Kathimerini.gr
Μπορεί οι σύμμαχοι των ΗΠΑ να αδυνατούν να αμφισβητήσουν τη στρατιωτική ισχύ ή την τεχνολογική κυριαρχία της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Διαπιστώνουν όμως ότι σε ό,τι αφορά το εμπόριο αγαθών έχουν περισσότερες επιλογές απ’ ό,τι πίστευαν και στις οποίες μάλιστα μπορούν να προσαρμοστούν σχετικά γρήγορα.
Κανείς δεν επιχειρεί σοβαρά να αποδεσμευθεί πλήρως από την αμερικανική αγορά, η οποία παραμένει η πιο προσοδοφόρος στον κόσμο. Αντιθέτως, η αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορικού χάρτη στοχεύει πιο μετριοπαθώς σε μείωση κινδύνου (de-risking) από τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Το de-risking μάλιστα μέχρι πρόσφατα ήταν όρος που χρησιμοποιείτο κυρίως για την Κίνα. Η στρατηγική αυτή έχει βέβαια κόστος: αναδιάρθρωση εφοδιαστικών αλυσίδων ή δύσκολους συμβιβασμούς με χώρες που δεν συμμερίζονται πλήρως τις ίδιες αξίες.
Μέχρι στιγμής, πάντως, τα οικονομικά βάρη φαίνεται να είναι διαχειρίσιμα. «Το εμπόριο είναι ίσως ένας από τους τομείς όπου οι μεσαίες δυνάμεις διαθέτουν τη μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών», δήλωσε στο Reuters ο Αλεξάντερ Τζορτζ, διευθυντής γεωπολιτικής στο Tony Blair Institute for Global Change (TBI). «Κοιτάξτε την Ε.Ε.: ξαφνικά οι απειλές του Τραμπ για το εμπόριο έφεραν συγκέντρωση και τα πράγματα προχώρησαν», σημείωσε, αναφερόμενος στις πρόσφατες εμπορικές συμφωνίες με τη Mercosur και την Ινδία.
Βέβαια, οι συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου είναι ναρκοπέδια νομικών και πολιτικών δυσκολιών και θα χρειαστεί καιρός για να επικυρωθούν. Επίσης, οι προσπάθειες επαναπροσέγγισης της Κίνας από τους ηγέτες της Βρετανίας και του Καναδά απέχουν ακόμη πολύ από οποιαδήποτε συμφωνία.
Οι επιχειρήσεις, πάντως, δεν περιμένουν να ξεκαθαρίσει πλήρως το νέο εμπορικό τοπίο. Η Ενωση Ιρλανδικού Ουίσκι έσπευσε να χαρακτηρίσει τη συμφωνία Ε.Ε. – Ινδίας «κρίσιμη» για την αναζήτηση νέων αγορών, ώστε να αντισταθμιστεί το κόστος του δασμού 15% στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη αγορά της. Επίσης, παρά την επιφυλακτικότητα, οι επενδύσεις των γερμανικών επιχειρήσεων στην Κίνα άγγιξαν πέρυσι υψηλό τετραετίας, εν μέρει για την ενίσχυση των τοπικών εφοδιαστικών αλυσίδων ως απάντηση στην πιο εχθρική αμερικανική εμπορική πολιτική.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Reuters σε 220 οικονομολόγους, η διεθνής οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 3% φέτος, όσο προβλεπόταν και πριν από ένα χρόνο, παρά τις αναπροσαρμογές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι η αλλαγή αυτή μπορεί να αποφέρει μακροπρόθεσμα οφέλη. Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ κάλεσε τις «μεσαίες δυνάμεις» του πλανήτη να δημιουργήσουν ένα πλέγμα συμμαχιών μεταξύ τους. Οι περισσότερες χώρες επιλέγουν να διαφοροποιηθούν από τις ΗΠΑ αντί να έρθουν σε ευθεία αντιπαράθεση με την κορυφαία υπερδύναμη. «Η διαφοροποίηση στο εμπόριο ξεκάθαρα συμβαίνει και συνεχίζεται», ανέφερε ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής Ευρώπης στο Eurasia Group. «Το αν η Ευρώπη θα είναι μια πιο αξιόπιστη οικονομική πρόταση σε πέντε χρόνια, αυτό δεν μου είναι ξεκάθαρο», συμπλήρωσε.
Τελικά, δύο παράγοντες ενδέχεται να περιορίσουν την ταχύτητα και το εύρος προσαρμογής των επιχειρήσεων και ολόκληρων χωρών στο εμπορικό σοκ που έφερε ο Τραμπ. Ο πρώτος είναι η απροθυμία των κινεζικών αρχών να ενισχύσουν την εγχώρια καταναλωτική ζήτηση, γεγονός που σημαίνει ότι η Κίνα αδυνατεί να καλύψει σύντομα το κενό που αφήνει η αμερικανική αγορά. Το Tony Blair Institute (TBI) σημειώνει ότι ενώ οι κινεζικές εξαγωγές αυξήθηκαν μετά τους υψηλότερους αμερικανικούς δασμούς, οι εισαγωγές παρέμειναν στάσιμες, υποχρεώνοντας άλλες χώρες να αποδεχθούν ένα διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα. Ο δεύτερος παράγοντας είναι το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να αντιδράσουν στη στρατηγική διαφοροποίησης. «Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό αυτό θα εξελιχθεί σε γεωπολιτική γραμμή ρήξης», κατέληξε ο Τζορτζ από το TBI.




























