ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Αλαν Γκρίνσπαν: Πέθανε ο μαέστρος της οικονομίας των ΗΠΑ

Ο οικονομολόγος διετέλεσε για 19 χρόνια επικεφαλής της Fed

Kathimerini.gr

Πέθανε, σε ηλικία 100 ετών, ο Αλαν Γκρίνσπαν. Ο οικονομολόγος που διετέλεσε πρόεδρος της Federal Reserve των ΗΠΑ για 19 χρόνια, ήταν γνωστός στην εποχή του ως ο «Μαέστρος» της αμερικανικής οικονομίας. Και ενώ οι ΗΠΑ βίωσαν μεγάλες περιόδους σταθερής ανάπτυξης και χαμηλής ανεργίας επί των ημερών του, εντούτοις η θητεία του επισκιάστηκε τελικά από το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων και την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση που ακολούθησε, την οποία κλήθηκε να διαχειριστεί ο διάδοχός του. Οπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η άποψή του ότι οι αγορές μπορούσαν να αυτορρυθμιστούν και η απροθυμία του να παρέμβει για να διορθώσει τις υπερβολές αποτέλεσαν την αχίλλειο πτέρνα του.

Ο Γκρίνσπαν διορίστηκε πρόεδρος της Fed το 1987 από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και διατήρησε τη θέση μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2006. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, η οποία ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στο τιμόνι της Fed (μόλις τέσσερις μήνες συντομότερη από εκείνη του Γουίλιαμ Μακσένι Μάρτιν, που διήρκεσε από το 1951 έως το 1970), η αμερικανική οικονομία πέρασε καλές και κακές εποχές.

Ο Γκρίνσπαν ήταν εκείνος που καθιέρωσε τη λεγόμενη «Fedspeak», δηλαδή την αινιγματική γλώσσα που χρησιμοποιούσε όταν δεν ήθελε να ταρακουνήσει τις αγορές ή να αποκαλύψει τις προθέσεις του. Ακόμα και τα καλύτερα μυαλά των οικονομικών πάσχιζαν να αποκρυπτογραφήσουν τα λεγόμενά του, «ζυγίζοντας» κάθε λέξη και ψάχνοντας για κρυμμένα νοήματα.

Ομως, ήταν η ασυνήθιστη ειλικρίνειά του σε μία ομιλία που μεταδόθηκε τηλεοπτικά, στις 5 Δεκεμβρίου του 1996, που προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στις αγορές. Τότε, μιλώντας για τις προκλήσεις του καθορισμού της νομισματικής πολιτικής είπε: «Πώς ξέρουμε πότε η παράλογη ευφορία έχει αυξήσει αδικαιολόγητα τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες στη συνέχεια υπόκεινται σε απροσδόκητες και παρατεταμένες πτώσεις, σαν και αυτές που έχουν συμβεί στην Ιαπωνία την τελευταία δεκαετία; Δεν πρέπει να υποτιμάμε ή να εφησυχάζουμε μπροστά στην πολυπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων των αγορών και της οικονομίας».

H περίφημη φράση «irrational exuberance» (παράλογη ευφορία) ερμηνεύθηκε σαν σημάδι ότι ο Γκρίνσπαν θεωρούσε την αγορά υπερτιμημένη. Το χρηματιστήριο του Τόκιο, το οποίο ήταν ανοικτό εκείνη τη στιγμή, υποχώρησε κατά 3% μετά το σχόλιο και στη συνέχεια και άλλες αγορές κατέρρευσαν. Ωστόσο, τα χρηματιστήρια ανέκαμψαν γρήγορα και συνέχισαν να ανεβαίνουν μέχρι το σκάσιμο της φούσκας του dot-com το 2001.

Επί των ημερών του στη Fed, οι επενδυτές ανέπτυξαν μια σιγουριά ότι ο Γκρίνσπαν θα αξιοποιούσε τα επιτόκια και τα άλλα εργαλεία που είχε στη διάθεσή του για να στηρίξει τη χρηματιστηριακή αγορά σε περιόδους μεγάλης πτώσης. Το έκανε, άλλωστε, όποτε χρειάστηκε, όπως στο Κραχ του 1987 και στην κατάρρευση του hedge fund LTCM το 1998.

Η θητεία του Γκρίνσπαν συνέπεσε με την πιο σταθερή περίοδο οικονομικής ανάπτυξης από τη δημιουργία της Fed. Από την ύφεση που τελείωσε τον Μάρτιο του 1991, έως την αρχή της επόμενης, τον Μάρτιο του 2001, σημειώθηκε μία δεκαετής περίοδος ανάπτυξης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο S&P 500 σχεδόν τετραπλασιάστηκε και η αμερικανική οικονομία εμφάνισε μέση ετήσια ανάπτυξη 3,5%. Το ποσοστό της ανεργίας ήταν κατά μέσον όρο 5,5%, ενώ τον Απρίλιο του 2000 έπεσε και στο 3,8%, τα χαμηλότερα επίπεδα από το 1969. Για αυτό και ο νομπελίστας Μίλτον Φρίντμαν καθώς και άλλοι οικονομολόγοι του έδωσαν τον τίτλο του καλύτερου κεντρικού τραπεζίτη όλων των εποχών, κατά την αποχώρησή του από τη Fed, το 2006.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι στα τελευταία χρόνια της θητείας του Γκρίνσπαν άρχισαν να συσσωρεύονται πιέσεις στην αμερικανική οικονομία. Αμερικανοί έπαιρναν εγκρίσεις για ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια τα οποία αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν, ενώ άλλοι δανείζονταν μεγάλα ποσά με ενέχυρο το σπίτι τους. Οι τραπεζίτες «πακέταραν» αυτά τα ριψοκίνδυνα στεγαστικά δάνεια σε τιτλοποιήσεις και εταιρείες πουλούσαν προστασία έναντι της αθέτησης πληρωμών για τα χρέη αυτά. Ολη αυτή η «μηχανή» δούλευε καλά, ώσπου το «καύσιμό» της –οι όλο και υψηλότερες τιμές των κατοικιών– τελικά εξαντλήθηκε.

Τα πρακτικά από τις συναντήσεις της Fed δείχνουν ότι το προσωπικό και οι αξιωματούχοι της είχαν εντοπίσει τη φούσκα των ακινήτων από το 2005. Ο Γκρίνσπαν έκρινε ότι οι εντάσεις ήταν περιορισμένες, εκτιμώντας ότι η αύξηση των επιτοκίων ήταν αρκετή.

Στα μέσα του 2007, η αγορά πιστώσεων μεταξύ των τραπεζών «πάγωσε», οδηγώντας στη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008 και μια κρίση που άφησε τον διάδοχο του Γκρίνσπαν στη Fed, Μπεν Μπερνάνκε, σε αχαρτογράφητα νερά.

Ο Γκρίνσπαν, που είχε συνηθίσει να κερδίζει τα εύσημα για τη διαχείριση της οικονομίας, βρέθηκε στην ασυνήθιστη θέση να δέχεται επικρίσεις. Σύμφωνα με την κριτική, η απροθυμία του να επέμβει στις αγορές και στις φούσκες –ειδικά σε αυτήν στον τομέα της στέγασης που διογκωνόταν καθώς αποχωρούσε από το αξίωμά του– είχε θέσει τις βάσεις για τη χειρότερη οικονομική κατάρρευση από τη Μεγάλη Υφεση.

Ο ίδιος ο Γκρίνσπαν παρουσίασε την υπεράσπισή του το 2010, σε μια εργασία 63 σελίδων με τίτλο «The Crisis». Εκ των υστέρων, είπε, οι τράπεζες ανέλαβαν πάρα πολύ ρίσκο και είχαν πολύ λίγα κεφάλαια για να τις προστατεύσουν όταν τα πράγματα πήγαν στραβά. Απέρριψε όμως την ιδέα ότι ο ρόλος της Fed ήταν να αποτρέψει μια φούσκα στην αγορά ακινήτων αυξάνοντας τα επιτόκια.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ