ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Στην JPMorgan με εξπρές διαδικασίες η First Republic Bank

Άμεση διάσωση της τράπεζας για να μην υπάρξουν νέοι κραδασμοί στις αγορές

ΜΟΡΙΝ ΦΑΡΕΛ, ΛΟΡΕΝ ΧΙΡΣ, ΤΖΙΝΑ ΣΜΙΛΕΚ / THE NEW YORK TIMES

Η εποπτική τραπεζική αρχή των ΗΠΑ πήρε χθες υπό τον έλεγχό της την τράπεζα First Republic Bank και την πούλησε αυτομάτως στην JPMorgan Chase. Ήταν μια δραματική κίνηση, που στόχευε να θέσει τέλος στην τραπεζική κρίση η οποία τους τελευταίους περίπου δύο μήνες έχει προκαλέσει κραδασμούς στο τραπεζικό σύστημα.

Το ταμείο ασφάλισης καταθέσεων θα χρειαστεί να καταβάλει περίπου 13 δισ. δολ. για να καλύψει τις ζημίες της First Republic.

Από τον περασμένο μήνα και την κατάρρευση δύο άλλων αμερικανικών τραπεζών, που προκάλεσε ανησυχία σε καταθέτες και επενδυτές, η First Republic αγωνιζόταν να επιβιώσει έχοντας δει το ενεργητικό της να χάνει μέρος της αξίας του εξαιτίας της ανόδου των επιτοκίων. Έτσι η αμερικανική Αρχή Ασφάλισης Καταθέσεων την ανέλαβε υπό τον έλεγχό της και την πούλησε αμέσως στην JPMorgan και φρόντισε ώστε να ανακοινωθεί η συμφωνία ώρες προτού ανοίξουν οι αγορές των ΗΠΑ. Χθες το πρωί ώρα ΗΠΑ, τα 84 καταστήματα της First Republic άνοιξαν σε οκτώ πολιτείες ως υποκαταστήματα της JPMorgan. Όπως αναφέρει στη σχετική ανακοίνωσή της η Αρχή Ασφάλισης Καταθέσεων, η JPMorgan «θα αναλάβει όλες τις καταθέσεις και ουσιαστικά όλο το ενεργητικό και τα περιουσιακά στοιχεία της First Republic». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, το ταμείο ασφάλισης καταθέσεων θα χρειαστεί να καταβάλει περίπου 13 δισ. δολ. για να καλύψει τις ζημίες της First Republic, ενώ θα προσφέρει χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. δολ. και στην JPMorgan.

Με την εξαγορά, η JPMorgan, που είναι έτσι κι αλλιώς η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ, γίνεται ακόμη μεγαλύτερη και ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικών ελέγχων από τους Δημοκρατικούς. Η αμερικανική τράπεζα κατέρρευσε μολονότι είχε λάβει τον Μάρτιο κεφαλαιακή ενίσχυση ύψους 30 δισ. δολ. από τις 11 μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ, που σύμφωνα με την JPMorgan Chase θα επιστραφούν με την ολοκλήρωση της εξαγοράς. Αυτή η ένεση κεφαλαίου ύψους 30 δισ. δολ. επανέφερε τότε κάποια ηρεμία στην αγορά, κατευνάζοντας την ανησυχία για το τραπεζικό σύστημα, αλλά όχι και την ανησυχία για τη βιωσιμότητα της First Republic.

Η εν λόγω τράπεζα, που είχε ιδρυθεί το 1985, ήταν η 14η σε μέγεθος τράπεζα των ΗΠΑ στις αρχές του έτους. Οι μετοχές της όμως έχασαν σχεδόν όλη την αξία τους μετά την αδιάκοπη απότομη πτώση τους, που άρχισε με τους πρώτους κραδασμούς της Silicon Valley Bank.

Το τέλος της ήρθε μετά εβδομάδες προσπαθειών που κατέβαλε η ίδια η τράπεζα και οι σύμβουλοί της, είτε για να τη σώσουν είτε για να βρουν κάποιον αγοραστή και να αποφύγουν την εξαγορά της από την κυβέρνηση. Οι προσπάθειές τους όμως απέβησαν ατελέσφορες, καθώς οι άλλες τράπεζες δεν ήταν πρόθυμες να αγοράσουν είτε το σύνολό της είτε τμήματά της χωρίς την εγγύηση της κυβέρνησης πως δεν θα τις άφηνε αβοήθητες με ζημίες δισ. δολαρίων. Την περασμένη εβδομάδα κατέστη σαφές ότι δεν υπήρχε εναλλακτική, πέραν της εξαγοράς της από την κυβέρνηση μετά την ανακοίνωση της τράπεζας ότι οι πελάτες της είχαν προχωρήσει σε αναλήψεις σχεδόν του 50% των καταθέσεων.

Η First Republic θα μείνει στην ιστορία ως η δεύτερη σε μέγεθος αμερικανική τράπεζα από πλευράς ενεργητικού που κατέρρευσε μετά τη Washington Mutual, η οποία πτώχευσε στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Πολλοί ειδικοί του κλάδου ερμηνεύουν τα δεινά της First Republic ως καθυστερημένη αντίδραση στην αναταραχή που σημειώθηκε τον Μάρτιο μετά την κατάρρευση δύο περιφερειακών τραπεζών, των Silicon Valley Bank και Signature Bank και στη συνεπακόλουθη ανησυχία για το ενδεχόμενο να καταρρεύσουν και άλλες περιφερειακές τράπεζες, καθώς ήταν ορατός ο κίνδυνος μαζικών αναλήψεων καταθέσεων.

Επενδυτές και στελέχη του κλάδου δηλώνουν, πάντως, αισιόδοξοι ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να πτωχεύσει κι άλλη τράπεζα είτε μεσαίου είτε μεγάλου μεγέθους. Ακόμη κι αν είναι έτσι, το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Οι πρόσφατες πτωχεύσεις τραπεζών και οι αυξήσεις των επιτοκίων έχουν αναγκάσει τις τράπεζες να περιορίσουν τον δανεισμό δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες των επιχειρήσεων για ανάπτυξη και των νοικοκυριών να αγοράσουν σπίτια και αυτοκίνητα. Αποτελούν, έτσι, μια από τις αιτίες της επιβράδυνσης που σημειώνει η αμερικανική οικονομία τους τελευταίους μήνες.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Επιχειρήσεις: Τελευταία Ενημέρωση