Kathimerini.gr
«Καμπανάκι» για επιβράδυνση της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας και άλλων οικονομιών του Νότου με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα επόμενα χρόνια χτυπά ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS. Οπως επισημαίνει, η διατήρηση μιας πορείας σύγκλισης αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την πιστοληπτική ικανότητα, επομένως είναι κρίσιμο σε αυτές τις οικονομίες να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και να γίνουν επενδύσεις υψηλής ποιότητας. Η DBRS σημειώνει ότι τα 15 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν εισόδημα κάτω από το 90% του μέσου όρου της, με τα 11 από αυτά να είναι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης –Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία–, που αντιπροσωπεύουν το 13% του ΑΕΠ της Ε.Ε., και τα τέσσερα να είναι χώρες της Νότιας Ευρώπης – Ελλάδα, Κύπρος, Πορτογαλία, Ισπανία– με μερίδιο 12%.
Η πορεία των δύο αυτών ομάδων είναι αισθητά διαφορετική. Οι χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, που εντάχθηκαν στην Ε.Ε. το 2004 ή το 2007, είδαν το εισόδημά τους να εκτινάσσεται από περίπου 29% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2000 σε 61% το 2026.
Οι ισχυρές επενδύσεις ήταν ο κύριος μοχλός αυτής της ταχείας σύγκλισης, υποστηριζόμενες από τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και κονδυλίων της Ε.Ε.
Αντίθετα, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, που εντάχθηκαν νωρίτερα στην Ε.Ε., με υψηλότερα αρχικά επίπεδα εισοδήματος, επλήγησαν πιο έντονα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα ήταν το σχετικό εισόδημα να υποχωρήσει από 86% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2000 σε μόλις 71% το 2026, παρά τις σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την αυξημένη οικονομική ανθεκτικότητα τα τελευταία χρόνια. Ως επί το πλείστον, η στασιμότητα της αύξησης του εισοδήματος στις χώρες του Νότου κατά την τελευταία δεκαετία οφείλεται στη μικρότερη ενίσχυση επενδύσεων και βελτίωση της παραγωγικότητας, σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Ο οίκος σημειώνει πως σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις χώρες του Νότου προβλέπεται να κινηθεί γύρω στο 1,6% ετησίως τα επόμενα χρόνια, αλλά να επιβραδυνθεί σε περίπου 1,2% κατά μέσον όρο την περίοδο 2030-2040. Αντίθετα, για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η σύγκλιση θα συνεχιστεί με ταχείς ρυθμούς, με την αύξηση του εισοδήματος να προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσον όρο στο 2,1% ετησίως έως το 2040.
Σύμφωνα με τη DBRS, ο λόγος πίσω από αυτήν τη διαφορά ταχυτήτων είναι διαρθρωτικός. Σε αντίθεση με τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, όπου υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο σύγκλισης μέσω της συσσώρευσης κεφαλαίου για επενδύσεις, κάτι που δημιουργεί περιθώρια για συγκριτικά ισχυρά κέρδη παραγωγικότητας, οι οικονομίες της Νότιας Ευρώπης βρίσκονται ήδη πιο κοντά με τον μέσο όρο της Ε.Ε. σε επίπεδα κεφαλαιακής έντασης και παραγωγικότητας.
Αυτό σημαίνει ότι η απλή συσσώρευση κεφαλαίου από μόνη της δεν αρκεί πλέον για τον Νότο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και για επενδύσεις υψηλής ποιότητας για τη διατήρηση των τροχιών σύγκλισης.
Επιπλέον, ο οίκος επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος της πρόσφατης ανάκαμψης της απασχόλησης στις χώρες της Νότιας Ευρώπης οφείλεται σε μεταναστευτικές εισροές και στην αυξημένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, παράγοντες των οποίων η ώθηση αναμένεται να εξασθενήσει.
«Η συνέχιση της σύγκλισης του εισοδήματος μπορεί να ενισχύσει την οικονομική ανθεκτικότητα και, ως εκ τούτου, και τα πιστωτικά προφίλ των κρατών, υποστηρίζοντας τα φορολογικά έσοδα και, τελικά, την ικανότητά τους να διαχειριστούν το χρέος τους», σημειώνει η DBRS. Και όπως τονίζει, «η μελλοντική σύγκλιση μπορεί να γίνει πιο δύσκολη, καθώς τα “εύκολα” οικονομικά οφέλη μπορεί να έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί».
Οπως εξηγεί ο οίκος, η προηγούμενη πρόοδος υποστηρίχθηκε από την ενσωμάτωση στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες και το εκτεταμένο ενδοευρωπαϊκό εμπόριο. Με τις μεγάλες οικονομίες όμως, όπως η Γερμανία, να αντιμετωπίζουν πλέον τις δικές τους διαρθρωτικές προκλήσεις, οι συνθήκες που ευνόησαν τη σύγκλιση στο παρελθόν δεν είναι δεδομένο ότι θα συνεχιστούν. Συνεπώς, οι κυβερνήσεις στον Νότο θα πρέπει ολοένα και περισσότερο να επιδιώκουν πολιτικές που υποστηρίζουν τις υψηλές επενδύσεις, διευκολύνουν τη συμμετοχή και την επανεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού τους και ενισχύουν την καινοτόμο ικανότητα των εγχώριων επιχειρήσεων, σε ένα πλαίσιο δημογραφικών πιέσεων. Το ποσοστό του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας αναμένεται να μειωθεί στις περισσότερες χώρες, κάνοντας ακόμη δυσκολότερη τη συνέχιση της σύγκλισης, προσθέτει η DBRS.




























