω εκτροπής δρομολογίων, οι εγκαταστάσεις παραγωγής – διύλισης πετρελαίου πρέπει να φτάσουν στην πλήρη χωρητικότητά τους και τα ερωτήματα σχετικά με το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφάλισης για τα πλοία που διασχίζουν τα Στενά θα παραμείνουν, τονίζει η Capital Economics. Οπως εκτιμά, «το 80% των ροών ενέργειας θα αποκατασταθεί μέχρι το τέλος του τρίτου τριμήνου, ωστόσο η πλήρης αποκατάσταση αποτελεί ένα story του 2027».
Το πετρέλαιο υποχώρησε χθες σε χαμηλά τριών μηνών, κοντά στα 83 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο η βιώσιμη πτώση του στα επίπεδα των 60-70 δολ., που ήταν τον Φεβρουάριο, θα αργήσει. Παρά την αρχική πτώση, οι τιμές θα ανακάμψουν μόλις η ζήτηση αυξηθεί και πάλι και ειδικά όταν αναπληρωθούν τα έκτακτα αποθέματα, με το επίπεδο των 75-80 δολαρίων να αποτελεί τη νέα κανονικότητα για κάποιο διάστημα.
Το ίδιο ισχύει και για το φυσικό αέριο. Οι τιμές του TTF στην Ευρώπη υποχώρησαν χθες κοντά στα 44 ευρώ/MWh έναντι 34 ευρώ πριν από τον πόλεμο. Αν και οι αναλυτές δεν αποκλείουν περαιτέρω πτώση όταν ανοίξει το Ορμούζ, ο ζεστός καιρός στη συνέχεια, που θα αυξήσει τη ζήτηση, καθώς και τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης στην Ε.Ε. ενόψει χειμώνα, υποδηλώνουν ότι οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές.


Κατά την Capital Economics, ακόμη κι αν ανοίξουν ξανά τα Στενά αμέσως, «δεν θα αποτραπεί η περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού βραχυπρόθεσμα, ούτε η επιβράδυνση της οικονομίας κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου». Οπως προειδοποίησε και ο επικεφαλής της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ δεν θα φέρει άμεση ανακούφιση στον υψηλό πληθωρισμό της Ευρωζώνης.
«Δεν διαφαίνεται καμία ανακούφιση στο άμεσο μέλλον. Αντιθέτως: ακόμη και αν το Ορμούζ γίνει ξανά πλεύσιμο, θα χρειαστούν μήνες για να επιστρέψει η προσφορά πετρελαίου στο φυσιολογικό». Οπως υποστήριξε, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα παρέμενε υψηλός ακόμη και στο «ήπιο» σενάριο της ΕΚΤ, στο οποίο οι τιμές της ενέργειας μειώνονται ταχύτερα. Θα πρέπει να αναμένεται αύξηση του πληθωρισμού και όταν λήξουν τα κυβερνητικά μέτρα για τον περιορισμό των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας, πρόσθεσε ο Νάγκελ.
«Το άνοιγμα του Ορμούζ δεν ακυρώνει την πληθωριστική ώθηση που ήδη κινείται μέσω της ενέργειας, των λιπασμάτων, των πετροχημικών, των αλυσίδων εφοδιασμού και των τιμών των τροφίμων», σημειώνει και η Société Générale. «Ο δομικός πληθωρισμός στις μεγάλες ανεπτυγμένες αγορές αναμένεται να παραμείνει υψηλός μέχρι και το 2027». Κατά τον γαλλικό οίκο, ωστόσο, μια συμφωνία βελτιώνει τις προοπτικές της οικονομίας. «Στρεφόμαστε μακριά από το σενάριο στασιμοπληθωριστικού κινδύνου και προς το βασικό σενάριο της ανθεκτικής ανάπτυξης και του επίμονου πληθωρισμού».




























