ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Οταν η Βρετανία πρόσφερε την Κύπρο στην Ελλάδα και η Αθήνα είπε «όχι»

Η χαμένη ευκαιρία του 1915 - Ενα ιδιαίτερα σημαντικό τηλεγράφημα φεύγει από τα κεντρικά γραφεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών στο Λονδίνο με προορισμό την Αθήνα.

Kathimerini.gr

Ενα ιδιαίτερα σημαντικό τηλεγράφημα φεύγει από τα κεντρικά γραφεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών στο Λονδίνο με προορισμό την Αθήνα. Είναι 16 Οκτωβρίου 1915 και ο άνθρωπος που το υπογράφει, ο υπουργός Εξωτερικών σερ Εντουαρντ Γκρέι, υποβάλλει μια άκρως δελεαστική πρόταση που μέχρι τότε έμοιαζε περισσότερο με εθνικό πόθο παρά με πραγματική διπλωματική δυνατότητα: την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Η πρόταση που πέφτει στο τραπέζι δεν χωρά παρερμηνείες.

Πορτρέτο του υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας σερ Εντουαρντ Γκρέι. (Πηγή Wikipedia)

Οπως αναφέρεται στο τηλεγράφημα, η Σερβία έχει δεχθεί επίθεση από τη Βουλγαρία (σ.σ. θυμίζουμε ότι βρισκόμαστε μεσούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Εάν λοιπόν η Ελλάδα εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και σπεύσει να τη βοηθήσει στρατιωτικά, τότε «η κυβέρνησις της Αυτού Μεγαλειότητος είναι πρόθυμος να παραχωρήση την νήσον Κύπρον εις την Ελλάδα». Ακολούθως τονίζεται πως «εάν η Ελλάς ενωθή μετά των συμμάχων χωρίς περιορισμούς, θα συμμετάσχει φυσικώς μαζί των εις τα πλεονεκτήματα, άτινα θα πραγματοποιηθούν κατά το τέλος του πολέμου. Η παραχώρησις όμως της Κύπρου γίνεται υπό της Αγγλικής κυβερνήσεως, ανεξαρτήτως από την άποψιν ταύτην και υπό μόνον τον όρον, ότι η Ελλάς θα δώση διά του στρατού της πλήρη και άμεσον την υποστήριξιν της εις την Σερβίαν». Το μήνυμα είναι σαφές και κατεπείγον καθώς καταλήγει με νόημα πως «ο καιρός παρέρχεται» και παρακαλείται ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης «να μας απαντήση άνευ βραδύτητος».

Με άλλα λόγια, εάν μπαίναμε στον πόλεμο τασσόμενοι στο πλευρό της Αντάντ, θα συμμετείχαμε ακολούθως και στα όποια οφέλη θα προέκυπταν στο τέλος του πολέμου. Η Κύπρος, όμως, προσφερόταν ανεξάρτητα από αυτά τα μελλοντικά οφέλη, με συγκεκριμένο όρο την άμεση στρατιωτική συνδρομή της Ελλάδας προς τη Σερβία. Την επόμενη ημέρα ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, σερ Φράνσις Ελιοτ, παρουσιάζει την προσφορά επίσημα στον Ελληνα πρωθυπουργό και την περιγράφει ως μια μοναδική ευκαιρία για τη χώρα.

Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855–1936). Πηγή Wikipedia

Η απάντηση, ωστόσο, δεν είναι αυτή που ίσως θα περίμενε κάποιος σήμερα, γνωρίζοντας όσα ακολούθησαν. Η Ζαΐμης, αφού ακούει τις εκτιμήσεις του Γενικού Επιτελείου και εξετάζει ενδελεχώς την κατάσταση που επικρατεί στα Βαλκάνια, απορρίπτει το «δώρο». Θεωρεί πως η είσοδος της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τη δεδομένη στιγμή μπορεί να οδηγήσει σε στρατιωτική καταστροφή. Η ελληνική απάντηση φέρει ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 1915 και την επομένη διαβιβάζεται επισήμως στο Λονδίνο μέσω του Ελληνα πρεσβευτή Ιωάννη Γεννάδιου. Η προσφορά του Λονδίνου αποσύρεται. Στις 26 Οκτωβρίου, ο ίδιος ο Γκρέι επιβεβαιώνει δημόσια στη Βουλή των Κοινοτήτων την προσφορά που έγινε στην Αθήνα και πως αυτή παύει πλέον να ισχύει, από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έσπευσε να βοηθήσει τη Σερβία. Πώς είναι όμως δυνατόν μια ελληνική κυβέρνηση να αρνείται τόσο μεγάλη παραχώρηση;

Η απάντηση μπορεί να δοθεί εάν κοιτάξει κανείς τον χάρτη της Ευρώπης εκείνων των ημερών. Τον Οκτώβριο του 1915 κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι τρία χρόνια αργότερα η Γερμανική Αυτοκρατορία, η Αυστροουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα έχαναν τον επονομαζόμενο Μεγάλο Πόλεμο. Τουναντίον, οι εξελίξεις στα Βαλκάνια έδειχναν να κυλούν υπέρ τους. Η Σερβία κατέρρεε, η Βουλγαρία μόλις είχε μπει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η Ρουμανία αρνούνταν να εμπλακεί και οι γαλλοβρετανικές δυνάμεις που είχαν αρχίσει να αποβιβάζονται στη Θεσσαλονίκη ήταν ακόμη πολύ λίγες για να ανατρέψουν την κατάσταση.

Ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα, σερ Φράνσις Ελιοτ, που παρουσίασε την προσφορά της χώρας του στην ελληνική κυβέρνηση. (Πηγή Wikipedia)

Για τον τέως πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος είχε παραιτηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα έπειτα από νέα σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ για τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδας στον πόλεμο και τη βοήθεια προς τη Σερβία, η βρετανική πρόταση αποτελούσε μια μεγάλη εθνική ευκαιρία που η Ελλάδα έπρεπε να εκμεταλλευτεί, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την άμεση είσοδό της στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ. Αντίθετα το Στέμμα, η κυβέρνηση Ζαΐμη και το Γενικό Επιτελείο Στρατού θεωρούσαν ότι, όσο σημαντική κι αν ήταν η προσφορά της Κύπρου, δεν αρκούσε για να αντισταθμίσει τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής εμπλοκής σε μια στιγμή μάλιστα που η πλάστιγγα έγερνε καθαρά υπέρ των Κεντρικών Αυτοκρατοριών στα Βαλκάνια.

Η Κύπρος πριν από την προσφορά

Την ίδια ώρα η Κύπρος συμπλήρωνε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες υπό βρετανικό έλεγχο καθώς από τον Ιούνιο του 1878, με τη λεγόμενη Σύμβαση της Κύπρου που υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε εκχωρήσει στη Μεγάλη Βρετανία τη διοίκηση του νησιού. Τυπικά, στα χαρτιά, μπορεί να παρέμενε οθωμανικό έδαφος, όμως στην πράξη οι Βρετανοί κυβερνούσαν εξολοκλήρου την Κύπρο. Η κατάσταση άλλαξε ριζικά όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Οθωμανική Αυτοκρατορία τάχθηκε στο πλευρό της Γερμανίας. Στις 5 Νοεμβρίου 1914 η Βρετανική Αυτοκρατορία προχώρησε στη μονομερή προσάρτηση της Κύπρου, θεωρώντας ότι το προηγούμενο καθεστώς είχε πλέον πάψει να έχει νόημα από τη στιγμή που Βρετανοί και Οθωμανοί βρίσκονταν σε πόλεμο. Η Τουρκία θα παραιτούνταν επίσημα από κάθε δικαίωμα στο νησί αρκετά αργότερα, με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923.

Το ενετικό κάστρο της Λάρνακας. (Πηγή Wikipedia)

Για μεγάλο μέρος του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, η βρετανική προσάρτηση αναπτέρωνε τις ελπίδες ότι το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η Ενωση με την Ελλάδα. Η ιδέα αυτή δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Είχε συζητηθεί και παλαιότερα σε βρετανικούς κυβερνητικούς κύκλους, χωρίς ποτέ να μετατραπεί σε επίσημη πρόταση προς την Αθήνα. Η διαφορά τώρα, τον Οκτώβριο του 1915, ήταν ότι οι Βρετανοί βρίσκονταν πλέον σε πόλεμο, είχαν ανάγκη από στρατιώτες στα Βαλκάνια και για πρώτη φορά ήταν διατεθειμένοι να ανταλλάξουν άμεσα την Κύπρο με μια συγκεκριμένη ελληνική στρατιωτική ενέργεια. Προφανώς και δεν επρόκειτο ούτε για χειρονομία φιλανθρωπίας ούτε για ξαφνική αναγνώριση του ενωτικού αιτήματος. Ηταν μια καθαρή πολεμική συναλλαγή.

Μια Ελλάδα που είχε μόλις διπλασιαστεί

Για να γίνει ακόμη πιο κατανοητός ο δισταγμός της Αθήνας, πρέπει να εξετάσουμε ποια ήταν η θέση της Ελλάδας το 1915. Μόλις δύο χρόνια νωρίτερα είχαν ολοκληρωθεί οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το ελληνικό κράτος είχε σχεδόν διπλασιάσει την έκταση και τον πληθυσμό του. Η Θεσσαλονίκη, μεγάλο μέρος της Μακεδονίας, τα Ιωάννινα, η Κρήτη και πολλά νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου αποτελούσαν πλέον μέρος της επικράτειας. Περιοχές για τις οποίες η χώρα είχε πολεμήσει σκληρά βρίσκονταν ακόμη στην πρώτη φάση της ενσωμάτωσής τους, ενώ έχει περάσει ελάχιστο χρονικό διάστημα για να πει κάποιος ότι οι Βούλγαροι είχαν ξεχάσει την ήττα τους στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Στην Αθήνα υπήρχε επομένως ο υπαρκτός φόβος ότι μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο όσα είχαν μόλις κερδηθεί.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας σερ Εντουαρντ Γκρέι φωτογραφημένος το 1914. (Πηγή Wikipedia)

Το εάν θα έπρεπε να μπει ή όχι η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε άλλωστε την κύρια αιτία της σύγκρουσης μεταξύ του Ελευθέριου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Ο Κρητικός πολιτικός πίστευε ότι η χώρα έπρεπε να συνταχθεί τάχιστα με τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία. Εκτιμούσε ότι η Αντάντ διέθετε μεγαλύτερους πόρους, ήλεγχε τις θάλασσες και τελικά θα επικρατούσε. Επιπλέον, η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο, γεγονός που στα μάτια του έκανε ακόμη πιο φυσική την ελληνική επιλογή. Ο μονάρχης, από την άλλη, δεν συμμεριζόταν αυτή την αισιοδοξία. Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού συνέχισε τη στρατιωτική του εκπαίδευση στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου. Κατά συνέπεια γνώριζε από κοντά τον γερμανικό στρατό, θεωρούσε εξαιρετικά δύσκολο να ηττηθούν οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες και φοβόταν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη ταυτόχρονα με Γερμανούς, Αυστροούγγρους, Βουλγάρους και Οθωμανούς.

Η διαφωνία δεν αφορούσε απλώς το εάν ο ένας ήταν «φιλοβρετανός» και ο άλλος «γερμανόφιλος», όπως συχνά παρουσιάστηκε αργότερα. Αφορούσε πρωτίστως δύο διαφορετικές εκτιμήσεις για το τι μπορούσε να αντέξει η Ελλάδα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία. Ο Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος να αναλάβει το ρίσκο μιας συμμαχίας με την Αντάντ επειδή πίστευε ότι στο τέλος η χώρα θα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών. Ο Κωνσταντίνος προτιμούσε να κρατήσει την Ελλάδα έξω από τον πόλεμο, θεωρώντας ότι μια ήττα στο βαλκανικό μέτωπο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην απώλεια της Μακεδονίας. Αυτή η σύγκρουση θα εξελισσόταν στον Εθνικό Διχασμό και θα σημάδευε την ελληνική πολιτική ζωή για πολλά χρόνια.

Η Σερβία ζητά βοήθεια, ο Βενιζέλος εξωθείται σε παραίτηση

Εκείνα τα εικοσιτετράωρα, όλες οι πολεμικές εξελίξεις στα Βαλκάνια περιστρέφονταν γύρω από την τύχη της Σερβίας. Αθήνα και Βελιγράδι είχαν υπογράψει από το 1913 συμφωνία, που προέβλεπε ότι, εάν η Βουλγαρία επετίθετο στη μία από τις δύο χώρες, η άλλη θα έσπευδε να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια. Οταν λοιπόν η Βουλγαρία άρχισε να κινητοποιεί τον στρατό της τον Σεπτέμβριο του 1915 προκειμένου να επιτεθεί στη Σερβία, αμέσως τέθηκε στην ελληνική κυβέρνηση το ερώτημα: Ηταν υποχρεωμένη η χώρα μας να πολεμήσει; Ο Βενιζέλος απαντούσε θετικά.

Το Παλάτι και το Γενικό Επιτελείο, όμως, υποστήριζαν ότι οι συνθήκες του 1915 ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες υπό τις οποίες είχε υπογραφεί η ελληνοσερβική στρατιωτική συμφωνία δύο χρόνια νωρίτερα. Η συμφωνία του 1913 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση πολέμου με τη Βουλγαρία, η Σερβία θα παρέτασσε 150.000 άνδρες και η Ελλάδα 90.000, ώστε οι στρατοί των δύο χωρών να πολεμήσουν συντονισμένα εναντίον των Βουλγάρων. Το 1915, όμως, η Σερβία πολεμούσε ήδη εναντίον της Αυστροουγγαρίας και της Γερμανίας, ενώ η βουλγαρική κινητοποίηση δημιουργούσε πλέον την άμεση απειλή ενός νέου μετώπου. Δεν μπορούσε, επομένως, να συγκεντρώσει 150.000 άνδρες που προέβλεπε για τη δική της πλευρά η συμφωνία του 1913.

Η έπαρση της βρετανικής σημαίας στη Λευκωσία τη 12η Ιουλίου 1878 σηματοδότησε την έναρξη της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο.

Ο Βενιζέλος, που σύντομα θα αποχωρούσε από την πρωθυπουργία, επιχείρησε να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα προτείνοντας το κενό των 150.000 ανδρών της σερβικής πλευράς να καλυφθεί από ισάριθμες γαλλικές και βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες θα αποβιβάζονταν στη Θεσσαλονίκη. Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα θα μπορούσε να παρατάξει 90.000 άνδρες που προέβλεπε η δική της υποχρέωση και να πολεμήσει τη Βουλγαρία έχοντας στο πλευρό της ισχυρή συμμαχική δύναμη, αντί να βρεθεί ουσιαστικά μόνη απέναντί της.

Οι Σύμμαχοι δέχθηκαν να στείλουν στρατεύματα και στις αρχές Οκτωβρίου οι πρώτες μονάδες άρχισαν να φθάνουν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Αρχικά επρόκειτο ουσιαστικά για μία γαλλική και μία βρετανική μεραρχία πεζικού, με τη βρετανική δύναμη να αριθμεί περίπου 13.000 άνδρες και τη γαλλική περίπου 18.000. Οι δυνάμεις αυτές απείχαν πολύ από τις 150.000 στρατιώτες που θεωρούσε αναγκαίους ο Βενιζέλος για να καλυφθεί το κενό της σερβικής συμμετοχής. Αργότερα, πάντως, ακόμη και στο Βρετανικό Κοινοβούλιο θα ασκούνταν κριτική ότι αυτό που χρειαζόταν η Ελλάδα εκείνες τις ώρες δεν ήταν τόσο νέες εδαφικές υποσχέσεις όσο η βεβαιότητα ότι θα είχε δίπλα της επαρκείς συμμαχικές δυνάμεις εάν έμπαινε στον πόλεμο.

Η σύγκρουση Βενιζέλου και Κωνσταντίνου είχε στο μεταξύ φτάσει στο απροχώρητο. Ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι η βουλγαρική επίθεση ενεργοποιούσε τις ελληνικές υποχρεώσεις προς τη Σερβία και είχε ζητήσει την αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη. Ο βασιλιάς όμως αρνήθηκε να εγκρίνει μια πολιτική που μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο με τη Γερμανία. Ετσι, στις 5 Οκτωβρίου 1915, ένδεκα μέρες πριν οι Βρετανοί μάς προσφέρουν την Κύπρο, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο έτος. Την κυβέρνηση ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, παλαιός και έμπειρος πολιτικός, ο οποίος επέλεξε αυτό που ονόμαζε ένοπλη ουδετερότητα: ο ελληνικός στρατός θα παρέμενε κινητοποιημένος, αλλά η χώρα δεν θα έμπαινε στον πόλεμο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ (δεξιά) πριν από τον Εθνικό Διχασμό. (Πηγή Wikipedia)

Η πολύπλευρη επίθεση κατά της Σερβίας αλλάζει τα δεδομένα

Οι εξελίξεις στο μέτωπο δεν άφηναν όμως πολύ χρόνο για διπλωματικούς ελιγμούς. Στις αρχές Οκτωβρίου γερμανικές και αυστροουγγρικές δυνάμεις υπό τον στρατάρχη Αουγκουστ φον Μάκενζεν εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στη Σερβία. Στις 14 Οκτωβρίου μπήκε στη μάχη και η Βουλγαρία, χτυπώντας από τα ανατολικά. Ο σερβικός στρατός βρέθηκε ανάμεσα σε δύο μέτωπα. Οι Βούλγαροι κατευθύνονταν προς την κοιλάδα του Αξιού και απειλούσαν τη σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε τη Σερβία με τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή τη βασική οδό από την οποία θα μπορούσε να φθάσει συμμαχική βοήθεια. Για το Λονδίνο και το Παρίσι η κατάσταση ήταν δραματική: εάν η Σερβία καταλαμβανόταν, η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία θα αποκτούσαν μέσω της Βουλγαρίας χερσαία επικοινωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι Βρετανοί αναζητούσαν επειγόντως τρόπο να μεταβληθεί η κατάσταση. Η Ρωσική Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να διαθέσει τον αριθμό οπλιτών που απαιτούνταν, η Ρουμανία δεν ήθελε ακόμη να μπει στον πόλεμο και η συμμαχική επιχείρηση στα Δαρδανέλια είχε ήδη απορροφήσει τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις χωρίς να πετύχει τον στόχο της. Η Ελλάδα ήταν επομένως η χώρα που θα μπορούσε να κινητοποιήσει στρατό άμεσα στο γειτονικό για εκείνη σερβικό μέτωπο. Μόνο που η κυβέρνηση Ζαΐμη είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν σκόπευε να το κάνει. Αυτό ήταν το αδιέξοδο στο οποίο επιχείρησε να δώσει λύση ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντουαρντ Γκρέι με την προσφορά παραχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα.

Ελληνοκυπριακές διαδηλώσεις υπέρ της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα το 1930.

Γιατί ο Ζαΐμης είπε «όχι»

Η κυβέρνηση των Αθηνών αναγνώριζε ανοιχτά πόσο σημαντική ήταν η βρετανική προσφορά, εξηγούσε όμως ότι αυτή δεν αρκούσε για να ανατρέψει τη στρατιωτική εκτίμησή της για την κατάσταση στα Βαλκάνια. Η επίσημη ελληνική απάντηση, που διαμορφώθηκε από την κυβέρνηση Ζαΐμη κατόπιν διαβούλευσης με τη στρατιωτική ηγεσία και το Στέμμα, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «τίποτε δεν της είναι πιο ευάρεστο από αυτή την προσφορά που, ανοίγοντας τις καλύτερες προοπτικές για τις εθνικές βλέψεις, γεμίζει ασφαλώς με χαρά τις καρδιές των Ελλήνων. Ομως, όσο δελεαστική κι αν είναι η εν λόγω προσφορά, δεν μπορεί να αλλάξει τη σοβαρότητα των καταστάσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ούτε να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη στρατιωτική βοήθεια που θα ήθελε να μπορούσε να προσφέρει στη Σερβία».

Εξηγούσε με άλλα λόγια πως ακόμη και αν η Ελλάδα έμπαινε αμέσως στον πόλεμο, θεωρούσε ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να σώσει τη Σερβία χωρίς να εκθέσει ταυτόχρονα τη δική της επικράτεια σε σοβαρό κίνδυνο. Κατά συνέπεια, κανένα εδαφικό αντάλλαγμα δεν μπορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, να μεταβάλει την απόφαση της κυβέρνησης. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η ελληνική κυβέρνηση δεν απέρριψε την προσφορά επειδή υποτιμούσε τη σημασία της Κύπρου. Φοβόταν ότι το ρίσκο ήταν τόσο μεγάλο, που αντί για εδαφική επέκταση η χώρα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη ακόμη και με την απώλεια περιοχών που είχε αποκτήσει μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κύπρος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ