Kathimerini.gr
Στον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έθεσε σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο πείραμα, το πείραμα των δασμών, στο οποίο υπέβαλε την αμερικανική οικονομία αυξάνοντας τους δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα σε ύψη που δεν έχουν καταγραφεί τα τελευταία 100 χρόνια. Και το πείραμα αυτό έθεσε τον Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στους επιχειρηματίες που πληρώνουν τους δασμούς αλλά και απέναντι στους οικονομολόγους που επικρίνουν την πολιτική του. Οι δασμοί έφεραν στα ταμεία του κράτους σημαντικά έσοδα, που στην πλειονότητά τους προήλθαν από τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, τα έσοδα αυτά συρρίκνωσαν το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ και οδήγησαν σε άνοδο των τιμών. Με την πολιτική του Τραμπ, οι ΗΠΑ επιβάλλουν στις εισαγωγές δασμούς ύψους κατά μέσον όρο 17%, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 1932 και το νομοσχέδιο Σμουτ Χόλεϊ του 1930. Διακηρυγμένος στόχος του Αμερικανού προέδρου ήταν η τόνωση της αμερικανικής βιομηχανίας και η επαναφορά των θέσεων εργασίας εντός των ΗΠΑ.
Οι δασμοί επέφεραν σημαντικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις. Αλλες επέλεξαν να επιταχύνουν τις εισαγωγές τους, άλλες να τις αναβάλουν ή και να τις ακυρώσουν και κάποιες να βρουν προμηθευτές από άλλες χώρες. Από τα πλέον απτά αποτελέσματα της εμπορικής πολιτικής του Τραμπ ήταν η δραματική αύξηση των εσόδων από τους δασμούς, καθώς μέσα στο περασμένο έτος το αμερικανικό κράτος συγκέντρωσε 287 δισ. δολ. από έσοδα στα τελωνεία, τους φόρους και τις προμήθειες, ποσό τριπλάσιο από το αντίστοιχο του 2024. Και πάλι το ποσό αυτό είναι μικρό αν συγκριθεί με τα τουλάχιστον 2 τρισ. δολ. που συγκεντρώνει το αμερικανικό κράτος ετησίως από τους φόρους εισοδήματος. Παραμένει, ωστόσο, μια πρόσθετη πηγή εσόδων που μπορούν να καλύψουν τις δαπάνες του κράτους, είτε αυτές προορίζονται για τις ένοπλες δυνάμεις, είτε για τις κοινωνικές υπηρεσίες, είτε για την πληρωμή των τόκων του αμερικανικού χρέους. Το πρόβλημα είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος από αυτά τα ποσά το έχουν καταβάλει οι αμερικανικές επιχειρήσεις, αλλά ο ευεργετικός αντίκτυπος ήταν η μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, που τον Οκτώβριο έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009. Αυξήθηκε, πάντως, πάλι τον Νοέμβριο και είναι κατά 4,1% μεγαλύτερο από εκείνο του περασμένου έτους.
Το 54% των Αμερικανών ψηφοφόρων διαφωνεί με την πολιτική των δασμών και το 51% εκτιμά ότι έχει επιδεινωθεί η ακρίβεια
Μια άλλη συνέπεια των δασμών, απολύτως προβλεπόμενη, ήταν η άνοδος των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι τιμές πήραν την ανιούσα τον Απρίλιο του περασμένου έτους, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι επιβάλλει δασμούς σε όλες τις χώρες του κόσμου. Αντέστρεψαν, έτσι, αυτομάτως την πτωτική πορεία που σημείωναν τους αμέσως προηγούμενους μήνες. Η άνοδος των τιμών ήταν πάντως μικρότερη από τις προβλέψεις πολλών αναλυτών, εν μέρει και επειδή οι επιχειρήσεις δίστασαν να προχωρήσουν σε μεγάλες αυξήσεις φοβούμενες μήπως χάσουν την πελατεία τους. Συνολικά η εικόνα του πληθωρισμού στις ΗΠΑ έχει βελτιωθεί εν μέρει επειδή υπήρξε αποκλιμάκωσή του στις τιμές των υπηρεσιών. Οι οικονομολόγοι, όμως, επιμένουν πως τα πράγματα θα ήταν καλύτερα χωρίς τους δασμούς. Κατά μία εκτίμηση, ο δείκτης τιμών καταναλωτή, που τον περασμένο Αύγουστο βρισκόταν στο 2,9%, χωρίς τους δασμούς θα είχε υποχωρήσει στο 2,2%. Ανεξάρτητα, πάντως, από το τι λένε τα οικονομικά στοιχεία, πολλοί Αμερικανοί ανησυχούν ιδιαιτέρως για τις υψηλές τιμές και εκφράζουν μεγάλο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την οικονομία ο Ντόναλντ Τραμπ. Και σημειωτέον, η οικονομία ήταν παραδοσιακά το δυνατό χαρτί του. Σύμφωνα μάλιστα με σχετική δημοσκόπηση που διεξήγαγαν τον Ιανουάριο το Πανεπιστήμιο της Σιένας σε συνεργασία με τους New York Times, το 54% των ψηφοφόρων διαφωνεί με την πολιτική των δασμών και το 51% εκτιμά πως οι πολιτικές του Αμερικανού προέδρου έχουν επιδεινώσει την ακρίβεια και έχουν δυσχεράνει πολύ τη ζωή τους.
Στον απολογισμό του πρώτου έτους της δεύτερης θητείας του Τραμπ, εκείνο που είναι βέβαιο, όμως, είναι ότι οι δασμοί προπαντός δεν ήταν η πανάκεια για τον βιομηχανικό τομέα των ΗΠΑ, όπως υποσχέθηκε ο Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν κατόρθωσε να βοηθήσει τους βιομηχανικούς εργάτες όπως τους είχε υποσχεθεί, καθώς παρά τους δασμούς ο μεταποιητικός τομέας των ΗΠΑ εξακολούθησε να αιμορραγεί και το περασμένο έτος χάνοντας διαρκώς θέσεις εργασίας. Πολλοί από τους υποστηρικτές του Τραμπ υποστηρίζουν πως θα χρειαστεί χρόνος για την αντιστροφή αυτής της πτωτικής πορείας και για την ανέγερση νέων εργοστασίων. Και προτιμούν να επικαλούνται κάποια άνοδο που σημείωσαν προσφάτως η βιομηχανική παραγωγή και οι κεφαλαιακές δαπάνες ώστε να πείσουν πως η χώρα βρίσκεται στο προοίμιο μιας βιομηχανικής έκρηξης που θα οφείλεται στους δασμούς.




























