Αλεξάνδρα Βουδούρη
Ποιος θα πληρώσει τον «λογαριασμό» για τις νέες ευρωπαϊκές φιλοδοξίες στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην ανταγωνιστικότητα; Οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι καταναλωτές ή οι εθνικοί προϋπολογισμοί; Το ερώτημα βρίσκεται στην καρδιά μιας από τις δυσκολότερες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες, καθώς ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα θεωρεί «κλειδί» για την επίτευξη συμφωνίας τις πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε., χωρίς να αυξηθούν υπέρμετρα οι εισφορές των κρατών-μελών. Πίσω από τους τεχνικούς όρους για τους «νέους ίδιους πόρους» διαμορφώνεται μια σύγκρουση συμφερόντων, με κάθε κυβέρνηση να υπολογίζει πόσα θα εισφέρει, πόσα θα εισπράξει και τι θα κληθεί να εξηγήσει στους ψηφοφόρους της.
Στις Βρυξέλλες εξετάζεται ένα «καλάθι» διαφορετικών επιλογών, με τροποποιήσεις ακόμη και στα ποσοστά των εσόδων που θα αποδίδονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Κάθε παραχώρηση προς μια κυβέρνηση ίσως προκαλέσει αντιδράσεις άλλων, ενώ η απαιτούμενη ομοφωνία δίνει δικαίωμα βέτο σε κάθε πρωτεύουσα.
Η Κομισιόν έχει προτείνει πέντε νέες πηγές εσόδων με προσδοκώμενες εισπράξεις περίπου 66 δισ. ευρώ ετησίως: αξιοποίηση μέρους των εσόδων από το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) και τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), εισφορές από τα μη συλλεγόμενα ηλεκτρονικά απόβλητα και τον καπνό, καθώς και νέα συνεισφορά μεγάλων επιχειρήσεων (CORE).
Εκπρόσωπος της Κομισιόν διευκρινίζει στην «Κ» ότι η αρχική πρόταση δεν έχει τροποποιηθεί. Οι νέοι πόροι, υποστηρίζει, είναι απαραίτητοι όχι μόνο για τις κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες, αλλά και την αποπληρωμή του κοινού δανεισμού του NextGenerationEU, που χρηματοδότησε το Ταμείο Ανάκαμψης. Στόχος είναι να παραμείνουν συνολικά σταθερές οι εθνικές εισφορές.
Η επιβάρυνση, ωστόσο, δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο. «Οι προτεινόμενοι νέοι ίδιοι πόροι διαφέρουν σημαντικά ως προς τις οικονομικές και διανεμητικές επιπτώσεις τους», επισημαίνει στην «Κ» η Μάργκιτ Σράτσενσταλερ, οικονομολόγος του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (WIFO). Η μεταφορά υφιστάμενων εσόδων από το ETS ή τον CBAM στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό δεν συνεπάγεται πρόσθετους φόρους, μπορεί όμως να περιορίσει τους πόρους που διαθέτουν οι κυβερνήσεις για εθνικές πολιτικές.
Το κόστος, βέβαια, μπορεί να φτάσει στα νοικοκυριά μέσω των επιχειρήσεων. «Ο εταιρικός πόρος CORE θα επιβάρυνε άμεσα μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά μέρος του κόστους θα μπορούσε να μετακυλιστεί σε καταναλωτές και εργαζομένους», σημειώνει.
Η εισφορά για τα μη συλλεγόμενα ηλεκτρονικά απόβλητα θα βάρυνε αρχικά τους εθνικούς προϋπολογισμούς, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετες χρεώσεις παραγωγούς και καταναλωτές. Για τον καπνό, η Σράτσενσταλερ προειδοποιεί πως ενδεχόμενη αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης θα μπορούσε να έχει «δυσανάλογες επιπτώσεις» στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Ανθρωποι με γνώση των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων αναφέρουν στην «Κ» ότι η Γερμανία και η Ολλανδία αντιτίθενται έντονα στο CORE, ενώ το Λουξεμβούργο έχει εκφράσει αντιρρήσεις για τον πόρο στα καπνικά είδη.
Διαφωνίες προκαλούν και οι εναλλακτικές προτάσεις του Ευρωκοινοβουλίου, μεταξύ των οποίων η φορολόγηση των διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών, στην οποία αντιτίθενται Μάλτα και Πολωνία, ενώ η φορολόγηση κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει σοβαρές τεχνικές δυσκολίες.
Ο CBAM συγκεντρώνει ευρύτερη αποδοχή, με τη Γαλλία να υποστηρίζει την απόδοση μεγαλύτερου μέρους των εσόδων στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Στο παρασκήνιο εξετάζεται επίσης αξιοποίηση μέρους των εσόδων από τον παγκόσμιο ελάχιστο εταιρικό φόρο 15%, ιδέα που στηρίζει το Παρίσι. Η επιλογή αυτή δεν θα απαιτούσε κατ’ ανάγκην νέο φορολογικό συντελεστή, θα μετέφερε όμως στις Βρυξέλλες έσοδα που διαφορετικά θα παρέμεναν στα εθνικά ταμεία.
Στην ίδια διαπραγμάτευση βρίσκεται η ελληνική πρόταση για αξιοποίηση εσόδων από δημοπρασίες ραδιοσυχνοτήτων, παρά τις επιφυλάξεις αρκετών πρωτευουσών για τον εφάπαξ χαρακτήρα τους.
Η Αθήνα εκτιμά πως αρκετοί από τους προτεινόμενους πόρους θα επιβαρύνουν σημαντικά τον εθνικό προϋπολογισμό, συνυπολογίζει όμως και προσδοκώμενες εισροές από ευρωπαϊκά προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου του νέου Ταμείου Ανταγωνιστικότητας.
Στο γραφείο του Αντόνιο Κόστα επιδιώκουν να διαμορφωθεί βάση συμβιβασμού στην έκτακτη σύνοδο της 26ης Νοεμβρίου, με στόχο πολιτική συμφωνία έως τον Δεκέμβριο ή αρχές Ιανουαρίου.




























