Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026 πλησιάζουν και το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε τροχιά βαθιάς και, πιθανόν, μη αναστρέψιμης ανασύνθεσης. Η προδιαγραφόμενη ανατροπή δεν είναι μόνο εκλογική αλλά ταυτόχρονα κοινωνική, πολιτισμική και θεσμική. Τα παραδοσιακά κόμματα σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες αποδυναμώνονται διότι έχουν χάσει τη συναισθηματική και ταυτοτική σχέση που διατηρούσαν επί δεκαετίες με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Από τις βουλευτικές εκλογές του 1981 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2010, δύο παρατάξεις, ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) και το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ), κυριαρχούσαν στο πολιτικό σύστημα, συγκεντρώνοντας αθροιστικά ποσοστά που συνήθως ξεπερνούσαν τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος. Παράλληλα, το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ) και η Ενιαία Δημοκρατική Ένωση Κέντρου (ΕΔΕΚ) συγκροτούσαν έναν ισχυρό «ενδιάμεσο χώρο» με ρυθμιστικό ρόλο, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη την εκλογή Προέδρου ή τη διαμόρφωση κυβερνητικής πλειοψηφίας χωρίς τη συμμετοχή ή την ανοχή τους. Το κομματικό σύστημα είχε σαφείς πυλώνες, ιδεολογικές αναφορές και κοινωνικές ρίζες. Η ένταξη σε κόμμα σήμαινε, για πολλούς, ένταξη σε μια αξιακή και πολιτισμική οικογένεια.
ΚΡΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ
Οι βουλευτικές εκλογές του 2011 αποτέλεσαν το τελευταίο ορόσημο αυτής της περιόδου σχετικής σταθερότητας. Έκτοτε, μια αλληλουχία κρίσεων -πρώτα το τραγικό συμβάν στο Μαρί και αμέσως μετά η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος- κλόνισαν βαθιά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Η διακυβέρνηση του Δημήτρη Χριστόφια και το ΑΚΕΛ στιγματίστηκαν από την αδυναμία διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, ενώ η δεκαετής διακυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη και ΔΗΣΥ ενίσχυσε αντί να ανακόψει τη δυναμική αμφισβήτησης και απαξίωσης. Η εφαρμογή σκληρών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, σε συνδυασμό με μεταγενέστερα σκάνδαλα -με πιο εμβληματικό το πρόγραμμα των «χρυσών διαβατηρίων»- ενίσχυσαν την αίσθηση διαπλοκής/διαφθοράς και οριζόντιας ευθύνης του παραδοσιακού κομματικού συστήματος.
Η κρίση εμπιστοσύνης αποτυπώθηκε τόσο στην άνοδο της αποχής όσο και στη συρρίκνωση των παραδοσιακών κομμάτων. Το 2016 και ακόμη περισσότερο το 2021, οι τέσσερις παραδοσιακές δυνάμεις κατέγραψαν ιστορικό χαμηλό. Το άθροισμα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ περιορίστηκε σε επίπεδα κοντά στο 50%, ενώ το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ απώλεσαν δυνάμεις και μαζί τη ρυθμιστική τους ισχύ. Το παλαιό κομματικό σύστημα, που το 2011 συγκέντρωνε άνω του 90% των ψήφων, υποχώρησε δραματικά μέσα σε μία δεκαετία. Η εκλογική επιρροή τραυματίστηκε ηθικά και κατέρρευσε αριθμητικά.
Σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, αναδύθηκαν νέοι παίκτες. Σημαντικότερο και ανθεκτικότερο όλων το ακροδεξιό Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο (ΕΛΑΜ), που κεφαλαιοποίησε τη δυσαρέσκεια και παγιώθηκε ως αυτοτελής πολιτική δύναμη, καταγράφοντας διαδοχικές αυξήσεις ποσοστών. Η παρουσία του δεν αποτελεί πλέον συγκυριακή εκτροπή στο εσωτερικό της Δεξιάς, αλλά σταθερό και υπολογίσιμο παράγοντα του πολιτικού ανταγωνισμού με κυβερνητικές φιλοδοξίες (2028).

ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΕΔΑΦΟΣ ΓΙΑ ΝΕΑ ΣΧΗΜΑΤΑ
Κάποια νέα σχήματα που αρχικά μπήκαν στη Βουλή αποδείχθηκαν βραχύβια (βλ. Αλληλεγγύη και Συμμαχία Πολιτών), οι Οικολόγοι είχαν τις ευκαιρίες τους αλλά παραμένουν εκλογικά στάσιμοι, ενώ η ΔΗΠΑ δείχνει να έχει ξεμείνει από πολιτικό «καύσιμο». Η συγκρότηση όμως ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος που δεν αυτοπροσδιορίζεται μέσα από τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαιρέσεις και αναζητεί οτιδήποτε εναλλακτικό, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για νέα σχήματα.
Η εκλογή του ανεξάρτητου ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου το 2024, με ποσοστό σχεδόν 20%, ανέδειξε τη δύναμη ενός απλού αλλά ισχυρού αφηγήματος: την αποδοκιμασία της κομματοκρατίας. Το «φαινόμενο Φειδίας» βασίστηκε στην εικόνα του άφθαρτου και αυθεντικού νεαρού προσώπου, σε αντιδιαστολή με τους φθαρμένους, ανειλικρινείς και «ξύλινους» επαγγελματίες της πολιτικής. Η πρόσφατη συγκρότηση του κόμματος Άμεση Δημοκρατία επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη δυναμική σε οργανωμένη ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία με καλές προοπτικές επιτυχίας. Αντίστοιχα, το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και, σε μικρότερο βαθμό, το ΒΟΛΤ, διεκδικούν χώρο σε ένα ακροατήριο χωρίς κομματικές δεσμεύσεις, με σαφείς πολιτικές θέσεις και αντιπολιτευτικό προσανατολισμό. Με διαφορετικές αφετηρίες και αφηγήματα, αυτά τα σχήματα και ορισμένα άλλα που βρίσκονται χαμηλά στις δημοσκοπήσεις, συναντώνται σε ένα κοινό αίτημα: ανανέωση, λογοδοσία, ρήξη με το παλαιό.
Η ανασύνθεση του κυπριακού κομματικού συστήματος εντάσσεται σε μια ευρύτερη κρίση αντιπροσώπευσης που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δημοκρατίες εδώ και μισό αιώνα. Οι εργασιακές συνθήκες είναι πιο ευέλικτες και επισφαλείς, οι κοινωνικές διαδρομές πιο ατομοκεντρικές, πολλοί πολίτες με ικανότητες και ποιότητα επιλέγουν την ιδιώτευση και αποφεύγουν την ανάμιξη στην κομματική ζωή. Από άποψη στελεχιακού δυναμικού το κομματικό σύστημα δεν ήταν ποτέ φτωχότερο.
Επιπλέον, η παγκοσμιοποίηση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση περιορίζουν την αυτονομία της εθνικής πολιτικής. Σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης, όπου σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται σε υπερεθνικό επίπεδο, τα εθνικά κόμματα εμφανίζονται ως διαχειριστές περιορισμένων επιλογών. Τα μεγάλα διακυβεύματα και η δραματικότητα που κινητοποιούσε συναισθηματικά τους πολίτες έχει ατονήσει. Την ίδια στιγμή, η επικοινωνία φιλτράρεται από τον αλγόριθμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης που ευνοεί τη ρηχότητα, τον τοξικό λόγο και το λαϊκισμό. Ακόμη κι όταν τα κόμματα διαθέτουν όραμα και συγκροτημένες προτάσεις, αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και ιδιαίτερα των νέων.
ΠΟΛΥΚΕΡΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΒΟΥΛΗ
Στο δρόμο προς τις κάλπες, όλα δείχνουν ότι η επόμενη Βουλή θα είναι η πιο πολυκερματισμένη στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα αδυνατούν να ανακτήσουν τη χαμένη ηγεμονία τους, τα μεσαία παλεύουν για επιβίωση, ενώ νέα σχήματα διεκδικούν δυναμικά μερίδιο ισχύος. Ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος -υπολογίζεται στο 40% όσων ψηφίζουν- δεν διαθέτει πλέον καμία σταθερή κομματική ταύτιση και αναζητεί εναλλακτικές επιλογές. Η ψήφος του είναι ρευστή, απρόβλεπτη και συχνά τιμωρητική. Ένας στους πέντε αποφασίζει κυριολεκτικά πάνω από την κάλπη.
Το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών δεν είναι ποιος θα κερδίσει ή θα χάσει μερικές μονάδες, ούτε ποιος θα έρθει πρώτος ή δεύτερος. Είναι πώς το πολιτικό σύστημα, σε επίπεδο διακυβέρνησης και θεσμικής λειτουργίας, θα αντέξει τη μετάβαση από ένα μοντέλο σταθερών πυλώνων σε ένα μοντέλο ρευστότητας. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα, πέρα από τις κομματικές ισορροπίες στη Βουλή, αφορά την ικανότητα της κυπριακής πολιτικής να παράγει νόημα, εμπιστοσύνη και προοπτική, σε μια κοινωνία βαθιά απογοητευμένη και θυμωμένη.




























