ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου - Νικητές και απομονωμένοι

Οι πόλεμοι του Ισραήλ μετά την εισβολή της Χαμάς πέτυχαν στρατιωτικά, αλλά δεν έχουν φέρει σταθερότητα και ασφάλεια στα σύνορά του. Γιατί;

Kathimerini.gr

«Νομίζω ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα τελειώσει αμέσως μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου», εκτίμησε πρόσφατα ο άνθρωπος που τον ξεκίνησε. «Δεν θα αντέξουν παραπάνω», προσέθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ αναφερόμενος στο ιρανικό καθεστώς. Είναι ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία συμφωνεί με την ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο τερματισμός των εχθροπραξιών είναι κοντά, έλεγε πριν από λίγες εβδομάδες ο στρατιωτικός διοικητής του Σώματος των Φρουρών της Επανάστασης, καθώς η Τεχεράνη έχει «γονατίσει» τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Η προειδοποίηση

Κι όμως, ο ιδιότυπος αυτός πόλεμος συνεχίζεται – και αποτελεί τη σημαντικότερη, και πιο επικίνδυνη, έως σήμερα, κληρονομιά της 7ης Οκτωβρίου 2023. Η αιματηρή επίθεση της Χαμάς οδήγησε στον θάνατο περίπου 1.200 Ισραηλινών, στη μεγάλη πλειονότητά τους αμάχων, και στον εφιάλτη της ομηρίας για πάνω από 240 ακόμη. Ηταν η πιο πολύνεκρη και τραυματική ημέρα για τους Ισραηλινούς από την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.

Λίγες ημέρες μετά την καταδρομική επίθεση της Χαμάς, επισκέφθηκε τη χώρα ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, για να εκφράσει την αμέριστη συμπαράσταση των ΗΠΑ προς το ισραηλινό κράτος. Ο Μπάιντεν όμως απηύθυνε και μια προειδοποίηση. Μίλησε για ένα «αρχέγονο συναίσθημα» μιας «οργής που καταβροχθίζει τα πάντα» και προέτρεψε τους Ισραηλινούς να μην «κυριευτούν» από αυτήν.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου –με τη στήριξη της ισραηλινής κοινής γνώμης– αψήφησε αυτή την προειδοποίηση. Τρία χρόνια μετά την εφιαλτική εκείνη ημέρα, έχει εστιάσει αποκλειστικά στη δύναμη των όπλων για να αποκαταστήσει την αποτρεπτική ικανότητα του Ισραήλ και να πλήξει τους εχθρούς του.

Το Ισραήλ έχει αγνοήσει κάθε σοβαρή διπλωματική προσπάθεια ενίσχυσης της θέσης του στην περιοχή και έχει δράσει συχνά με τρόπο που ανατινάζει τέτοιες διεργασίες. Οταν –όπως στην περίπτωση της Γάζας– υποχρεώνεται από τις ΗΠΑ να αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός, την αντιμετωπίζει ως προσωρινή και ξεκινά άμεσα να την υποσκάπτει.

«Τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου, η Χαμάς έχει υποβαθμιστεί σημαντικά, αλλά παραμένει στη θέση της στη Γάζα. Συνεπώς, εξακολουθούμε να μη βρισκόμαστε πιο κοντά σε διαρκή ειρηνευτική συμφωνία – και δεν περιμένω ότι ακόμη και μια νέα κυβέρνηση στο Ισραήλ [μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου] θα το αλλάξει αυτό», δηλώνει στην «Κ» ο Ιαν Μπρέμερ, ιδρυτής και πρόεδρος της εταιρείας πολιτικής συμβουλευτικής Eurasia Group. «Το Ισραήλ έχει εδραιωθεί ξανά ως η κυρίαρχη στρατιωτική και τεχνολογική δύναμη στην περιοχή, αλλά είναι μια περιοχή που είναι πιο κατακερματισμένη και λιγότερο σταθερή. Και το σημερινό Ισραήλ απολαύει λιγότερο σθεναρής υποστήριξης από τους συμμάχους του σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων, κυρίως, των Ηνωμένων Πολιτειών», προσθέτει ο Μπρέμερ.

«Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου ένωσαν το αμερικανικό και το ισραηλινό έθνος με νέους και βαθείς τρόπους», σημειώνει από την πλευρά του στην «Κ» ο Ιβο Ντάαλντερ, senior fellow στο Belfer Center του Χάρβαρντ και πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. Ο Ντάαλντερ μνημονεύει το ταξίδι του Μπάιντεν στο Ισραήλ και την προειδοποίησή του «να μην επαναλάβει τα λάθη που είχε κάνει η Αμερική μετά την 11η Σεπτεμβρίου».

«Μέσα στον θυμό και τη θλίψη του Ισραήλ, η προειδοποίηση αγνοήθηκε», συνεχίζει ο Ντάαλντερ. Η χώρα «ακολούθησε ένα μονοπάτι που το έχει χωρίσει πλέον από την Αμερική –και από μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου– με τρόπους που λίγοι πίστευαν ότι ήταν δυνατοί όταν η Χαμάς εξαπέλυσε τη φρικτή επίθεσή της. Το χάσμα είναι βαθύ και πιθανότατα θα έχει διάρκεια, εκτός εάν και έως ότου το Ισραήλ επιλέξει μια θεμελιωδώς διαφορετική πορεία». Πώς άλλαξε την περιοχή και τον κόσμο, λοιπόν, η 7η Οκτωβρίου;

«Πρώτα η ισχύς»

Η επίθεση της Χαμάς οδήγησε στην αποθέωση του δόγματος «πρώτα η ισχύς» στο Ισραήλ. Ξεκινώντας από τη χερσαία εισβολή στη Γάζα, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις κατάφεραν συντριπτικά χτυπήματα στα μέλη του λεγόμενου «Αξονα της Αντίστασης» – των πληρεξούσιων δυνάμεων του Ιράν στην άμεση γειτονιά του Ισραήλ.

Η πιο εντυπωσιακή, ίσως, επιχείρηση ήταν αυτή κατά της Χεζμπολάχ με την ταυτόχρονη έκρηξη μεγάλου αριθμού βομβητών στον Λίβανο και στη Συρία τον Σεπτέμβριο του 2024. Μέσα στο 2025, το Ισραήλ έπληξε στόχους στο Κατάρ, στη Συρία, στον Λίβανο, καθώς και τους Χούθι στην Υεμένη. Τμήματα των εδαφών της Συρίας, μετά την πτώση του Μπασάρ Ασαντ, αλλά και του Λιβάνου τέθηκαν υπό ισραηλινή κατοχή.

Παράλληλα, ήδη από τον Απρίλιο του 2024 έχουμε τις πρώτες ανοιχτές εχθροπραξίες μεταξύ του Ισραήλ και του μεγαλύτερου εχθρού του στην περιοχή, με την αεροπορική επιδρομή κατά του ιρανικού προξενείου στη Δαμασκό και τα μαζικά ιρανικά αντίποινα. Οι επιτυχίες του Ισραήλ στο πεδίο της μάχης ενίσχυαν τις φωνές εκείνων στη στρατιωτική ιεραρχία και στις μυστικές υπηρεσίες που θεωρούσαν ότι είχε έρθει η ώρα για την τελική αναμέτρηση με την Τεχεράνη.

Στόχος ζωής

Η ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν στόχος ζωής για τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, τον οποίο η κατάσταση πολέμου ούτως ή άλλως ευνοούσε πολιτικά, καθώς του επέτρεπε να αποφεύγει την ευθύνη για την καταστροφική αποτυχία ασφαλείας της 7ης Οκτωβρίου και να επιχειρεί να αποκαταστήσει την εικόνα του. Παράλληλα, τον ωφελούσε γιατί ανέβαλλε τη δίκη για διαφθορά που απειλούσε όχι μόνο την πολιτική του επιβίωση, αλλά και την ελευθερία του. Εκμεταλλεύτηκε έτσι τη συγκυρία για να επιτύχει αυτό που δεν είχε καταφέρει επί 30 χρόνια: να πείσει, επιτέλους, τους Αμερικανούς να δώσουν το πράσινο φως ή –ακόμη καλύτερα– να συνδράμουν σε επίθεση κατά των μουλάδων.

Σε πρόσφατο άρθρο του στο Atlantic, ο Μπρετ Μαγκέρκ, ο οποίος τότε ήταν επικεφαλής διαμεσολαβητής του προέδρου Μπάιντεν για την απελευθέρωση των ομήρων που είχε απαγάγει η Χαμάς, αναδεικνύει το πόσο κοντά βρεθήκαμε ήδη τον Απρίλιο του 2024 σε έναν ευρύτερο πόλεμο Ιράν – Ισραήλ. Η επιτυχία των συστημάτων αεράμυνας –του Ισραήλ, αλλά και των ΗΠΑ και συμμάχων τους στην Ευρώπη και στον αραβικό κόσμο– κατά των ιρανικών drones και πυραύλων επέτρεψε στον Μπάιντεν να πείσει τον Νετανιάχου να μη «δώσει το μάθημα» που ήθελε σε «αυτούς τους μανιακούς» (όπως τους αποκάλεσε ο Νετανιάχου σε τηλεφώνημα με τον Αμερικανό πρόεδρο).

Με τον πρώτο γύρο διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα να μην οδηγεί σε γρήγορα αποτελέσματα, ο κυκλοθυμικός Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε, τον Ιούνιο του 2025, να μην εμποδίσει το Ισραήλ να επιτεθεί στο Ιράν. Εντυπωσιασμένος από την αποτελεσματικότητα των ισραηλινών βομβαρδισμών και από το πώς εμφανίζονταν στην τηλεοπτική κάλυψη του Fox News, ο Τραμπ αποφάσισε να εμπλακεί. Εδωσε εντολή για τη χρήση των ισχυρότερων αντιοχυρωματικών συμβατικών βομβών στο αμερικανικό οπλοστάσιο για να πλήξει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Στη συνέχεια, ωστόσο, μετά και τα σχεδόν συμβολικά αντίποινα της Τεχεράνης, υποχρέωσε το Ισραήλ να τερματίσει τις εχθροπραξίες.

Οκτώ μήνες αργότερα, όμως, η επίμονη πίεση του Νετανιάχου απέδωσε καρπούς. Ο Τραμπ, που έλεγε ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα έχει «καταστραφεί ολοκληρωτικά», επανήλθε στην άποψη ότι πρόκειται περί επικείμενης απειλής και εξαπέλυσε τον πόλεμο κατά του Ιράν. Επτά μήνες αργότερα, αναγνωρίζεται ως ένα από τα στρατηγικά σφάλματα στην ιστορία των ΗΠΑ – και αλλάζει με απρόβλεπτους τρόπους τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Εθνοκάθαρση στα κατεχόμενα

Αυτοί, φυσικά, που έχουν δεινοπαθήσει περισσότερο από την ισραηλινή «οργή που καταβροχθίζει τα πάντα» είναι οι Παλαιστίνιοι. Περίπου 74.000 είναι οι νεκροί στη Γάζα από τον πόλεμο. Ο λιμός έχει υποχωρήσει από τον περασμένο Οκτώβριο και τη συμφωνία εκεχειρίας, αλλά η ανθρωπιστική κρίση παραμένει οξεία και οι συνθήκες ζωής για τους 2 εκατ. κατοίκους παραμένουν άθλιες. Μετά τη συμφωνία εκεχειρίας, ακόμη 1.145 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από τις ισραηλινές δυνάμεις.

Παράλληλα, η εκστρατεία επέκτασης των εποικισμών και τρομοκράτησης των Παλαιστινίων από φανατικούς εποίκους στη Δυτική Οχθη διαρκώς ενισχύεται, με την ανοχή των IDF. Περισσότεροι από 1.100 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί στη Δυτική Οχθη από τον στρατό και σε κάποιες περιπτώσεις από τους εποίκους, μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023.

Χάνουν τους Αμερικανούς

Η άλλη μεγάλη αλλαγή που έχει προκαλέσει η αντίδραση του Ισραήλ στην 7η Οκτωβρίου είναι στη στάση των Αμερικανών ψηφοφόρων προς το ισραηλινό κράτος. Τα ποσοστά υποστήριξης του Ισραήλ μεταξύ τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών, ειδικά των νεότερων, έχουν μειωθεί σημαντικά την τελευταία τριετία. Σύμφωνα με το Pew Research Center, το ισοζύγιο για το Ισραήλ το 2022 ήταν ακόμη θετικό (55% θετικές γνώμες έναντι 42% αρνητικών). Φέτος, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 37% έναντι 60%.

Η μεταστροφή αυτή έχει ήδη γίνει αισθητή πολιτικά: ολοένα και περισσότεροι Δημοκρατικοί νομοθέτες ψηφίζουν κατά νέων πακέτων στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, ενώ σθεναροί επικριτές του Ισραήλ επικράτησαν σε σειρά προκριματικών εκλογών για το Κογκρέσο τους προηγούμενους μήνες. Ακόμη και βετεράνοι φιλοϊσραηλινοί κεντρώοι, όπως ο Ραμ Εμάνουελ, προειδοποιούν ότι ο Νετανιάχου έχει οδηγήσει το Ισραήλ στη διεθνή απομόνωση.

Αλλά και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, ένα ισχυρό ρεύμα στις τάξεις του MAGA, με πιο γνωστό εκφραστή τον Τάκερ Κάρλσον, έχει στραφεί επιθετικά κατά του Ισραήλ, κατηγορώντας το ότι παρασύρει τις ΗΠΑ σε πολέμους που υπηρετούν τα δικά του συμφέροντα και όχι τα αμερικανικά.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ